Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Προς μία νέα ή μετά-ψυχροπολεμική εποχή;

 

Η επίθεση-εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στα τέλη Φεβρουαρίου 2022, άνοιξε -πέραν των καθαρά στρατιωτικών αναλύσεων- ένα αρκετά αναλυτικό πεδίο συζητήσεων όσον αφορά τόσο στους ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους-επιδιώξεις των επιτιθέμενων και τον τρόπο ή/και χρόνο επίτευξής τους (ή όχι), όσο και στις διεθνείς επιπτώσεις -πέραν των κοινωνικοοικονομικών- που η ενέργεια αυτή της Ρωσίας θα επέφερε, σχεδόν σε πρώτο χρόνο, όσον αφορά στις συσχετίσεις ισχύος και επιρροής των (πάλαι ποτέ) «μονομάχων» της ψυχροπολεμικής εποχής.

Προσπαθώντας κανείς να ιχνηλατήσει τους ευρύτερους στόχους της Ρωσίας, πέραν αυτών που μπορούν να γίνουν άμεσα αντιληπτοί και αφορούν αυτή καθεαυτή την (γεω-πολιτική) Ουκρανία της «επόμενης ημέρας», θα μπορούσε να αναφερθεί σε μία σειρά επιδιώξεων, από τις οποίες κάποιες έχουν ήδη επιτευχθεί. Η κυριότερη εξ αυτών αφορά την επαναφορά της Ρωσίας ως εμφανώς υπολογίσιμης και δρώσας (ακόμη και στρατιωτικής) δύναμης στο γεωπολιτικό γίγνεσθαι. Κι εάν κάτι τέτοιο μπορεί να ειπωθεί ότι δεν αποτελεί έκπληξη, δεν ήταν καθόλου δεδομένο ως μέρος της (υπό διαμόρφωση μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ) νέας ρωσικής ταυτότητας, στη συνείδηση του κοινωνικού, πολιτικού αλλά και στρατιωτικού δυναμικού της χώρας.

Η Ρωσία των πρώτων ετών της δεκαετίας του ’90, έχοντας υποστεί ένα -ταυτόσημο με αυτό της σοβιετικής επανάστασης των αρχών του 20ου αι.- σοκ από την πτώση της ιδεολογικής (ως συνεκτικού ιστού της κοινωνίας), πολιτικής και στρατιωτικής της ταυτότητας, παρακολουθούσε χωρίς καμία δυνατότητα αντίδρασης τους μέχρι πρότινος αντιπάλους να πλησιάζουν -και όχι μόνο στον αμυντικό τομέα- στα σύνορά της. Έχοντας χάσει μεγάλο μέρος (ή/και ολοκληρωτικά) από τη δύναμη επιβολής-επιρροής της στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, αλλά και στα κράτη «ανάσχεσης κινδύνου» (ή «πρώην ανατολικού μπλοκ», όπως τα γνωρίζουμε), ένιωθε μία όλο και πιο αυξημένη πίεση, ακριβώς από την κατεύθυνση που κατ’ επανάληψη στο παρελθόν είχε δεχτεί σφοδρές στρατιωτικές επιθέσεις. Τα δυτικά της σύνορα.

Η ανασφάλεια που δημιουργήθηκε στο πολιτικό (κυρίως) δυναμικό της χώρας, παράλληλα με την (υποχθόνια) ελπίδα «αναβίωσης» του «παλαιού μεγαλείου», είχε ως αποτέλεσμα τη στροφή της πολιτικής έκφρασης της κοινωνίας στην αναζήτηση ηγέτη που θα εξέφραζε αυτήν ακριβώς την προοπτική. Και καθώς οι -διαχρονικά- αυταρχικές μορφές διοίκησης δεν ήταν κάτι που ξένιζε το συλλογικό υποσυνείδητο της χώρας, ενώ ταυτόχρονα «απολάμβανε» τις ελευθερίες του «δυτικού τρόπου ζωής», δεν άργησε να «λάμψει το άστρο» του Βλαδίμηρου Πούτιν.

