Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΟΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΟΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Από τη Μεταπολίτευση στη Νέα Πολιτική Γεωγραφία: Πλουραλισμός, κρίση αντιπροσώπευσης και η αναδιάταξη του ελληνικού κομματικού συστήματος

 

  Ο παραδοσιακός δικομματισμός που χαρακτήριζε το ελληνικό κομματικό σύστημα, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης, κλονίσθηκε με την είσοδο της χώρας στην (τότε) ΕΟΚ και την κοινωνικοπολιτική ώσμωση που δημιούργησε η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου. Η ταυτόχρονη απώλεια της εξουσίας από την Νέα Δημοκρατία και η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ από κίνημα σε κόμμα εξουσίας, δημιούργησαν τις συνθήκες για την οριστική μεταμόρφωση του πολωτικού δικομματικού συστήματος σε «λανθάνων» πλουραλιστικό. Λανθάνων γιατί η ανάγκη που αναδύθηκε για την εκπροσώπηση των νέων κοινωνικών, οικονομικών και επαγγελματικών ομάδων, ερχόταν σε σύγκρουση με την άρνηση απαγκίστρωσης των κομμάτων εξουσίας από το πελατοκεντρικό σύστημα λειτουργίας τους.

  Η ίδια όμως η δημιουργία πλουραλιστικών κομμάτων στη χώρα, προϋπέθετε έναν υγιή εσωκομματικό διάλογο με συνθέσεις και συμβιβασμούς, που θα προσέδιδαν ευελιξία απέναντι στις κοινωνικοπολιτικές μεταβολές και θα απέκλειαν μία ομοιόμορφη ιδεολογική ταυτότητα. Έτσι, με στόχο τη μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα που θα προσέλκυε και μεγαλύτερο αριθμό ψηφοφόρων, αρχικά το ΠΑΣΟΚ υπό τον μανδύα του «εκσυγχρονισμού» και στη συνέχεια η Νέα Δημοκρατία με το όραμα της «μεγάλης κεντροδεξιάς παράταξης», καταβάλουν προσπάθειες να απεκδυθούν τις διαχωριστικές ταμπέλες του «αριστερά – δεξιά». Παράλληλα δημιουργούνται οι συνθήκες για την ανάδυση νέων κομματικών σχηματισμών που προσπαθούν να εκμεταλλευθούν αυτό ακριβώς το κενό, είτε προσελκύοντας «άστεγους» ιδεολογικά δεξιούς και αριστερούς ψηφοφόρους, είτε «καβαλώντας το κύμα» κοινωνικών, οικονομικών ή/και διεθνών εξελίξεων.

  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική κρίση του 2010 και ο «εκλογικός σεισμός» του 2012 αποτελούν οριακά σημεία του κομματικού μετασχηματισμού της χώρας. Oι «ανίερες συμμαχίες» των προηγούμενων δεκαετιών αποτελούν πλέον όχι απλά θέμα συζήτησης αλλά πολιτική και κομματική πρακτική. Τα ίδια τα κόμματα εξουσίας, ή με προοπτική εξουσίας, έχουν αποβάλλει τον ιδεολογικό δογματισμό τους και έχουν εγκαθιδρύσει εσωτερικούς μηχανισμούς που ευνοούν (θεωρητικά) την πολυφωνία στη λήψη αποφάσεων. Ταυτόχρονα όμως και με την ευρεία δημοσιότητα που προσφέρουν τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο, δοκιμάζεται σε μεγάλο βαθμό η ίδια η συνοχή και η αποτελεσματικότητά τους στον εκλογικό στίβο. Φαινόμενα όπως η μη ενιαία κομματική γραμμή και οι εσωκομματικές πιέσεις από ιδεολογικά δογματικές ή άλλες ομάδες συμφερόντων, αποτελούν θέματα που απασχολούν τη δημόσια συζήτηση. Φαινόμενα που είτε εντείνονται, είτε εξομαλύνονται υπό τον μανδύα νομής της εξουσίας.

  Από πολιτική-αναλυτική σκοπιά ο πλουραλισμός στην κυβέρνηση είναι πλεονέκτημα όταν λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου και σύνθεσης, αλλά γίνεται μειονέκτημα όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό παραλυσίας ή εσωτερικής διανομής ισχύος. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι αν ένα κυβερνών κόμμα είναι πλουραλιστικό, αλλά αν μπορεί να μετατρέπει την εσωτερική πολυφωνία σε αποτελεσματική συλλογική απόφαση. Ένα πλουραλιστικό κόμμα με ισχυρούς θεσμούς, σαφείς κανόνες και κοινό στρατηγικό προσανατολισμό μπορεί να παράγει πιο ισορροπημένη διακυβέρνηση. Αν όμως ο πλουραλισμός δεν συνοδεύεται από κοινή πολιτική κατεύθυνση και πειθαρχημένους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, μπορεί να οδηγήσει σε κυβερνητική αστάθεια.

