Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2025

Δημόσια κριτική και μόνο;


   Μία από τις σημαντικότερες σε πολιτικό επίπεδο περιόδους διανύει η χώρα μας τους τελευταίους μήνες. Τόσο η εκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, όσο και η αναζωπύρωση του κοινωνικού ενδιαφέροντος για το δυστύχημα των Τεμπών, δημιουργούν μια κατάσταση ανησυχίας για τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, και ταυτόχρονα εν δυνάμει ανατροπών στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

  Σε αυτές ακριβώς τις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, όταν μάλιστα συνυπάρχουν με μία διάθεση απαξίωσης των πολιτών προς ουσιώδεις θεσμούς της Πολιτείας αλλά και ενός αισθήματος έλλειψης πολιτικής εκπροσώπησης, δημιουργούνται οι συνθήκες για τη γέννηση νέων πολιτικών δυνάμεων. Τέτοιων που θα είναι ικανές να εκφράσουν τόσο το λαϊκό αίσθημα δυσαρέσκειας προς τους θεσμούς και την υπάρχουσα πολιτική δομή της χώρας, όσο και να προσφέρουν ριζικές λύσεις που θα αναδιαμορφώσουν όχι μόνον αυτή τη δομή, αλλά θα είναι ικανές να αντιληφθούν, να συμβαδίσουν και να διαμορφώσουν τη μελλοντική πορεία της, αλλά και τη συμμετοχή της στις διεθνείς εξελίξεις. Κι εδώ ακριβώς είναι που γίνεται εμφανές το τεράστιο έλλειμμα θάρρους, αν όχι η επικράτηση ενός αισθήματος βολέματος στις επικρατούσες κοινωνικές ή/και εργασιακές συνθήκες γνωστών μέσω των δημόσιων εμφανίσεών τους Ελλήνων, που θα μπορούσαν να αναλάβουν δραστικές πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση.

  Με άλλα λόγια, ποιος ο λόγος μιας διαρκούς, δημόσιας και μάλιστα έντονης κριτικής προς την υπάρχουσα κατάσταση, εάν αυτή δεν μεταφράζεται θεσμικά σε πολιτικές πράξεις από τους ίδιους που την ασκούν; Σταχυολογώντας, ποιο το αποτέλεσμα των αναφορών σε «διπλωματικό Βατερλό» του πρωθυπουργού στα ζητήματα «Τραμπ, Meteor και Ουκρανίας» ή σε «προβληματικές σχέσεις» της χώρας με τους ισχυρούς της γης; Τι εξυπηρετεί η δημόσια αναφορά σε «υπαρκτό και συχνά εξοργιστικό  πρόβλημα αξιοπιστίας τόσο στο πεδίο της διοικητικής όσο και στο πεδίο της πολιτικής Δικαιοσύνης» ή σε (ηπίως χαρακτηριζόμενη) «προβληματική εικόνα» του προϋπολογισμού σε βασικά μακροοικονομικά μεγέθη, εάν οι ίδιοι που ασκούν αυτή την κριτική δεν αναλαμβάνουν θεσμικές πρωτοβουλίες εξόδου από αυτή την κατάσταση;

  Είναι άραγε «υποχρέωση» μόνον εκείνων που εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα να προσδιορίζονται ως πολιτικοί να αναλάβουν αυτές τις πρωτοβουλίες; Απεκδύονται όλοι οι υπόλοιποι την Αριστοτελική έννοια του πολιτικού όντος; Δεν έχουν καμία άλλη υποχρέωση προς τους πολίτες που τους ακούν και εμπιστεύονται την κρίση τους, αλλά και προς τους εαυτούς τους; Δεν κατανοούν πως σε πλείστες όσες περιπτώσεις άσκησης της έντονης κριτικής τους, λειτουργούν απλά ως «βαλβίδες ασφαλείας» για την εκτόνωση του λαϊκού αισθήματος δυσαρέσκειας;

  Εάν αυτοί που με τις γνώσεις ή/και τις ικανότητές τους μπορούν στα πλαίσια μιας πλουραλιστικής και ανεκτικής δημοκρατίας να ασκούν το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, παραμένοντας όμως απλά και μόνο σε αυτή τη διάσταση εκδήλωσης των δικαιωμάτων τους, ποιο το μέλλον τόσο των ίδιων όσο και των ακροατών τους, εάν είναι βέβαιοι για τους ισχυρισμούς τους;