Αργά αλλά σταθερά, η νέα Ρωσία ξεκίνησε να χτίζεται πάνω στα «ερείπια» της πρώην σοβιετικής ένωσης, έχοντας ενσωματώσει (χωρίς να αφομοιώσει) τις δυτικές συνήθειες και εκμεταλλευόμενη κάθε ιστορικό, πολιτικό και γεωγραφικό της πλεονέκτημα. Με το βλέμμα στραμμένο -αρχικά- στην εδραίωση (και επέκταση) της οικονομικής της επιρροής και χρησιμοποιώντας καθαρά «δυτικού τύπου» τακτικές, η ανάδυσή της στο διεθνές (και όχι απλά περιφερειακό) γεωπολιτικό στερέωμα ως σημαντικής και υπολογίσιμης δύναμης, δεν άργησε να συμβεί.

Με απλά λόγια, η Ρωσία του 1970, σε σχέση με αυτή του 2000, αλλά και αυτή του 2022, είναι τρία διαφορετικά πράγματα.

Κι εάν στις αρχές του 21ου αι. αυτό που τη διαφοροποιούσε από το ιστορικό και πολιτικό παρελθόν της ήταν η οικονομική της ανάπτυξη και οι (εξ αυτής κυρίως  κατευθυνόμενες) διεθνείς της σχέσεις, είκοσι χρόνια μετά είναι η επαναφορά της στο αμυντικό δόγμα του σοβιετικού παρελθόντος της. Η γεωπολιτική σημασία της επίθεσης-εισβολής της Ρωσίας στη γειτονική Ουκρανία, αποτελεί ιστορικό ορόσημο αλλαγής πολιτικής, παρόμοιο (όχι ταυτόσημο) με αυτά της σοβιετικής επανάστασης και της μετέπειτα κατάρρευσης της σοβιετικής ένωσης.

Αυτό όμως που πιθανόν να μην γίνεται άμεσα αντιληπτό από τη σημερινή ρωσική ηγεσία, είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι γεωπολιτικές διαμορφώσεις και οι συσχετισμοί δυνάμεων του σήμερα, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με αυτές της ψυχροπολεμικής εποχής.

Ο διπολικός κόσμος των ετών μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, έχει πλέον παραχωρήσει τη θέση του σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία, με ανεξάρτητους και ημι-ανεξάρτητους δρώντες, οι οποίοι διεκδικούν τη θέση και την αναγνώριση της ισχύος τους, σε μία νέα πολύ-πολική εποχή. Είναι το ίδιο ακριβώς πλαίσιο εντός και στο οποίο στηρίχθηκε και αναδύθηκε η νέα Ρωσία.

Έχοντας διδαχθεί και κατανοήσει τη δύναμη της οικονομίας, η οποία αντικατέστησε τις κανονιοφόρους για την επιβολή της αρχής της αποτελεσματικότητας, όπου η Ισχύς δημιουργεί το Δίκαιο, προσπαθεί να κερδίσει πλέον και στο πεδίο της αμυντικής-στρατιωτικής ικανότητας, μέσω της επέκτασης και της αμυντικής της επιρροής, διεκδικώντας δυναμικά την επαναδημιουργία μιας (ιδιότυπης πλέον) «ζώνη ανάσχεσης» στα Νότια και Δυτικά της σύνορα.

Η λάθος εκτίμηση, εάν υπάρχει τέτοια, βρίσκεται στη μη σωστή ίσως εκτίμηση από πλευράς της ηγεσίας της, μίας παράλληλα και διαρκώς ανερχόμενης δύναμης. Της Κίνας. Κι ενώ οι πολιτικές και οικονομικές σχέσεις των δύο (τεράστιων από κάθε άποψη) χωρών, δείχνουν να βρίσκονται στο καλύτερό τους σημείο, εν τούτοις είναι η Κίνα αυτή που ήδη έχει και θα «έχει το πάνω χέρι» και την επόμενη ημέρα στις μεταξύ τους σχέσεις.