  Κι εδώ ερχόμαστε στο κύριο αντικείμενο αυτού του κειμένου. Το πώς δηλαδή ο πλουραλισμός των κομμάτων και η κρίση αντιπροσώπευσης που έχει επιφέρει, επηρεάζει άμεσα την αναδιάταξη του κομματικού συστήματος της χώρας.

  Εκκινώντας από την κρίση αντιπροσώπευσης μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή από την πληθώρα των κομματικών σχηματισμών που είτε προϋπήρχαν χωρίς αξιόλογη εκλογική απήχηση, είτε έχουν δημιουργηθεί μετά το 2012 και διεκδικούν την ψήφο των πολιτών. Πρόκειται ουσιαστικά για το αποτέλεσμα της στροφής  των κομμάτων εξουσίας προς μια πιο πολυσυλλεκτική εικόνα που ενσωματώνει περισσότερες κοινωνικοοικονομικές (και όχι ιδεολογικές) τάσεις. Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει κυρίως τη μορφή των ομάδων συμφερόντων (φατρίες) στα κόμματα με κεντροδεξιό, και αυτή των συνιστωσών ή τάσεων σε αυτά με (κεντρο)αριστερό ιδεολογικό πρόσημο. Τα κενά που δημιουργούνται σε αυτό το σχήμα προσπαθούν να καλύψουν τα μικρότερα κόμματα. Σε αυτό το κομματικό σύστημα όμως, είναι δεδομένο ότι αρκετοί από τους πολίτες και για τους δικούς τους προσωπικούς λόγους, συνήθως απογοήτευση ή θυμός για τη μη αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων που τους απασχολούν, αισθάνονται πως είτε δεν εκπροσωπούνται από κανέναν, είτε δεν είναι διατεθειμένοι να «χαρίσουν» την ψήφο τους και απέχουν από τις εκλογές, ή αποφασίζουν την τελευταία στιγμή.

  Αξιολογώντας πλέον τη σημερινή κατάσταση, αρχικά, η παραδοχή ύπαρξης ενός πλουραλιστικού κόμματος όπως αυτό της Νέας Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση της χώρας, σε συνδυασμό με μία κατακερματισμένη και πολυκομματική αντιπολίτευση, λειτουργεί ως ιδανικό πεδίο δράσης εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που επιταχύνουν τις συνθήκες «διάβρωσης» του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος

  Περιφερειακά και διεθνή γεγονότα (αναθεωρητισμοί, πολεμικές συγκρούσεις, μεταναστευτικές ροές) ασκούν πίεση στα κόμματα για να πάρουν θέση σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά και εσωτερικών δομών και πολιτικών αποφάσεων/προτάσεων υποστήριξής της. Ως προνομιακά πεδία άσκησης κριτικής από την αντιπολίτευση, τα παραπάνω δημιουργούν συνθήκες πολιτικής ασφυξίας σε ένα πλουραλιστικό κυβερνών κόμμα, το οποίο θα πρέπει στο εσωτερικό του να συνθέσει τις απόψεις στελεχών του που επικαλούνται τις υποχρεώσεις μας στην ΕΕ, τις δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας ή/και προτείνουν (για δικούς τους λόγους) την αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας που θα διατάρασσε τα «ήρεμα νερά», με τις απόψεις εκείνων των στελεχών που προτείνουν μια πιο ενεργή τέτοια με την ανάληψη πρωτοβουλιών και τη λήψη αποφάσεων που θα ενίσχυε τη διεθνή θέση της χώρας.

  Από την άλλη, όταν υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες ή έντονη δημόσια συζήτηση και κριτική σχετικά με το κράτος δικαίου και το κόστος ζωής, ο ίδιος πλουραλισμός μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την πραγματική του αποτελεσματικότητα. Και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις στο κυβερνών κόμμα, αλλά εάν μπορούν αυτές οι διαφορετικές απόψεις να λειτουργήσουν πραγματικά ως εσωτερικός έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας. Αν η εσωτερική πολυφωνία υπάρχει μόνο σε ζητήματα δευτερεύουσας πολιτικής και δεν αγγίζει κρίσιμα ζητήματα θεσμών, δικαιοσύνης, διαφάνειας και λογοδοσίας, τότε ο πλουραλισμός μπορεί να είναι περισσότερο πολιτικό χαρακτηριστικό παρά πραγματικός μηχανισμός ελέγχου.

  Η σοβαρότητα των παραπάνω παραγόντων που επηρεάζουν άμεσα είτε τη διεθνή θέση της χώρας, είτε τη θεσμική ποιότητα και λειτουργία της δημοκρατίας μας, μοιάζει να μην λαμβάνουν την πρέπουσα προσοχή και διάσταση εντός του κομματικού και κυβερνητικού σχηματισμού. Εκεί που κάποιος θα περίμενε μία ζύμωση απόψεων και την εύρεση μιας κοινής συνισταμένης, αυτή προκύπτει αποκλειστικά και μόνο με ένα κριτήριο. Τη νομή της εξουσίας.