  Μήπως τελικά όλοι όσοι -λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί- ασκούν δημόσια την κριτική τους θα πρέπει άμεσα να αναρωτηθούν εάν οι συνθήκες σήμερα ευνοούν την ανάδυσή τους από απλούς εκφραστές της δημόσιας δυσαρέσκειας, σε πολιτικά θεσμικούς εκπροσώπους εξαφάνισής της;

  Γιατί εάν ο ιδιότυπος εφησυχασμός του «καλά τους τα ‘πε» που δημιουργούν με τη δημόσια κριτική τους δεν εκφραστεί πολιτικά, το μερίδιο ευθύνης τους για την πορεία της χώρας, θα είναι ευθέως ανάλογο της δημόσιας προβολής και κριτικής τους.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

https://www.youtube.com/watch?v=d2MJ0Rwqi8w

https://www.youtube.com/watch?v=z61oDYZRB1c&list=PLLUn3vEwIL807Fo7of_Uzr56-i7DdME62&index=4

https://www.dnews.gr/eidhseis/politikes-eidhseis/512400/paremvasi-giorgou-x-sotirelli-empistevomaste-ti-dikaiosyni

https://www.youtube.com/watch?v=Hbal5AqIlfw

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

Μηδενιστικοί διαξιφισμοί

 

Κάποια στιγμή, έστω και περιγραφικά, μερικά πράγματα πρέπει να ειπωθούν με το όνομά τους.

Είναι καιρός τώρα που ξεκίνησε να με προβληματίζει το ερώτημα για το ποια θα πρέπει να είναι η στάση ενός συνειδητά ενεργού πολίτη στα πολιτικά (γενικότερα) και κοινωνικά (ειδικότερα) δρώμενα, τόσο της περιοχής στην οποία ζει και δραστηριοποιείται, όσο και ευρύτερα.

Θα ήταν παράλειψη βέβαια να μην επισημανθεί ότι, τόσο ο χρόνος, όσο και ο τόπος (αλλά και ο τρόπος) που επιλέγει κανείς για να δημοσιοποιήσει την «παρουσία» του, έχουν τη σημασία τους.

Εν μέσω -λοιπόν- εξαιρετικά σημαντικών γεγονότων, κυρίως στη γεωπολιτική «σκακιέρα». η εξέλιξη των οποίων επηρεάζει άμεσα την περιοχή μας, η κατάθεση άποψης, όσο υποκειμενική κι αν είναι, θα πρέπει να προσθέτει και όχι να αφαιρεί από τη γενική προσπάθεια αναβάθμισης, τόσο της γεωγραφικής, όσο και της κοινωνικής συνιστώσας των ζητημάτων που μας απασχολούν.

Στο πνεύμα αυτό, κάθε προσπάθεια, όχι μιας αποδεκτά έντονης κριτικής αλλά του απόλυτου μηδενισμού των αποφάσεων αυτών που κλήθηκαν-επιλέχθηκαν από εμάς για να υπηρετήσουν το δημόσιο (τοπικό ή άλλο) συμφέρον, όχι απλά δεν βοηθά, αλλά γεννά βάσιμες υποψίες για τον ρόλο όσων επιλέγουν αυτήν την πολιτική πρακτική.

Κι εάν στην κεντρική πολιτική σκηνή, όπου τα συμφέροντα είναι τεράστια και (στις περισσότερες των περιπτώσεων) απρόσωπα, επηρεάζουν δε και επηρεάζονται από τις παγκόσμιες εξελίξεις, στις μικρές, τοπικές κοινωνίες όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, κάθε προσπάθεια απόλυτου μηδενισμού και όχι (επαναλαμβάνω) έστω έντονης, αλλά σε καμία περίπτωση εποικοδομητικής κριτικής, γίνεται άμεσα αντιληπτή από τους εκλογείς, μιας και -όπως προείπα- γνωρίζουν καλά πρόσωπα και καταστάσεις.

Το αποτέλεσμα δε της πρόσληψης των πολύ δυσάρεστων αυτών καταστάσεων από τους πολίτες, κι εάν κανείς δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον-συμφέρον από αυτές, είναι μία παντελής απαξίωση των πάντων, μία αίσθηση αποστροφής. Όχι απλά για τις καταστάσεις, αλλά και για τα ίδια τα πρόσωπα που τις προκαλούν.