Η ανάδυση λοιπόν της νέας Ρωσίας του 21ου αι., και η δυναμική της επανεμφάνιση με την επίθεση-εισβολή της στην Ουκρανία, στο αμυντικό-στρατιωτικό γίγνεσθαι του σήμερα, ενώ έχει στοιχεία μιας «νέο-ψυχροπολεμικής εποχής», με την έννοια μιας αναβίωσης-συνέχειας των ετών μετά το τέλος του Β’ΠΠ, ουσιαστικά σηματοδοτεί την έναρξη μίας μετά-ψυχροπολεμικής εποχής. Μία ρήξη με το παρελθόν και όχι μία συνέχειά του.

Και αυτό, πρόκειται πλέον να επηρεάσει κάθε πτυχή της ζωής στον πλανήτη τα επόμενα χρόνια.


(photo από SLpress)

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

Μηδενιστικοί διαξιφισμοί

 

Κάποια στιγμή, έστω και περιγραφικά, μερικά πράγματα πρέπει να ειπωθούν με το όνομά τους.

Είναι καιρός τώρα που ξεκίνησε να με προβληματίζει το ερώτημα για το ποια θα πρέπει να είναι η στάση ενός συνειδητά ενεργού πολίτη στα πολιτικά (γενικότερα) και κοινωνικά (ειδικότερα) δρώμενα, τόσο της περιοχής στην οποία ζει και δραστηριοποιείται, όσο και ευρύτερα.

Θα ήταν παράλειψη βέβαια να μην επισημανθεί ότι, τόσο ο χρόνος, όσο και ο τόπος (αλλά και ο τρόπος) που επιλέγει κανείς για να δημοσιοποιήσει την «παρουσία» του, έχουν τη σημασία τους.

Εν μέσω -λοιπόν- εξαιρετικά σημαντικών γεγονότων, κυρίως στη γεωπολιτική «σκακιέρα». η εξέλιξη των οποίων επηρεάζει άμεσα την περιοχή μας, η κατάθεση άποψης, όσο υποκειμενική κι αν είναι, θα πρέπει να προσθέτει και όχι να αφαιρεί από τη γενική προσπάθεια αναβάθμισης, τόσο της γεωγραφικής, όσο και της κοινωνικής συνιστώσας των ζητημάτων που μας απασχολούν.

Στο πνεύμα αυτό, κάθε προσπάθεια, όχι μιας αποδεκτά έντονης κριτικής αλλά του απόλυτου μηδενισμού των αποφάσεων αυτών που κλήθηκαν-επιλέχθηκαν από εμάς για να υπηρετήσουν το δημόσιο (τοπικό ή άλλο) συμφέρον, όχι απλά δεν βοηθά, αλλά γεννά βάσιμες υποψίες για τον ρόλο όσων επιλέγουν αυτήν την πολιτική πρακτική.

Κι εάν στην κεντρική πολιτική σκηνή, όπου τα συμφέροντα είναι τεράστια και (στις περισσότερες των περιπτώσεων) απρόσωπα, επηρεάζουν δε και επηρεάζονται από τις παγκόσμιες εξελίξεις, στις μικρές, τοπικές κοινωνίες όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, κάθε προσπάθεια απόλυτου μηδενισμού και όχι (επαναλαμβάνω) έστω έντονης, αλλά σε καμία περίπτωση εποικοδομητικής κριτικής, γίνεται άμεσα αντιληπτή από τους εκλογείς, μιας και -όπως προείπα- γνωρίζουν καλά πρόσωπα και καταστάσεις.

Το αποτέλεσμα δε της πρόσληψης των πολύ δυσάρεστων αυτών καταστάσεων από τους πολίτες, κι εάν κανείς δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον-συμφέρον από αυτές, είναι μία παντελής απαξίωση των πάντων, μία αίσθηση αποστροφής. Όχι απλά για τις καταστάσεις, αλλά και για τα ίδια τα πρόσωπα που τις προκαλούν.