  Στην παρούσα χρονική συγκυρία όμως εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φαινόμενο. Μια ισχυρή κοινοβουλευτικά και πολιτικά κυβέρνηση, όχι επειδή διαθέτει κατ' ανάγκην εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική αποδοχή, αλλά επειδή η αντιπολίτευση αδυνατεί να συγκροτήσει έναν σοβαρό και αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Πολλές και διαφορετικές φωνές που δυσκολεύονται όμως να μετατρέψουν την κριτική σε εναλλακτική και αξιόπιστη πρόταση εξουσίας. Αυξημένη πολιτική πολυφωνία αλλά μειωμένη ικανότητα συγκρότησης πολιτικού αντίβαρου.

  Το ιδιαίτερο πολιτικό σχήμα που προκύπτει από τη (σημειολογική) αναφορά των παραπάνω περιλαμβάνει ένα πλουραλιστικό κυβερνών κόμμα με σχετικά ισχυρή αλλά συμπαγή κυβερνητική πλειοψηφία, έντονη κριτική σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, λειτουργίας του κράτους δικαίου και αδυναμίας αντιμετώπισης του ολοένα αυξανόμενου κόστους ζωής, και μία κατακερματισμένη αντιπολίτευση που αδυνατεί να πείσει ότι εκφράζει έναν αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Ως αποτέλεσμα έχουμε τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής ηγεμονίας τύπου Μεξικού.

  Εμβαθύνοντας λίγο περισσότερο στο σημερινό κομματικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα στα κόμματα που έχουν ήδη ή διαθέτουν προοπτική εξουσίας, θα μπορούσαν να αναφερθούν τα παρακάτω.

  Η Νέα Δημοκρατία ως πλουραλιστικό κεντροδεξιό κυβερνών πολιτικό κόμμα συνδυάζει φιλελεύθερες οικονομικές αντιλήψεις με μεταρρυθμιστικές τάσεις αλλά και πιο συντηρητικές απόψεις που προσελκύουν κεντρώους και συντηρητικούς ψηφοφόρους από διαφορετικές κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, βοηθώντας στη διεύρυνση της εκλογικής της βάσης. Η εσωτερική της πολυφωνία όμως δεν εξισορροπεί τα φαινόμενα κυβερνητικής αλαζονείας, λειτουργώντας κυρίως ως μηχανισμός προσέλκυσης ψηφοφόρων.

    Το ΠΑΣΟΚ ως επίσης πλουραλιστικό κεντρώο κόμμα, διαθέτει στελέχη που μπορούν να εκφράσουν -κατά μόνας- έναν τεχνοκρατικό και αξιόπιστο πολιτικό λόγο, ο οποίος όμως λόγω της πολιτικής προϊστορίας και της απώλειας της αίγλης του, μένει μακριά από το να κερδίσει πάλι την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το μεγαλύτερο θέμα που έχει να αντιμετωπίσει το κόμμα όμως, και παρά την προσπάθεια ανανέωσης και προσέλκυσης νέων στελεχών, είναι η παρουσία τάσεων χειραφέτησης παραδοσιακών ψηφοφόρων του, το μέγεθος της οποίας θα κρίνει και το μέλλον του κόμματος αμέσως μετά τις επόμενες εκλογές.

  Η νέα είσοδος στην πολιτική και κομματική αντιπαράθεση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα. Το νέο αρχηγοκεντρικό κόμμα με κεντροαριστερό ιδεολογικό πρόσημο, επιχειρεί να παρουσιάσει έναν αξιόπιστο πολιτικό λόγο, βασισμένο κυρίως τόσο σε νέα πρόσωπα, όσο και σε παλιά και έμπειρα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Το μεγάλο πλεονέκτημα αλλά ταυτόχρονα και μειονέκτημα του κόμματος είναι ο ίδιος ο αρχηγός του. Με στόχο την προσέλκυση του συνόλου των ψηφοφόρων (και όχι τόσο των στελεχών) του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΠΑΣΟΚ, η πολιτική προϊστορία του προέδρου του ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στους άμεσους σχεδιασμούς του.

  Πώς προκύπτει όμως από τα παραπάνω η επιταχυνόμενη προοπτική αναδιάταξης του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος;

  Συνοπτικά, έχουμε τη Νέα Δημοκρατία να κατέχει την εξουσία και την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη να προσπαθεί να θέσει σταδιακά το ΠΑΣΟΚ εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, ώστε να αποτελέσει τον δεύτερο ισχυρό πόλο εξουσίας. Παράλληλα, η έντονη κριτική σε σειρά σοβαρών πολιτικών ζητημάτων (εξωτερικής πολιτικής, κράτους δικαίου, ακρίβειας κλπ) από μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση δεν βρίσκει την ανάλογη ανταπόκριση τόσο από τους ψηφοφόρους, όσο και στο εσωτερικό της ΝΔ το οποίο εμφανίζεται συμπαγές υπό τον φόβο απώλειας της εξουσίας. Δημιουργείται έτσι μια ιδιότυπη ασυμμετρία πολιτικής ισχύος.