Εντοπίζεται λοιπόν ένα σχήμα οξύμωρο. Εκείνοι που με τις δημόσιες τοποθετήσεις ή και ενέργειές τους, μηδενίζουν ή προκαλούν δυσεπίλυτα προβλήματα στον πολιτικό τους αντίπαλο, καταλήγουν όχι μόνο να μην κερδίζουν τίποτε από την πολιτική τους αυτή συμπεριφορά, αλλά αντίθετα να απομακρύνουν τις όποιες πιθανότητες είχαν για να τον πλήξουν πολιτικά.

Εάν δε αυτό ήταν το κύριο ζήτημα, ίσως και να γινόταν αποδεκτό, μιας και -όχι άδικα- η πολιτική έχει λάβει χαρακτηριστικά «αρένας».

Το κύριο όμως κατά τη γνώμη μου ζήτημα, είναι οι επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής επιλογής-συμπεριφοράς, τόσο στο γενικό, όσο και στο τοπικό (εάν μπορεί να τα ξεχωρίσει κανείς) δημόσιο συμφέρον.

Γιατί, τι έχει να κερδίσει μια τοπική κοινωνία από την καθυστέρηση λόγω γραφειοκρατίας μιας αθλητικής δραστηριότητας ή της πολεοδομικής αναβάθμισης μιας περιοχής; Πώς ωφελείται κανείς από την αναστολή έναρξης επενδυτικών δραστηριοτήτων; Ποιος μπορεί να είναι ικανοποιημένος από την άναρχη εικόνα μιας πόλης γεμάτης από παράνομα παρκαρισμένα οχήματα;

Ίσως μόνο εκείνοι που τους έχει εμφυτευθεί η ιδέα πως μόνο με την κάθοδο όσων -έστω παροδικά- είναι πάνω από αυτούς, μπορούν να τους φθάσουν.

Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τους μηδενιστικούς διαξιφισμούς κι ας εντρυφήσουμε στην ουσία της πολιτικής. Αυτής που στόχο έχει την ενεργό ανάμειξη με τα κοινά. Είτε ως πολίτες που κλήθηκαν-επιλέχθηκαν για την προάσπιση και την ανάδειξη του δημοσίου συμφέροντος, είτε μέσω μιας σκληρής αλλά εποικοδομητικής κριτικής, που θα προβάλει ισάξια, τόσο την αναγνώριση  και υπόδειξη (με επιχειρήματα) του λάθους, όσο και την ειλικρινή προσπάθεια των πολιτικών αντιπάλων.


Photo άρθρου: "The rape" a painting by Darwin Leon

Τρίτη 23 Απριλίου 2019

Δεν έχω πλέον καμία απορία


Τα πάντα σχεδόν μπορούν να εξηγηθούν, με έναν και μόνον τρόπο. Για έναν και μόνο λόγο.

Τη μη συμμετοχή μας. Την απαξίωση. Την αντίδραση, ακόμα-ακόμα, προς όλες και όλους εκείνους που αποφασίζουν να συμμετέχουν.

Κι έτσι, από την ασφάλεια, την άνεση και τη νιρβάνα που προσφέρουν ο καναπές του σαλονιού και οι δυνατότητες των κοινωνικών δικτύων, διατυπώνουμε τις γνώμες μας για ό,τι συμβαίνει γύρω μας.

Κι όλα καλά. Κάναμε το χρέος μας.

Και ποιος πάει τώρα να ψηφίσει;! Σάμπως θ’ αλλάξει κάτι;! Όλοι ίδιοι είναι!

Ναι. Κι εσύ, ίδιος με όλους.

Άπραγος, αφανής κι αμέτοχος, δίνεις το απόλυτο δικαίωμα στους «άλλους ίδιους», ν’ αποφασίζουν για εσένα.

Αλλά παραμένεις… συνειδητοποιημένος. Εκφράζεις την αγανάκτησή σου. «Βλέπεις» τα στραβά. Κι ενεργός στο διαδίκτυο, με πλήρες προφίλ σε όλα, κατηγορείς τους «άλλους» γιατί δε λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τα δίκαια, τα αυτονόητα, αυτά που «βλέπουν όλοι βρε αδερφέ». Όσοι τουλάχιστον «πατήσαν like» στη δημοσίευσή σου.

