Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Διήγημα "... και μην ξεχνάς"


Κάποτε, πριν όχι και τόσο πολλά χρόνια, ζούσε στην περιοχή μας ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους που είχε γνωρίσει ποτέ ετούτος εδώ ο τόπος.
Μεγαλέμπορος λέγανε, με καπνά, εισαγωγές – εξαγωγές και άλλα πολλά που δεν τα πολυκαταλάβαινα τότε, μικρό παιδί ήμουνα, πού μυαλό για τέτοιες συζητήσεις.

Οι γονείς μου, όπως και σχεδόν όλων των φίλων μου, ήταν στη δούλεψή του. Χρόνια πολλά, απ’ τ’ άγρια χαράματα μέχρι τ’ απόγευμα, αργά.
Μεροδούλι μεροφάι που λέγανε και οι παλαιότεροι

Δεν του φτάνανε όμως του αθεόφοβου όσα έβγαζε κι αποφάσισε να συνεταιριστεί και με τους διπλανούς μεγαλεμπόρους, για να «μεγαλώσουν την παραγωγή και να μειώσουν τις τιμές» είπαν.
Διπλάσιες ώρες εργασίας οι γονείς μου, με κάτι που το λέγανε «επίτευξη στόχου παραγωγής» που πρώτη φορά τ’ ακούγανε αλλά δεν τους καλάρεσε.
Και δίκιο φαίνεται πως είχαν γιατί αν δεν φτάνανε τα κομμάτια που τους έλεγε ο επιστάτης στη βάρδια πως έπρεπε να «βγάλουν», δε σχολούσαν, κι έπρεπε να δουλέψουν κι άλλο.
Μα τα προϊόντα δε φτηνένανε, εξαιτίας μιας άλλης κουβέντας που τους είπε ο μεγαλέμπορος, «οικονομική κρίση» την είπαν κι έπρεπε να κάνουμε υπομονή.

-         μα το παιδί δεν έχει να φάει, του είπε κάποια μέρα ο πατέρας μου, δεν έχει ρούχα να πάει στο σχολείο
-         και γι’ αυτό στεναχωριέσαι, του απάντησε, φέρτο σ’ εμένα, θα το φροντίσω εγώ
Δέχθηκε κι ο πατέρας μου, έπεισε και τη μάνα, αν και δεν τους άρεσε και πολύ η πρόταση, τι να ‘κάνανε όμως …

Δεν πέρασε καιρός και τα πράγματα δεν πηγαίνανε καλά.
-         κυρ Παντελή, ο γιος σου μου κοστίζει πολλά, του είπε μια μέρα του πατέρα μου ο μεγαλέμπορος, θα πρέπει κι εσύ να συμβάλεις πλέον στις υποχρεώσεις
-         τι να κάνω αφεντικό ; ρώτησε ο πατέρας μου
-         ε να, θα σου κρατώ κάθε μήνα απ’ το μισθό σου … τόσα κι απ’ της γυναίκας σου άλλα … τόσα
-         μα αφεντικό, μ’ όσα περισσεύουν δε θα μπορούμε να ζήσουμε !
-         ε, υπομονή κυρ Παντελή, θα φτιάξουν τα πράγματα, κι ο γιος σου σα μεγαλώσει θα σε βοηθά κι αυτός
Κι έτσι, τους κόψανε κι απ’ το μισθό.

Έκοψε κι ο πατέρας μου το τσιγάρο κι οι δυο τους σταματήσανε να πηγαίνουνε με το λεωφορείο στο εργοστάσιο, μπας και τους βγαίνανε πια τα έξοδα, αλλά του κάκου. Σαν έφτανε 20 του μήνα, τέλος τα λεφτά …
Κι είχανε δανειστεί ήδη από κάθε συγγενή και φίλο που ξέρανε και του ‘χανε το θάρρος, για να τα βγάλουν πέρα.