  Υπό αυτές τις συνθήκες αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο η εσωτερική λειτουργία του κυβερνώντος κόμματος και οι πολιτικο-ψηφοθηρικές κονταρομαχίες των άλλων κομμάτων εξουσίας, αλλά και το εάν η προοπτική δημιουργίας ενός νέου πολιτικού σχηματισμού υπό τον Αντ. Σαμαρά ως θεσμικού αντίβαρου, μπορεί να επηρεάσει άμεσα το σημερινό κομματικό σύστημα.

  Για να αλλάξει πραγματικά η μεταπολιτευτική κομματική αρχιτεκτονική, ένα κόμμα με αναφορά στον πρώην πρωθυπουργό θα πρέπει να πετύχει κάτι αρκετά δύσκολο. Να εκφράσει αποτελεσματικά την ελληνική (και όχι μόνο) συντηρητική μετατόπιση της κοινωνίας σε βιώσιμο, οργανωμένο και εκλογικά ανταγωνιστικό πολιτικό ρεύμα.

  Είναι γνωστό ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα οργανώθηκε για δεκαετίες γύρω από έναν σχετικά σταθερό διπολισμό Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ και σχετικά πρόσφατα Νέας Δημοκρατίας – ΣΥΡΙΖΑ. Παρά τις αλλαγές, υπήρχε πάντοτε ένας μεγάλος πόλος της κεντροδεξιάς. Εάν εμφανιστεί ένα νέο κόμμα που προέρχεται ιδεολογικά από τον χώρο της ΝΔ αλλά επιχειρεί να εκφράσει πιο έντονα συντηρητικές, πατριωτικές και κοινωνικά αποδεκτές θέσεις, τότε η κεντροδεξιά παύει να είναι ένας ενιαίος εκλογικός χώρος. Κι αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το ποσοστό του νέου κόμματος, μετατοπίζοντας ουσιαστικά τον άξονα της πολιτικής συζήτησης. Η πολιτική ρητορική της Νέας Δημοκρατίας θα πρέπει είτε να «κινηθεί» δεξιότερα, είτε να διατηρήσει τον κεντρώο/φιλελεύθερο χαρακτήρα της και να αποδεχθεί ότι ένα τμήμα της δεξιάς εκλογικής βάσης βρίσκεται ήδη και -διογκούμενο- θα συνεχίσει να βρίσκεται αλλού. Και οι δύο επιλογές έχουν κόστος.

  Με βάση όμως ποια στοιχεία ένα νέο πολιτικό κόμμα υπό τον Αντ. Σαμαρά μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη του κομματικού μετασχηματισμού;

  Αρχικά, ο Αντ. Σαμαράς έχει πολιτικό παρελθόν, πρωθυπουργική εμπειρία, αναγνωρισιμότητα και ιστορική σχέση με τη Νέα Δημοκρατία. Άρα δεν θα ξεκινούσε από μηδενική βάση. Απευθύνεται σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό χώρο λέγοντας πως δεν εγκαταλείπει την παράδοση της μεταπολιτευτικής κεντροδεξιάς, αλλά ότι η ΝΔ έχει απομακρυνθεί από αυτή την παράδοση. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από ένα νέο κόμμα που επιχειρεί απλώς να δημιουργήσει έναν καινούργιο πολιτικό χώρο. Το πολιτικό παρελθόν του Αντ. Σαμαρά όμως δεν επιτρέπει να περάσει εύκολα στους ψηφοφόρους η ρητορική εμφάνισης μιας νέας πολιτικής, με την κυριολεκτική έννοια. Επομένως, δημιουργείται ένα ιδιαίτερο πρόβλημα ταυτότητας. Ένα πρόβλημα που η λύση του βρίσκεται στον επιτυχή συνδυασμό της πολιτικής εμπειρίας, με την κοινωνική απαίτηση για πολιτική ανανέωση.

  Παράλληλα, το νέο κόμμα είναι πολύ πιθανό να αντικατοπτρίσει την εικόνα κατακερματισμού της κεντροαριστεράς, σε αυτή της κεντροδεξιάς, δημιουργώντας ένα νέο πολιτικό τρίγωνο ΝΔ–κόμμα Σαμαρά–άλλα δεξιά/συντηρητικά κόμματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο δυσδιάκριτος πλέον ιδεολογικοπολιτικός άξονας Αριστερά–Δεξιά θα μετατοπιστεί στα κοινωνικοπολιτικά θέματα της οικονομίας, των κοινωνικών αξιών, εθνικών θεμάτων, σχέσεων με την ΕΕ και λειτουργίας των θεσμών. Πρόκειται ουσιαστικά για την αρχή μιας πραγματικής αλλαγής της μεταπολιτευτικής πολιτικής γεωγραφίας.

  Η προσέλκυση δε ψηφοφόρων όχι «απλά δεξιών» αλλά κι εκείνων που θεωρούν ότι η παρούσα κυβερνητική πολιτική στα εθνικά θέματα είναι ανεπαρκής κι επιζητούν μεγαλύτερη έμφαση σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, ή πως η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν λύνεται με τη χορήγηση επιδομάτων αλλά (πχ) με την ορθή λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ή/και εντοπίζουν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του κράτους δικαίου στη χώρα (κ.α.), τότε το όλο εγχείρημα θα μπορούσε ένα γίνει πολύ ευρύτερο από ένα αρχηγοκεντρικό «κόμμα Σαμαρά». Σε περίπτωση δε που το νέο κόμμα συγκεντρώσει την προτίμηση ενός ποσοστού μεταξύ 10% - 15% στην πρώτη του εμφάνιση στις εκλογές, θα αποκτήσει μία συστημική επίδραση στο πολιτικό σύστημα της χώρας.