Κι αφού έκανες το χρέος σου και σήμερα, ανακούφισες την αγανάκτηση με την διαδικτυακή αποδοχή σου, αλλάζεις απλά δωμάτιο στο σπίτι, για να κοιμήσεις μαζί με το σώμα και τη συνείδησή σου.

Κι όταν, κακιά η ώρα, σου προτείνουν να πάρεις μέρος, να ενεργοποιηθείς, να συμμετέχεις, ν’ αγωνιστείς πραγματικά γι’ αυτά που σκέφτεσαι, που θέλεις, που ονειρεύεσαι για την ζωή σου, υπόσχεσαι απλά τη «στήριξη». Και μ’ ένα «αλίμονο», άντε και με τη θυσία μίας ψήφου,  ξεπλένεις την όποια υποχρέωση… στον εαυτό σου.

Κι όλα καλά.

Δεν έχω λοιπόν καμία, πλέον, απορία.

Ή μάλλον… έχω!

Πώς είναι δυνατό, με όλα όσα μας συμβαίνουν, να καταφέρνουμε ακόμη να επιβιώνουμε;!

Με ποιο θαυμαστό τρόπο, καταφέρνουμε και μετατρέπουμε την κάθε μας ημέρα, σ’ ένα ακόμη γύρισμα μιας απλής, λευκής σελίδας, στο ημερολόγιο της ζωής μας;!

Όμως… τι λέω!

Δεν υπάρχουν πλέον σελίδες στα ημερολόγια.

Μόνο στο αγαπημένο μας κοινωνικό δίκτυο!

Εκεί ζούμε.

«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, (να) προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα…»


Σημ. Η φωτογραφία είναι ο πίνακας του Γ. Γαΐτη "Οι κομφορσμιστές" και ο στίχος από το ποίημα του Βάρναλη "Οι Μοιραίοι"

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

Περί "καρέκλας"


Η μόνιμη επωδός, η ακλόνητη μομφή και ταυτόχρονα … επιχείρημα τόσο «στιβαρό», που αρκεί για να «στηριχθεί» πάνω του όλη η επικοινωνιακή στρατηγική, εκείνων που … για δεκαετίες το εφάρμοσαν !

«Γαντζωμένοι στις καρέκλες»

Όχι, το λένε σοβαρά !

Τι κι αν εδώ και σαράντα χρόνια τα πρόσωπά τους είχαν ταυτιστεί με το αξίωμα που έφεραν.

Τι κι αν μόλις άκουγες το όνομά τους, δε χρειαζόταν καν να ρωτήσεις για το «επάγγελμα».

Τι κι αν ο θείος, ο πατέρας, ο αδελφός, ο ξάδελφος, παρέδιδε το αξίωμα στον ανιψιό, στον γιο, την κόρη, τον κουμπάρο

Τι κι αν ονόματα, πρόσωπα και νεποτισμός, έγιναν ένα και το αυτό, σχηματίζοντας ένα απέραντο και φαινομενικά αδιαπέραστο «τοίχος προστασίας», καλυμμένο πίσω από μία ψευδεπίγραφη ταμπέλα πολιτικού σχηματισμού, με το προκάλυμμα μιας ιδεολογίας.

Όχι. Ανύπαρκτα όλα.

Ετούτοι εδώ. Οι σημερινοί. Είναι «γαντζωμένοι στις καρέκλες» !

Επειδή κατάφεραν κι έσπασαν το «τείχος». Επειδή θίγουν ονόματα, πρόσωπα και οικογένειες. Επειδή «ξηλώνουν» τον «σιδερένιο πλεκτό θώρακα» προστασίας της διαπλοκής, που μάστιζε και μαστίζει -ακόμη- την χώρα. Από τα πρόσωπα, τα ονόματα και τις οικογένειες.

Ναι. Αυτοί. Οι σημερινοί. Οι «γαντζωμένοι στις καρέκλες»

Κι είναι πραγματικά τρομακτικό, το πόσο ο ιδεολογικός (λέμε τώρα) οπαδισμός παρασέρνει τους  ανθρώπους, μετατρέποντάς τους σε τυφλούς και άκριτους υποστηρικτές μιας κατάστασης, μιας νοοτροπίας, που -αποδεδειγμένα- οδήγησε μιαν ολόκληρη χώρα και τους πολίτες της, σε μία χωρίς προηγούμενο οικονομική και ανθρωπιστική κρίση. Από τα ίδια ονόματα, πρόσωπα και οικογένειες.