Κι ήρθε ο καιρός που έβγαλα το Λύκειο και καθώς έπαιρνα και τα γράμματα, πέρασα και στο Πανεπιστήμιο κι έπρεπε να φύγω σε άλλη πόλη.
-         πατέρα, άμα μου πεις δε πάω, του είπα μια μέρα, καθώς ήξερα πως τα έξοδα ήταν πολλά
-         τι είν’ αυτά που λες παιδί μου, μου είπε, θα πας κι  Θεός είναι μεγάλος, θα τα φέρει όλα δεξιά. Θα πας, και δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα.
Και να σου εγώ φοιτητής της Γεωπονικής στη μεγάλη πόλη, με τα φώτα και τις πολυκατοικίες. Και το μυαλό μου πίσω, στον πατέρα και τη μάνα μου, που ξεκινούσαν στις 6 τα χαράματα για να πάνε στη δουλειά και ποιος ξέρει με τι άλλες στερήσεις, για να μη λείψει τίποτε σ' εμένα.

Κι έδωσε ο Θεός και τελείωσα. Χαρές μεγάλες, και φωτογραφίες με το πτυχίο και χαμόγελα κι η μάνα μου να δακρύζει κι ο πατέρας ριτιδιασμένος αλλά με μια χαρά που έφτανε στα ουράνια.

Κι ύστερα …

Τίποτε.

Τρία χρόνια έψαχνα για δουλειά.
Ο μεγαλέμπορος του το ξέκοψε του πατέρα μου
- από πού βρε κυρ Παντελή ; εδώ θ’ απολύσω καμιά πενηνταριά υπαλλήλους μου, το γιο σου θα πάρω ; Τα πράγματα δεν πάνε καλά. Άμα θέλει ας έρθει να τον δοκιμάσω κανένα χρόνο, αν κάνει, χωρίς μισθό και βλέπουμε

Ούτε να τ’ ακούσει ο πατέρας μου. Ο γιος του, ο Γεωπόνος, να δουλεύει τζάμπα ; !

Κι ήρθε η μέρα
-         πατέρα, θα φύγω
-         για πού με το καλό ; μου αποκρίθηκε
-         ε να, ένας συμφοιτητής μου στη Γερμανία … εκεί έχει δουλειά, θα πιάσω αμέσως …

Σιωπή … η πιο μεγάλη σιωπή που έγινε ποτέ …
Κι η μάνα να δακρύζει πάλι.

-         να πας παιδί μου, να πας

κι είχε τόσο πόνο εκείνο το «να πας» που μου έσκισε τη καρδιά
-         κι εμείς ; ρώτησε η μάνα μου
-         τι κι εμείς γυναίκα ; τι κι εμείς ; Εμείς εδώ, για προσευχή, για να πάνε όλα καλά για το παιδί, όλα καλά …

Τη μέρα που έφευγε το αεροπλάνο για τη Γερμανία, ο πατέρας μου κι η μάνα μου δεν ήταν εκεί.
Ο μεγαλέμπορος τους είχε σε διπλή βάρδια για την «επίτευξη του στόχου παραγωγής» κι είχανε φύγει αξημέρωτα από το σπίτι.
Μου άφησαν πάνω στη παραφουσκωμένη από τα ρούχα βαλίτσα μου, μια εικόνα τ’ Αϊ Γιώργη και μια της Παναγιάς της Γλυκοφιλούσας κι ένα σημείωμα
«με την ευχή μας, καλό ταξίδι και μην ξεχνάς»

«… και μην ξεχνάς» ;

Τι να ξεχάσω ; Πώς να ξεχάσω ;

30 χρόνια στη Γερμανία, κάθε χρόνο στις 14 τ’ Απρίλη, τη μέρα που έφυγα, με δυο λουλούδια, δυο γιασεμιά, πότε να τους τα δίνω μ’ απέραντη αγάπη κάθε φορά που συναντιόμασταν όταν γυρνούσα, κι ύστερα … να τ’ ακουμπάω πάνω στο μάρμαρο μ’ ένα κόμπο στο λαιμό να δένει κάθε λέξη που μπορούσα να πω και να θολώνει τα μάτια.

Κι η μόνη μου αντίσταση … « … και μην ξεχνάς»

Όχι, δεν ξεχνώ, δεν πρόκειται να ξεχάσω

Κι όσο μπορώ, δε θ’ αφήσω και κανέναν άλλο να ξεχάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια, σκέψεις, απόψεις και άρθρα, πολιτικού, και όχι μόνο, περιεχομένου. Παρακαλώ θερμά, σε περίπτωση σχολίων να αποφεύγετε τη χρήση βωμολοχιών ή άλλων προσβλητικών παρατηρήσεων