  Επιστρέφοντας έτσι στην αρχή αυτού του κειμένου, ο κομματικός πλουραλισμός που διαδέχθηκε τον πολωτικό δικομματισμό, αποκτά πλέον συγκεκριμένο νόημα και δράση μέσω της δημιουργίας πολλαπλών πόλων εξουσίας. Ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς μεταφέρεται πλέον ως πολιτικό φαινόμενο και στην κεντροδεξιά δημιουργώντας άμεσα ένα σύνθετο πολυκομματικό σύστημα. Ένα σύστημα όμως που με βάση τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις σε εθνικό, περιφερειακό αλλά και διεθνές επίπεδο, δείχνει τάσεις επιστροφής σε συντηρητικές αντιλήψεις που βρίσκουν την έκφρασή τους περισσότερο μέσα από συστήματα πολωτικού δικομματισμού.  

  Το πραγματικό ερώτημα πλέον που μένει να απαντηθεί προς την κατεύθυνση της πλήρους αναδιάταξης του ελληνικού κομματικού συστήματος, είναι εάν ένα νέο κόμμα υπό τον Αντ. Σαμαρά μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό ρεύμα που θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς τον ίδιο. Εάν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ναι, τότε θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για ένα νέο κομματικό σύστημα, τελείως διαφορετικό από αυτό που γνωρίσαμε στη μεγαλύτερη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

ΒΑΙΝΟΜΕΝ ΠΡΟΣ ΕΚΛΟΓΑΣ...


Η βραδιά μετά το τέλος των εκλογών για την ανάδειξη των εκπροσώπων της χώρας στο  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με διαπιστωμένη πλέον την μεγάλη διαφορά μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ, «έκρυβε» μία απρόσμενη και βιαστική -κατά τη γνώμη μου- έκπληξη. Μία έκπληξη που, αν και συζητιόταν στα τραπέζια των πολιτικών αναλύσεων, και εναγωνίως περίμεναν τα στελέχη κυρίως της ΝΔ, δεν περίμεναν με τίποτε τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, και όσοι με ψύχραιμο τρόπο ανέλυαν την πολιτική κατάσταση στη χώρα, αλλά και διεθνώς.

Ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, προσπαθώντας -πιθανόν- να κερδίσει τις εντυπώσεις εκείνο το δύσκολο, για τον ίδιο, βράδυ, ανήγγειλε την πρόθεσή του, αμέσως μετά το τέλος της 2ης Κυριακής των αυτοδιοικητικών εκλογών, να επισκεφθεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Παυλόπουλο, με σκοπό να του ανακοινώσει την παραίτηση της κυβέρνησής του, ώστε ο δεύτερος να προβεί στην προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών.

Πιστεύοντας πως θα αιφνιδιάσει -ίσως- τους πολιτικούς του αντιπάλους, ή και επηρεασμένος από έναν  στενό κύκλο κομματικών του συμβούλων, αυτό που πιθανόν δεν έλαβε υπ’ όψιν του, είναι πως η κίνησή του αυτή, εκτός του ότι δεν αιφνιδίασε καθόλου, αντιθέτως, έβαλε τη χώρα σε μία άκρως παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, εφόσον αυτή διαδέχεται εκείνη των ευρωπαϊκών και των αυτοδιοικητικών εκλογών, ταυτόχρονα όμως και εν μέσω μιας ρευστής, τόσο πολιτικά, όσο και γεωστρατηγικά χρονικής περιόδου.

Με τις κυβερνήσεις σημαντικών ευρωπαϊκών χωρών (Μεγ.Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία) να αντιμετωπίζουν εξαιρετικά σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, γειτονικές προς Βορρά πρωτεύουσες να βρίσκονται σε πολιτική εγρήγορση (Τύρανα, Σκόπια) και την γειτονική Τουρκία να βρίσκεται μπροστά στις -παρανόμως ακυρωμένες- δημοτικές εκλογές στην Κωνσταντινούπολη, κυρίως όμως να εντείνει τις προσπάθειές της για την επιβολή των απαιτήσεών της στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου στην Νότιο-Ανατολική Μεσόγειο, και στην ΑΟΖ της Κύπρου, η προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα, μόνο ως λογική κίνηση δεν μπορεί να εκληφθεί.

Είναι πιθανό ο κ. Τσίπρας, να πιστεύει πως ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους η Ελλάς να χρειάζεται μία όσο το δυνατόν πιο σταθερή νέα κυβέρνηση, η οποία να μπορεί να αντιπαρατεθεί στα μεγάλα διεθνή ζητήματα που την περιμένουν.