Εντοπίζεται λοιπόν ένα σχήμα οξύμωρο. Εκείνοι που με τις δημόσιες τοποθετήσεις ή και ενέργειές τους, μηδενίζουν ή προκαλούν δυσεπίλυτα προβλήματα στον πολιτικό τους αντίπαλο, καταλήγουν όχι μόνο να μην κερδίζουν τίποτε από την πολιτική τους αυτή συμπεριφορά, αλλά αντίθετα να απομακρύνουν τις όποιες πιθανότητες είχαν για να τον πλήξουν πολιτικά.

Εάν δε αυτό ήταν το κύριο ζήτημα, ίσως και να γινόταν αποδεκτό, μιας και -όχι άδικα- η πολιτική έχει λάβει χαρακτηριστικά «αρένας».

Το κύριο όμως κατά τη γνώμη μου ζήτημα, είναι οι επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής επιλογής-συμπεριφοράς, τόσο στο γενικό, όσο και στο τοπικό (εάν μπορεί να τα ξεχωρίσει κανείς) δημόσιο συμφέρον.

Γιατί, τι έχει να κερδίσει μια τοπική κοινωνία από την καθυστέρηση λόγω γραφειοκρατίας μιας αθλητικής δραστηριότητας ή της πολεοδομικής αναβάθμισης μιας περιοχής; Πώς ωφελείται κανείς από την αναστολή έναρξης επενδυτικών δραστηριοτήτων; Ποιος μπορεί να είναι ικανοποιημένος από την άναρχη εικόνα μιας πόλης γεμάτης από παράνομα παρκαρισμένα οχήματα;

Ίσως μόνο εκείνοι που τους έχει εμφυτευθεί η ιδέα πως μόνο με την κάθοδο όσων -έστω παροδικά- είναι πάνω από αυτούς, μπορούν να τους φθάσουν.

Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τους μηδενιστικούς διαξιφισμούς κι ας εντρυφήσουμε στην ουσία της πολιτικής. Αυτής που στόχο έχει την ενεργό ανάμειξη με τα κοινά. Είτε ως πολίτες που κλήθηκαν-επιλέχθηκαν για την προάσπιση και την ανάδειξη του δημοσίου συμφέροντος, είτε μέσω μιας σκληρής αλλά εποικοδομητικής κριτικής, που θα προβάλει ισάξια, τόσο την αναγνώριση  και υπόδειξη (με επιχειρήματα) του λάθους, όσο και την ειλικρινή προσπάθεια των πολιτικών αντιπάλων.


Photo άρθρου: "The rape" a painting by Darwin Leon

Τρίτη 13 Απριλίου 2021

Πώς είπατε;!

 

Θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν τραγικό!

Εδώ και δεκαετίες, γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, ζούμε και συνεχώς εκπαιδευόμαστε με σκοπό την προσωπική επιτυχία.

Στα αθώα μάτια των ανήλικων παιδιών μας, μοιάζει με εξωγήινη οποιαδήποτε παραίνεση (εάν ποτέ υπάρξει) με τις άγνωστες λέξεις «ευγενής» και «άμυλα» συνταιριαγμένες μεταξύ τους.

Στην γεμάτη ύποπτη περιέργεια και αμφισβήτηση ματιά των ενηλίκων εφήβων μας, όταν ψελλίσουμε με θάρρος πως είναι το συλλογικό καλό που πρέπει να τους ενδιαφέρει κι όχι η δική τους προβολή, μας αποστομώνουν μ’ εκείνο το «κι εσύ τι έκανες;».