Αλλά είναι αυτοί. Οι σημερινοί, που «γαντζωθήκαν στις καρέκλες» !

Ας είναι.

Άλλωστε, οι καλύτερες «απαντήσεις», δίνονται με έργα, κι όχι με λόγια του αέρα.

Αν κι εκεί, στον «αέρα», ειδικά της περιοχής μας, σχετικά σύντομα, θα έχουμε ευχάριστα νέα.

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Ποιο μέλλον, ποιας χώρας ... ;

Άλλη μία συνηθισμένη μέρα.
Ξύπνημα από νωρίς και το ραδιόφωνο με μπαταρίες δίπλα στον καφέ και το σακουλάκι του καπνού, με όλα τα απαραίτητα σύνεργα. Τα νέα της ημέρας, ανάμικτα με ανεπαίσθητες στιγμές ελάχιστης απόλαυσης (ή μήπως λήθης), που ψάχνουν να βρουν το νόημά τους σε μικρές γουλιές και μικρά σύννεφα.

Ο δημοσιογράφος, ο πρόεδρος τάδε, ο βουλευτής δείνα και ο αγανακτισμένος ακροατής που όλοι τους εξακολουθούν να πιστεύουν πως κάποτε, στο απώτερο και -σε κάθε περίπτωση- απροσδιόριστο μέλλον, με τη δύναμη ίσως ενός «από μηχανής Θεού», όλα θα φτιάξουν. Κι αν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, ευφυώς είχαν «ανακαλύψει» τη Θεία παρέμβαση που όλα τα διορθώνει στο αρχαίο μας Θέατρο, παρεμβαίνοντας την τελευταία συνήθως στιγμή, στο σημερινό «θέατρο του παραλόγου» της παγκοσμιοποιημένης και τραπεζοκρατούμενης κοινωνίας μας, όσοι ευελπιστούν στον «καλό Θεό» της Ελλάδος για να λύσει τα προβλήματα της χώρας, ίσως θα πρέπει να αναλογισθούν ότι … σε λίγο καιρό δεν υπάρχει πλέον ελληνικό κράτος για να σωθεί !

Το μόνο που θα έχει απομείνει από έναν άλλοτε υπερήφανο λαό, θα είναι μία καρικατούρα του εαυτού του. Μια γελοιογραφία που θα βρίσκει τα ίχνη της στα πρόσωπα όσων τις τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες κυβέρνησαν τον άγιο αυτό τόπο.

Κι αν τα πιο πάνω διαβάζονται με κόπο ή «ακούγονται» σκληρά, πώς αλλιώς μπορεί κάποιος να περιγράψει έναν λαό που, σοκαρισμένος και παραιτημένος πλέον από κάθε ελπίδα, ψάχνει να βρει την τύχη του στο «στοίχημα» και τ’ αλλεπάλληλα «τζακ ποτ», παλεύοντας με την κατάθλιψη που τον περιβάλλει. Περιστοιχιζόμενος από ανθρώπους που χάσκουν κάθε ημέρα εμπρός από μία οθόνη υπολογιστή στις ιστοσελίδες της (και καλά) κοινωνικής δικτύωσης ή των πρωινάδικων, των τούρκικων σήριαλ και των δελτίων ειδήσεων. Και τελικά, ως μόνη πράξη αντίδρασης και «ξεφουσκώματος» της αγανάκτησής του, βρίσκει τη ψεύτικη λύτρωσή του στην αδιάκοπη συζήτηση «επί των πολιτικών εξελίξεων», που με περισσή μαεστρία και πάντοτε επιλεκτικά του σερβίρουν κάθε λίγο τα διαπλεκόμενα μεγαλοκάναλα των Αθηνών. Αρκεί, να παραμένει στο (κατ’ επίφαση) σπίτι του.