Ποιος όμως εγγυάται πως η σημερινή κυβέρνηση, έχοντας στην «πλάτη» της την -κατά τη γνώμη μου- εντελώς λανθασμένη υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, μπορεί να διαχειριστεί επιτυχώς και αποκλειστικά προς την επίτευξη του μέγιστου εθνικού συμφέροντος, όλα τα ανωτέρω εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής;

Και ποιος μπορεί αλήθεια να ξεχάσει την πολιτική του «kazan-kazan», των κουμπαριών, των ζεϊμπέκικων και των «καραβιών που θα κινούνται ελεύθερα στο Αιγαίο», κάποιων προηγούμενων από τους σημερινούς κυβερνώντες;

Μπορεί τελικά η καθημερινότητα και το αίσθημα της «δικαιοσύνης κατ’ ισότητα και ισονομία», τομείς που η σημερινή κυβέρνηση διατείνεται πως έχει το πλεονέκτημα,  ν’ αποτελέσουν τους μοναδικούς παράγοντες επιλογής της επόμενης κυβέρνησης από τους πολίτες;

Και ποιος εγγυάται πως στο χρονικό διάστημα μέχρι την διενέργεια των βουλευτικών εκλογών, δεν πρόκειται κάποιος άλλος, εξωγενής «αιφνιδιασμός», ν’ αλλάξει άρδην όλα τα δεδομένα;

Από την άλλη, είναι τα στελέχη αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος της ΝΔ, που προσπαθούν  ανεπιτυχώς να κρύψουν την «δίψα» τους για την ανακατάληψη της εξουσίας.

Το επικοινωνιακό επιτελείο του κ. Μητσοτάκη, με κόπο προσπαθεί να συγκρατήσει τόσο τον ίδιο, όσο και τα στελέχη του κόμματος που βλέπουν την ημέρα των βουλευτικών εκλογών ως… «λύτρωση» από τα δεινά που η σημερινή κυβέρνηση συσσώρευσε στη χώρα(!)

Είναι τόσο σίγουροι πως πλησιάζει η ώρα που θ’ αναλάβουν και πάλι τα «ηνία» της χώρας, ώστε προβαίνουν σε τέτοιες δηλώσεις αλαζονικής υπεροψίας, που αφήνουν έκπληκτους ακόμη κι εκείνους που είχαν αρχίσει -ματαίως- να πιστεύουν, πως η ΝΔ και τα στελέχη της έχουν αλλάξει τη νοοτροπία των «εκ Θεού ηγεμόνων» που τους διακατέχει.

Κι ενώ στις εσωτερικές συζητήσεις τους, αρκετά από τα στελέχη του κόμματος, τόσο παλιά, όσο και νέα, εκφράζουν ανοιχτά την ανησυχία τους (το λιγότερο) για την ικανότητα του προέδρου τους να κυβερνήσει, οι αναστολές τους αυτές εξαφανίζονται «ως δια μαγείας» στον δημόσιο λόγο τους, με την προσμονή ίσως κάποιας... «θεσμικής» ανταμοιβής.

Στο όλο «σκηνικό», πρέπει να προστεθεί το «νέο» ΠΑΣΟΚ, το οποίο υπό τον «πολιτικό μανδύα» του «Κινήματος Αλλαγής», προσπαθεί να αποκτήσει κάποια από την παλιά «αίγλη» των επαναλαμβανόμενων κυβερνητικών θητειών του.

Η κα Γεννηματά, έχοντας πιθανότατα αντιληφθεί πως η όποια επόμενη κυβέρνηση θα χρειαστεί τους εκλεγμένους βουλευτές της ώστε να συγκροτηθεί μία σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, προβαίνει σε κινήσεις που στην ουσία την οδηγούν στο να «πατά σε δύο βάρκες».

Κι αυτό είναι κάτι που, εάν δεν διαθέτει κανείς άριστες γνώσεις «πολιτικών ισορροπιών», συχνά οδηγεί σε… πτώση.

Κι ενώ υιοθετεί την ρητορική της ΝΔ περί «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ, ταυτόχρονα απομακρύνει από το κόμμα, εντελώς άκαιρα και στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, τον κ. Βενιζέλο, «κόκκινο πανί» για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Μια κίνηση που, όσες αντιρρήσεις κι εάν έχει κανείς για την πολιτική φυσιογνωμία του τελευταίου, κάθε άλλο παρά συσπειρώνει το εκλογικό «κοινό» του ΚΙΝΑΛ, σ’ έναν προεκλογικό αγώνα που ακόμη καλά-καλά δεν έχει αρχίσει.

Χωρίς έτι περαιτέρω να έχει δοθεί ένα, σαφές και εύκολα κατανοητό από τους πολίτες, νόημα σε αυτή τη «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ, εκτός εάν με αυτό εννοούν την -εντελώς ανέφικτη σήμερα- επιστροφή του τελευταίου στα ποσοστά που είχε τον Μάϊο του 2012, η κα Γεννηματά προσπαθεί να εμφανιστεί ως… «βασιλικότερη του βασιλέως», επιβάλλοντας το δικό της «θέλω» σ’ έναν κομματικό μηχανισμό και τα στελέχη του που ακόμη… δεν έχουν αποδεχθεί πλήρως την ίδια ως αρχηγό του κόμματος(!)

Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, τόσο σε αυτή του κ. Μητσοτάκη, όσο και αυτή της κας Γεννηματά, οι επίδοξοι διάδοχοί τους περιμένουν το απόλυτο «στραβοπάτημα» που θα οδηγήσει τους ίδιους στην αρχηγία (ή ανακατάληψη) του κόμματος.

Συνοψίζοντας, η εντελώς ακατάλληλη χρονική στιγμή για την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών, έρχεται να συμπληρωθεί, τόσο από την αβεβαιότητα συγκρότησης μιας σταθερής και με σαφή πολιτικό προσανατολισμό κυβέρνησης την επόμενη μέρα των εκλογών, κάτι άκρως απαραίτητο στην μετά μνημονίων εποχή, όσο και από τις αναταράξεις στο εσωτερικό των κομμάτων, όλων των προαναφερόμενων κύριων διεκδικητών της εξουσίας.

Εν μέσω θέρους, με τους πολίτες να είναι αμφίβολο εάν θα «τείνουν ευήκοα ώτα» στους κομματικούς εκπροσώπους, οι βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου, αν και για κάποιους λειτουργούν ως «Σειρήνες της εξουσίας», είναι πιθανό τελικά το αποτέλεσμά τους να βρει τη χώρα «δεμένη στο κατάρτι» του πλοίου, που την ταξιδεύει στα ταραγμένα νερά του παγκόσμιου γίγνεσθαι.

Ίδωμεν…

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟΥ

Δεν θα έπρεπε κανείς να διαθέτει … μαντικές ικανότητες για να προβλέψει το αποτέλεσμα της χθεσινής ψηφοφορίας στη Βουλή των Ελλήνων. 

Η πρόταση δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ, καταψηφίσθηκε από το σύνολο των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ (αν εξαιρέσει κανείς την κα Τζάκρη) που στηρίζουν την κυβέρνηση. Όχι διότι πείσθηκαν από την ανταλλαγή επιχειρημάτων κατά τη συζήτηση στη Βουλή και πιστεύουν πως στη χώρα πραγματικά επιτελείται έργο, αλλά διότι γνωρίζουν καλά πως σε περίπτωση προκήρυξης νέων εθνικών εκλογών, οι θέσεις που με τόση ζέση ζεσταίνουν στα βουλευτικά τους έδρανα, όταν τύχει να παρακολουθούν κάποια από τις συνεδριάσεις της Βουλής, κινδυνεύουν άμεσα.

Η Δευτέρα 12 Νοεμβρίου του 2013, ξημέρωσε χωρίς τίποτε στη χώρα να είναι διαφορετικό. Τίποτε ;

Όχι. Αυτό που έχει απλά επιβεβαιωθεί, είναι το ότι η πολιτική πρακτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως αυτή εκφράζεται σήμερα πλέον και από τον ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθεί κατά γράμμα το ρόλο που έπαιζε στα χρόνια που μεσολάβησαν, τουλάχιστον από το 1996 και μετά. Αυτή ενός συστημικού κόμματος, που παλεύει για να διατηρήσει τη θέση του, τόσο όσον αφορά τη θεσμική του εκπροσώπηση στη Βουλή, όσο και στην κοινωνία.
Σαφώς και η πρόταση δυσπιστίας θα κέρδιζε τις θετικές ψήφους του συνόλου της αντιπολίτευσης, αν εξαιρέσει κανείς την … ακατανόητη (το λιγότερο) στάση της ΔΗΜΑΡ και κάποιων ανεξάρτητων (;) βουλευτών.

Αυτό που η πρόταση αυτή δεν υπήρχε περίπτωση να κερδίσει, ήταν η θετική έκβαση του στόχου της. Η πτώση δηλαδή της κυβέρνησης. Και αυτό, εάν δεν το γνώριζαν, θα έπρεπε να το είχαν προβλέψει τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που στήριξαν την προσωπική πρωτοβουλία του προέδρου τους κ. Τσίπρα, για την κατάθεση αυτήν τη -χρονικά- πολιτική στιγμή, αυτής της πρότασης.
Αυτή τη στιγμή, που οι διαφωνίες επί σοβαρών πολιτικών θεμάτων και επιλογών της κυβέρνησης, συναντούσε τις (αν μη τι άλλο) έντονες διαφωνίες στο εσωτερικό τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και -κυρίως- της Νέας Δημοκρατίας. Με ανοιχτά τα «μέτωπα» τόσο για το νέο ενιαίο φόρο στα ακίνητα που ουσιαστικά θα οδηγήσει στη δήμευση κάθε ιδιωτικής περιουσίας, την απελευθέρωση των πλειστηριασμών ακινήτων, την τραγική κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων που οδηγεί στη σίγουρη μείωση (κι άλλο) των συντάξεων με την απαίτηση και της τρόικα, με τις άμεσα επικείμενες απολύσεις και άλλων δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων, και φυσικά με την επικείμενη ψήφιση του προϋπολογισμού για το 2014.