Κι όταν πια στην ενήλικη ζωή, γκρεμίζεται απ’ τα ύψη του Ολύμπου το υπερφίαλο «εγώ» μας κάθε φορά που αναφερόμαστε στο «εμείς», έρχονται στιγμές που μία κατάσταση που απαιτεί (δεν ζητά) ομοψυχία, αναγκάζει όλους εκείνους που έστησαν, διατηρούν και διαιωνίζουν το δόγμα της «με κάθε κόστος προσωπικής επιτυχίας», να εμφανίζονται πλέον ως «παλιάτσοι στο τσίρκο» της ζωής μας, όταν με περισσή υποκρισία εμφανίζονται προκλητικά ως υποστηρικτές της «εθνικής ομοψυχίας».

Για ποια συλλογική υπομονή λοιπόν;

Για ποια συλλογική ή ατομική ευθύνη;

Για ποια εθνική ομοψυχία και παλλαϊκή προσπάθεια μιλούν αυτοί που δεν πιστεύουν λέξη απ’ όσα ξεστομίζουν;

Πότε, τα τελευταία δεκάδες χρόνια, καλλιεργήθηκαν αυτού του είδους τα συναισθήματα, όχι απλά ως τρόπος ζωής σε έκτακτες καταστάσεις, αλλά ως λόγος ύπαρξης «στο διάβα» της ζωής μας;

Ας μην απορούμε λοιπόν όταν κάθε έκκληση απ’ οποιονδήποτε, θεσμικό ή όχι, φορέα «πέφτει στο κενό».

Είναι ο τρόπος που εκπαιδευθήκαμε, που μάθαμε να ζούμε, ο μόνος τρόπος να πετύχουμε το στόχο της «προσωπικής επιτυχίας».

Κι εφόσον κάτι τέτοιο είναι πλέον τραγικό, δεν παύει απλά να είναι γελοίο.

Είναι ο μόνος τρόπος που ξέρουμε.

Αλλά και πάλι… ίσως όχι όλοι.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Δημοτικοί προβληματισμοί

 

  Είναι καιρός τώρα που αποφεύγω συνειδητά να ασχοληθώ με όσα συμβαίνουν στην τοπική αυτοδιοίκηση Α’ βαθμού, ειδικότερα δε με τον Δήμο Καβάλας. Ίσως επειδή η ελπίδα μου στην βαθιά κατανόηση του πλήρους νοήματος της απλής αναλογικής από εκείνους που κλήθηκαν να την εφαρμόσουν στην πράξη, αποδείχθηκε τελικά τόσο φρούδα, όσο και το να περιμένει κανείς πως η ανθρώπινη ματαιοδοξία θα εξέλιπε μονομιάς λόγω ενός νομοθετήματος. Πίστευα πως, ειδικά στους Δήμους όπου οι άνθρωποι συγχρωτίζονται καθημερινά, που γνωρίζονται, που συμμετέχουν σε μία κοινή ζωή, στον ίδιο περιορισμένο τόπο, θα έβρισκαν τον κοινό βηματισμό που χρειάζεται μία μικρή κοινωνία για να προχωρήσει μπροστά.

  Σήμερα, ακόμη και μετά τις «μεταμορφώσεις» χάριν της «κυβερνησιμότητας» που υπέστη ο νόμος, κάτι τέτοιο μοιάζει αδύνατο. Γι’ αυτό και είναι σχεδόν έτοιμη η πλήρης ανατροπή του.

  Πράγμα όχι παράδοξο μιας και -τελικά- αυτό που ως λαός έχουμε βαλθεί (θαρρεί κανείς) και αποδεικνύουμε με ευλαβική προσήλωση, είναι πως δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε κοινωνικά, εάν δεν υπάρχει κάποιος που να μας καθοδηγεί. Όση περισσότερη ελευθερία μας παρέχεται, όσα περισσότερα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα αποκτούμε, τόσο περισσότερο ψάχνουμε τον τρόπο να τα υπερβούμε, συμπεριφερόμενοι ως «ταύροι εν υαλοπωλείο», επικαλούμενοι διαρκώς τα… δικαιώματά μας!