Ποια τύχη, ποιο μέλλον, ποιας χώρας μπορεί να βασιστεί σε αυτά τα δεδομένα ;

Χωρίς καν να γίνεται λόγος για το μέγιστο δημογραφικό πρόβλημα που, σε συνδυασμό με τη μαζική εισροή παράνομων μεταναστών, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον (με μαθηματική ακρίβεια), θα αποτελέσουν τους δύο εκείνους παράγοντες που θα δώσουν το δικαίωμα σε μελλοντικούς συγγραφείς να κάνουν λόγο για έναν «κάποτε υπερήφανο λαό που ζούσε στη χερσόνησο του Αίμου»


Ας μην περιμένουμε λοιπόν τον «από μηχανής Θεό». Άλλωστε, οι ίδιοι αρχαίοι δραματουργοί που τον εφηύραν, φρόντισαν να παρεμβάλουν στα αξεπέραστα μέχρι σήμερα έργα τους και το εξόχως διδακτικό «συν Αθηνά και χείρα κίνει». 

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Πώς γίναμε έτσι ;!

Γυρίζω πίσω, μερικές δεκαετίες, όχι πολύ. Κάπου εκεί, στα μέσα του ’70. Πιτσιρικάς, χωρίς να νιώθω τι πραγματικά συμβαίνει γύρω μου. Πώς θα μπορούσα άλλωστε ! Και για ποιο λόγο !

Θυμάμαι όμως …

Θυμάμαι τον κόσμο, τις γιορτές, τις βόλτες κι ένα αίσθημα κούρασης που ερχόταν το βράδυ να βαρύνει τα βλέφαρα, με το κεφάλι ακουμπημένο στα γόνατα του πατέρα.

Δεν ήταν (και δεν είναι) ξέγνοιαστοι οι γονείς μου. Όπως και όλων των φίλων ή των γνωστών μου. Ξυπνούσαν πρωί, πολύ πρωί, κι αρχίναγε το καθημερινό, ρουτινιάρικο πρόγραμμα. Στη βιοτεχνία ενδυμάτων … μέχρι αργά το απόγευμα. Εκεί, και πάλι εκεί.
Εκεί μεγάλωσα. Μέσα στη δουλειά των γονιών μου. Εκεί διάβαζα, εκεί έτρωγα, εκεί ντυνόμουν. Και δεν υπήρχε τίποτε παράξενο σ’ αυτό. Αυτή ήταν η ζωή μας. Και τα χρήματα λίγα, όσα έπρεπε για να μπορεί μια οικογένεια των τεσσάρων (υπάρχει και ο μικρότερος αδελφός) να μην της λείπει τίποτε και να περισσεύει κάτι για την «άκρη».
Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, κάτι έλειπε. Θες η γνώση που έρχεται μεγαλώνοντας, οι ευθύνες που σταδιακά αναλαμβάνεις, ότι κι αν ήταν, κάτι έλειπε. Όχι από εμένα. Από παντού !

Κι έπρεπε να περάσουν χρόνια για να το ανακαλύψω.

Ένα ζεστό μεσημέρι του Μάρτη του ‘12. Ρώτησα τον πατέρα μου με μια δόση χιούμορ «τι ψηφίζουμε φέτος ;». Η απάντηση ήρθε σαν κεραυνός «φέτος, κανέναν …» και ο χαρακτηρισμός παραλείπεται για … ευνόητους λόγους.
Του έλειπε το χαμόγελο ! Ναι, του έλειπε το χαμόγελο και τη θέση του είχε πάρει μιαν αλλόκοτη έκφραση που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι την είχε χρόνια τώρα.
 «Γιατί ;» ρώτησα σαστισμένος προσπαθώντας να μην καταλάβει πως μόλις είχε καθορίσει, με τρεις του λέξεις, την υπόλοιπη ίσως, στάση ζωής του παιδιού του.
«Γιατί, αυτοί που εμπιστευόμουν, χρόνια τώρα, και αποφάσιζαν για μένα, δεν ήταν τελικά άξιοι ούτε για να μου δέσουν τα κορδόνια !»

Κάπως έτσι αλλάζει η ζωή των ανθρώπων.

Σε μια στιγμή, με μια απόφαση που ξέρεις ότι δεν μπορεί να είναι λάθος. Ίσως από κάποιο αρχέγονο ένστικτο που δίνει μορφή στις επιθυμίες, που δίνει σκοπό και βάζει στόχους.
Όχι, δεν θα γινόμουν πολιτικός. Άλλωστε οι ίντριγκες, οι μηχανορραφίες, τα μυστικά και οι περίεργες συμφωνίες, δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου. Εξάλλου, η πολιτική δε θα έπρεπε καν να είναι επάγγελμα !
Αγωνιστής. Ναι, αυτό θα προσπαθήσω να γίνω.