Εάν τα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είχαν λάβει υπ’ όψιν τους τα ανωτέρω (και πολλά περισσότερα), ακόμη-ακόμη και αυτή την «Προγραμματική Συμφωνία»  μεταξύ των προέδρων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ η οποία υπεγράφη πριν λίγες μόλις ημέρες και ουσιαστικά έφερνε «εις γάμου κοινωνία» τα δύο αυτά κόμματα, αλλά και τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στο Mega όπου μέσα σε μία μόλις πρόταση, παρείχε πλήρη στήριξη στο alter ego του πια κ. Βενιζέλο, δεν θα είχαν σε καμία περίπτωση συμφωνήσει στην κατάθεση ΤΩΡΑ αυτής της πρότασης δυσπιστίας.

Όσο κι αν στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας, καμία πρόταση δυσπιστίας, για όσο σοβαρούς λόγους κι αν είχε για να κατατεθεί, τελικά δεν υπερψηφίσθηκε, όσο κι αν το θέμα της ΕΡΤ (που αποτέλεσε την αφορμή) και της ελεύθερης πρόσβασης των πολιτών στην πληροφορία προστατεύεται Συνταγματικά (αρθ. 5Α), η χρονική στιγμή που επελέγη για να κατατεθεί αυτή η πρόταση μομφής, το μόνο που τελικά καταφέρνει είναι η παράταση ζωής κατά έξι τουλάχιστον μήνες, αυτής της εθελόδουλης κυβέρνησης.

Η σιγουριά δε των κυβερνώντων για την καταψήφιση της πρότασης ήταν τέτοια, που την ίδια στιγμή που διεξαγόταν η συζήτηση στη Βουλή επί της πρότασης, υπουργοί και κυβερνητικά στελέχη συνέχιζαν τις επαφές τους με τον κ. Τόμσεν και τους άλλους υπαλλήλους της τρόικα, σαν να μην συνέβαινε τίποτε απολύτως. Σα να γνώριζαν εκ των προτέρων ότι θα βρίσκονται και την επόμενη μέρα στις θέσεις τους, σα να ήταν απόλυτα σίγουροι ότι όσα μεταξύ τους ("αφεντικά" και "υπάλληλοι") συμφωνήσουν, τελικά θα εφαρμοσθούν γιατί απλά, τίποτε δεν θα αλλάξει.

Υπάρχουν όμως και τομείς που η πρόταση αυτή, θα έχει επιτυχίες. Θα πετύχει σίγουρα την, αμφίβολη μέχρι πριν, συσπείρωση των κυβερνητικών βουλευτών, όχι γύρω από τους αρχηγούς και κατ’ επέκταση την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, αλλά γύρω από την κατοχύρωση, για λίγους έστω ακόμη μήνες, της παχυλής βουλευτικής τους αποζημίωσης. Θα πετύχει τον άμεσο κατευνασμό των αντίθετων φωνών μέσα στους κόλπους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ιδίως μετά τα όσα ευθαρσώς ανέφερε ο κ. Τσίπρας στο Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών, και ιδίως από την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτή εκφράζεται μέσω του κ. Λαφαζάνη. Θα πετύχει δε και την ανεμπόδιστη προεδρία της ΕΕ από την Ελλάδα, η οποία ξεκινά από 1ης Ιανουαρίου 2014 και ισχύει για ένα εξάμηνο, την οποία διακαώς επιθυμεί η κυβέρνηση (γι’ αυτό και η επέμβαση στο ραδιομέγαρο της ΕΡΤ) ώστε να μπορέσει -κάπως- να διαχειρισθεί ένα ενδεχόμενο, και διόλου απίθανο, στραπάτσο στις Περιφερειακές και Δημοτικές εκλογές του Μαΐου.

Το μόνο λοιπόν που πραγματικά και ουσιαστικά πέτυχε αυτή η άκαιρη πρόταση δυσπιστίας, είναι η παράταση του χρόνου ζωής αυτής της εθελόδουλης (το ξαναγράφω) κυβέρνησης. Μία παράταση που θα διαρκέσει σίγουρα μέχρι τα μέσα Μαΐου, οπότε και επανέρχεται το Συνταγματικό δικαίωμα κατάθεσης, νεότερης παρόμοιας πρότασης.

Και κάπως έτσι, η Δημοκρατία μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο καθεστώς, με όση αρνητικά φορτισμένη έννοια μπορεί να προσδώσει κανείς σε αυτή τη λέξη.

Εκτός εάν, κάποιο άλλο απροσδόκητο και πάλι (και ενσυνείδητο) γεγονός, επηρεάσει άμεσα τις πολιτικές εξελίξεις, και  φέρει -επιτέλους- στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της χώρας, την πραγματική έννοια και λειτουργία του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό του καλώς εννοούμενου δημοκρατικού διαλόγου, χωρίς Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν εσωκομματικές έριδες και διαφωνίες.


Αυτό του οποίου βασική αρχή, αποτελεί η κοινωνική δικαιοσύνη.