  Στην περίπτωση δε της συγκρότησης των Δημοτικών Συμβουλίων, ειδικότερα εκεί όπου η πλευρά του Δημάρχου δεν έχει την πλειοψηφία των Συμβούλων, το ατομικό και πολιτικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, κυρίως από την πλευρά των αντιπολιτευόμενων παρατάξεων, αποδεικνύεται ως η «αχίλλειος πτέρνα» της τοπικής αυτοδιοίκησης, όσον αφορά στην ομαλή διεξαγωγή των συζητήσεων, αλλά και των αποφάσεων που τελικά λαμβάνονται εντός του ανώτατου αυτού τοπικού συλλογικού οργάνου.

  Σημαίνει αυτό πως ο εκάστοτε Δήμαρχος που είχε την ατυχία να βρεθεί και είναι αναγκασμένος να λειτουργήσει-διοικήσει εντός ενός τέτοιου πλαισίου, είναι άμοιρος ευθυνών; Κάθε άλλο. Είναι ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις όπου η ανάγκη ανάδειξης των ηγετικών του ικανοτήτων, εάν φυσικά τις διαθέτει, θα πρέπει να κάνουν την εμφάνισή τους. Και στις ικανότητες αυτές, δεν περιλαμβάνεται η ευθιξία αλλά η ψυχραιμία, δεν περιλαμβάνεται ο θυμός αλλά η αυτοσυγκράτηση, η σύνεση και ο ορθός, δίκαιος λόγος.

  Όσο λοιπόν περισσότερο η (δυστυχώς) θεμιτή πολιτικά, προσπάθεια δημόσιας ανάδειξης των αρνητικών στοιχείων, ακόμη και του χαρακτήρα ενός Δημάρχου γίνεται εμφανής, τόσο περισσότερο εκείνος θα πρέπει να υψώνει απέναντί τους το τείχος, όχι των δυνατοτήτων που του δίνει ο νόμος να διοικήσει, αλλά των ικανοτήτων του να συνθέσει μέσω του ήπιου λόγου και των επιχειρημάτων του.

  Στην εξαιρετικά όμως δύσκολη θέση αντιμετώπισης ενός αντιπολιτευόμενου και πλειοψηφικού εντός του Δημοτικού Συμβουλίου «μπλοκ», που μοναδικό του ίσως σκοπό έχει την παντελή απαξίωση, τόσο προσωπικά όσο και πολιτικά του ίδιου και της «ομάδας» του, αυτό που επιβάλλεται (κατά τη γνώμη μου) να γίνει, είναι η όσο το δυνατόν περισσότερη και σε ευρεία κλίμακα επάν-επικοινωνία του με το σώμα που τον ανέδειξε, υπενθυμίζοντας όχι τον τρόπο αλλά τους λόγους που εκείνος και όχι κάποιος άλλος βρίσκεται σε αυτήν τη θέση.

  Με αυτόν τον τρόπο, υπό προϋποθέσεις κι εάν «τελεί εν δικαίω», ίσως καταφέρει να απο-νομιμοποιήσει ένα από τα βασικά επιχειρήματα εκείνων που του «επιτίθενται». Αυτό της επίκλησης της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης της τοπικής κοινωνίας.

  Έτσι, σταδιακά, η θεμιτή σύγκρουση των παρατάξεων εντός του Δημοτικού Συμβουλίου, θα λάβει τη μορφή που πρέπει να έχει. Αυτή της αντιπαράθεσης των επιχειρημάτων με σκοπό τη λήψη των ορθότερων αποφάσεων και όχι της ανώφελης φωνασκίας με σκοπό την προσωπική ανάδειξη ματαιόδοξων «επιγόνων» και φιλόδοξων «παραγόντων».

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Και ο κόσμος ανάσανε!

 

Χωρίς την παρουσία του πολυπληθούς ακροατηρίου αλλά με την ίδια διάθεση εντυπωσιασμού μέσω ενός τελετουργικού βασισμένου σε χολιγουντιανά πρότυπα, ακόμη και των εξαιρετικών σε μέγεθος και έκταση μέτρων ασφαλείας ορκίσθηκε ο 46ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής κ. Τζο Μπάϊντεν.