Μήπως και καταφέρω, κάποια στιγμή, να φέρω πίσω το χαμόγελο στα χείλη του πατέρα μου. Στα χείλη όλων των πατεράδων, όλων των γονιών του κόσμου. 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Χάσαμε όλοι, κύριοι ...


Λίγες μόλις ημέρες μετά την διεξαγωγή του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών αλλά, κυρίως, των εκλογών για την ανάδειξη των νέων μελών που η χώρα θα στείλει να μας εκπροσωπήσουν στο Ευρωκοινοβούλιο.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι αρκετό για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Και ίσως να μην είχε άδικο.
Κάποια πράγματα όμως, πρέπει να λέγονται (και να γράφονται) όσο ακόμη το … «σίδερο είναι στη βράση», μήπως και … κολλήσουν στο μυαλό (και τη συνείδηση) όσων με τις αποφάσεις τους καθόρισαν, και θα συνεχίσουν να καθορίζουν, τις μοίρες ενός ολόκληρου λαού.
Έχοντας λοιπόν ως δεδομένα ότι : α) οι Ευρωεκλογές είναι αμιγώς πολιτικές, εφόσον σε αυτές συμμετέχουν κόμματα, κινήματα ή συνασπισμοί κομμάτων, όπως ακριβώς και στις Εθνικές εκλογές, και β) ακριβώς επειδή ΔΕΝ είναι Εθνικές εκλογές, οι πολίτες επιλέγουν να πάνε στις κάλπες με μία πιο χαλαρή (για να το θέσω κομψά) διάθεση αλλά και με έντονο το συναίσθημα της «κριτικής ψήφου», αυτής δηλαδή που θα επιβεβαιώσει ή όχι την κυβερνητική πολιτική που ακολουθήθηκε, ας προσπαθήσω να μεταφέρω την καθαρά προσωπική μου άποψη για το αποτέλεσμά τους.

Λοιπόν, χάσαμε όλοι κύριοι.

 Όλοι όσοι με το δημόσιο λόγο μας προσπαθούμε να πείσουμε τους πολίτες, που διαθέτουν τον πολύτιμο χρόνο τους για να μας ακούσουν, ότι  εμείς κι όχι κάποιος άλλος, έχουμε δίκιο

Και χάσαμε γιατί :
  • Δεν καταφέραμε να πείσουμε το 40% (σχεδόν 4.000.000) των πολιτών, να προσέλθει στις κάλπες για να εκφράσει τη γνώμη του. Ειδικά δε στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, το 45% αυτών !
  • Δεν καταφέραμε να πείσουμε το 9% των πολιτών ότι, με το να μετατρέψουν την δικαιολογημένη αγανάκτηση και οργή τους, σε θετική ψήφο προς νεοναζιστικά μορφώματα, ουσιαστικά επιβεβαιώνουν και διαιωνίζουν το πρόβλημα της πόλωσης, τη γνωστή δηλαδή θεωρία των δύο άκρων, ή οποία βολεύει αφάνταστα αυτούς ακριβώς που ήθελαν να καταδικάσουν με την επιλογή τους. Με άλλα λόγια …ακύρωσαν την ίδια τους την επιλογή
  • Δεν καταφέραμε ακόμη να πείσουμε το 6% των πολιτών ότι, επιβραβεύοντας με την ψήφο τους, έστω και ως μορφή διαμαρτυρίας, ένα καθαρά μηντιακό κατασκεύασμα, που δημιουργήθηκε για ειδικό λόγο και με ειδικό σκοπό, στην ουσία έδωσαν δύναμη σε αυτούς ακριβώς που στην καθημερινότητά τους καταδικάζουν (και σε καμία περίπτωση δεν αναφέρομαι στους υποψηφίους του), και τέλος (αλλά κυρίως)
  • Επιτρέψαμε, με την διαχρονική, πολιτικάντικη και άκρως ψηφοθηρική συμπεριφορά των κεντρικών επιτελείων συγκεκριμένων κομμάτων, να αναδειχθεί ως τρίτη δύναμη στην περιοχή της ΑΜΘ, ένα πολιτικά (πιθανότατα) υποκινούμενο και χρηματοδοτούμενο από ξένη χώρα κόμμα που, ένας Θεός ξέρει, πώς θα εκμεταλλευθεί αυτή του τη θέση
Κι όσο αν κάποιοι καυχώνται ή απλά … επαναπαύονται στα ποσοστά τους, ας εξετάσουν καλύτερα το πόσοι ακριβώς τους ψήφισαν.
Διότι, δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατό να επαίρεται κανείς για την πρωτιά του, όταν έχει 139.000 λιγότερους ψηφοφόρους σε σχέση με τις Εθνικές εκλογές του 2012 (!) ή να κάνει πως δεν κατάλαβε ότι 530.000 πολίτες επέλεξαν, δύο μόλις χρόνια μετά την πρώτη επιλογή τους, να ανακαλέσουν την εμπιστοσύνη τους στην κυβερνώσα παράταξη (!), για να μην αναφερθώ στους 300.000 λιγότερους πολίτες που αρνήθηκαν να … «ποτίσουν» το δένδρο που αντικατέστησε τον … δύοντα «ήλιο» τους.
Όσο λοιπόν, και μέχρι, αυτοί που με το δημόσιο λόγο τους δεν καταφέρνουν να πείσουν (του γράφοντος μη εξαιρουμένου) το σύνολο -αν είναι δυνατό- του κόσμου, να έλθει στις κάλπες για να εκφράσει τη γνώμη του, όσο εμείς ως πολίτες, απόγονοι και κληρονόμοι μιας χώρας που δίδαξε τη δημοκρατία, το διάλογο και τον πολιτισμό, δε συνειδητοποιούμε ότι απέχοντας από την επιλογή αυτών που μας εκπροσωπούν, απέχουμε ουσιαστικά καταδικάζοντας τις ίδιες τις ζωές μας, τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει.