Και ο κόσμος ανάσανε!

Ιδιαίτερα δε στην Ελλάδα, οι αντιδράσεις θυμίζουν έντονα, κατά παράδοξο με βάση τη λογική (όχι όμως για τη χώρα μας) τρόπο, παρόμοιες τέτοιες, όταν στην ίδια θέση πριν τέσσερα χρόνια είχε ορκιστεί ο -απελθών πλέον- Ντόναλντ Τραμπ. Αντιδράσεις και προσδοκίες που δεν άργησαν να διαψευστούν, όταν ο πρώην πρόεδρος ύψωνε, κάθε φορά που χρειαζόταν, ένα ισχυρό τοίχος προστασίας προς τον «μεγάλο σκακιστή» (όπως τον είχε αποκαλέσει) πρόεδρο της Τουρκίας Ρ.Τ.Ερντογάν.

Πόσο αυτό πρόκειται να αλλάξει; Σε γενικές γραμμές, αρκετά. Όχι όμως με τέτοιο τρόπο που θα οδηγούσε την Τουρκία, ως χώρα και όχι ως «Ερντογάν», να απομακρυνθεί εντελώς από αυτό που αποκαλούμε «Δύση», όταν πρόκειται να περιγράψουμε μονολεκτικά τον δημοκρατικό και προοδευτικό τρόπο διακυβέρνησης.

Όσο κι εάν ο γερουσιαστής Ρ. Μενέντεζ, θερμός υποστηρικτής των κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας με βάση τον αμερικανικό νόμο CAATSA, πρόκειται να αναλάβει χρέη προέδρου της πανίσχυρης Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, όσο κι εάν ο νέος «υπουργός» («γραμματέας» σύμφωνα με το αμερικανικό συνταγματικό πρότυπο) Εξωτερικών Α. Μπλίνκεν δήλωσε πως η Τουρκία «δεν συμπεριφέρεται ως σύμμαχος των ΗΠΑ», όσους -τέλος- Ελληνοαμερικανούς κι εάν εντοπίσουμε στο νέο κυβερνητικό επιτελείο του προέδρου Μπάϊντεν, ένα είναι το μόνο απολύτως σίγουρο. Το σύνολο των ενεργειών, του συνόλου των στελεχών της διακυβέρνησης Μπάϊντεν, θα κινηθεί προς την κατεύθυνση επαναφοράς της Τουρκίας στους «κόλπους» της «Δύσης».

Ο τρόπος, ή οι τρόποι που θα επιλεγούν, ώστε αυτός ο στρατηγικός στόχος να επιτευχθεί, θα λάβουν τη μορφή της γνωστής μεθόδου «καρότο και μαστίγιο», ξεκινώντας από το «μαστίγιο», ή αλλιώς «κυρώσεις».

Με δεδομένο το γεγονός -εδώ και αρκετά χρόνια- πως η τουρκική οικονομία δεν βρίσκεται και στα καλύτερά της, εάν προσθέσει κανείς και την τελευταία εξέλιξη της συμφωνίας του Κατάρ (που στήριζε σθεναρά την τουρκική οικονομία) με τις αραβικές χώρες, απομακρύνοντάς το από την «επιρροή» του Ιράν, αλλά και τη  δεδομένη πιο ενεργή στροφή της πολιτικής Μπάϊντεν προς τις χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ασίας, που θα ελαττώσει (εάν δεν στερήσει) την πιθανότητα περαιτέρω προσέγγισης της Τουρκίας με αυτές, είναι απλές πλέον οι κινήσεις που μπορούν να αναλάβουν οι ΗΠΑ, προς την κατεύθυνση των κυρώσεων εναντίον του καθεστώτος Ερντογάν.

Θα πρέπει πάντως να προστεθεί πως, ακριβώς λόγω του καθεστώτος Ερντογάν, είναι εξαιρετικά δύσκολο για τις ήδη άριστες και πολυεπίπεδες σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας, η άμεση και απόλυτη στροφή της πρώτης προς τις ΗΠΑ. Έτσι, εάν δεν υπάρξει κάποια δραματική αλλαγή στα πολιτικά πράγματα της εξ ανατολών γείτονος, η διαδικασία αυτή είτε θα τραβήξει σε μάκρος, είτε θα προκαλέσει πολιτική αναταραχή στην Τουρκία. Μία πολιτική αναταραχή που είναι πιθανό να προκαλέσει την έντονη «εξωτερίκευση» της κρίσης, προς την πλευρά -κυρίως- της Ελλάδας ή/και της Κύπρου.

Αυτό όμως που θα πρέπει επίσης να απασχολεί την Ελλάδα, είναι η πολιτική που θα ακολουθήσει, όχι μόνο το κυβερνητικό επιτελείο του προέδρου Μπάϊντεν, αλλά και το γραφειοκρατικό και επιχειρηματικό -κυρίως- κατεστημένο της αμερικανικής πολιτικής, όσον αφορά τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα δε τη Γαλλία, την αφρικανική «ζώνη του Σαχέλ» (χώρες της υποσαχάριας Αφρικής), όσο και τις χώρες συμμάχους μας στην ευρύτερη περιοχή, όπως είναι η Αίγυπτος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αλλά και η εν εξελίξει προσέγγισή μας με την Ινδία.

Τόσο σε επίπεδο διπλωματικών, όσο και των οικονομικών, ειδικά δε των στρατιωτικών, προσεγγίσεων (για να το θέσουμε… διπλωματικά) της χώρας μας με το σύνολο των ανωτέρω χωρών, δεν αποκλείεται να δοκιμαστούν, παράλληλα με τις κινήσεις των ΗΠΑ προς την πλευρά της Τουρκίας.

Η εμπειρία όχι και τόσο παλαιότερων ετών της διακυβέρνησης των δημοκρατικών στις ΗΠΑ, κυρίως όσον αφορά στην υπεράσπιση των συμφερόντων τους στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής αλλά και της Βόρειας Αφρικής, κι εάν οι δεσμοί που είχαν τότε συμπτυχθεί με οντότητες που αντιστρατεύονταν (το λιγότερο) τις στρατηγικές επιδιώξεις της χώρας μας, είναι σίγουρο πως δεν είναι και η καλύτερη.

Σε κάθε περίπτωση, έχοντας πάντα υπ’ όψιν μας πως αυτό που καθορίζει και οριοθετεί τις διεθνείς σχέσεις είναι η «ισχύς» και το «συμφέρον», αυτό που δεν θα πρέπει να περιμένουμε από τη νέα κυβέρνηση Μπάϊντεν, είναι ένας άκρατος φιλελληνισμός, όπως αυτός παρουσιάζεται τις τελευταίες ημέρες από τα ελληνικά ΜΜΕ. Με δεδομένο πως κάθε χώρα επιβάλλεται να καθορίζει και να επιδιώκει μόνη (και με τους εκάστοτε συμμάχους της) τις στρατηγικές επιλογές της, αλλάζοντας απλά τα σχέδια δράσης της (και όχι τον επιδιωκόμενο σκοπό) κάθε φορά που διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν τις επιλογές της, η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει το (με ελάχιστες εξαιρέσεις) εδώ και εικοσιπέντε περίπου χρόνια «δόγμα» της παθητικής και -ενδεχομένως- φοβικής εξωτερικής της πολιτικής, και να υιοθετήσει αυτό μιας ενεργητικής και με διαρκείς διεθνείς πρωτοβουλίες πολιτική.

Μία πολιτική που θα την απομακρύνει από την φινλανδοποίησή της, θέτοντας σταθερές βάσεις, τόσο για την ευκολότερη στήριξη, όσο και  για την ομαλότερη έξοδο της χώρας από τη νέα οικονομική κρίση που διαφαίνεται στον ορίζοντα, όσο βαδίζουμε προς το τέλος της υγειονομικής τέτοιας.