Μέχρι τότε, κανείς μας δεν έχει νικήσει κύριοι. Χάσαμε όλοι.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Τετέλεσται (;)

Τα τελευταία Χριστούγεννα είναι πιθανό ότι θα περάσουν εκατοντάδες χιλιάδες συνάνθρωποί μας στα σπίτια τους.

Τα πιο ακραία, τα πιο ανελέητα ηθικά και κοινωνικά νομοσχέδια, απότοκα των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει οι υπάλληλοι κυβερνήτες μας, ψηφίσθηκαν το Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013 (μία ακόμη μαύρη ημέρα για την Ελλάδα), από 152 υφισταμένους των υπαλλήλων που προαναφέρθηκαν.

Τους σέρβιραν τις σάρκες μας, κι εκείνοι πλαταγίζοντας τ’ αχόρταγα χείλη τους, γεύτηκαν τον καρπό των ανεκδιήγητων «σκληρών» τους διαπραγματεύσεων, κι ως άλλοι … γενόσημοι Σαμψών αναφώνησαν … «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων».

ΝΑΙ, « … των αλλοφύλων». Γιατί κανείς Έλληνας, κανείς πατριώτης, κανείς βουλευτής που έχει ορκισθεί να υπηρετεί το Σύνταγμα της Ελλάδας, δεν θα τολμούσε να σκεφθεί καν, πως με την ψήφο του θα έστελνε τους συμπολίτες του στο πεζοδρόμιο της ανέχειας και της παντελούς εξαθλίωσης.

Οι μήτρες των λιάπηδων και των τσοχατζόπουλων που εκπροσωπείτε, αποτελούν πλέον τα πιο στείρα όργανα δημιουργίας πολιτικής σκέψης και πρακτικής, που έχουν υπάρξει ποτέ σε αυτή τη χώρα.

Τα δύο αυτά νομοσχέδια κύριοι, αυτό για τον Ενιαίο Φόρο Ακινήτων, που ουσιαστικά αποτελεί νέο φορολογικό νομοσχέδιο, εφόσον από τα 55 άρθρα του μόνο τα 13 αφορούν τον προαναφερόμενο φόρο, κι εκείνο για την απελευθέρωση (και όχι προστασία) των πλειστηριασμών της πρώτης και κύριας κατοικίας των Ελλήνων, να είστε σίγουροι ότι θα αποτελέσουν τα δύο τελευταία καρφιά, στο φέρετρο της παραπαίουσας κυβέρνησής σας.