Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΥΡΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΥΡΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

Εντός, Εκτός και… επί του πεδίου

 

  Έχουν περάσει είκοσι περίπου μήνες από την υπογραφή της “Διακήρυξης των Αθηνών” από τον πρωθυπουργό της Ελλάδας και τον πρόεδρο της Τουρκίας. Μιας Διακήρυξης που -με κάθε ευκαιρία- η Τουρκία φρόντισε να αποδείξει πως σέβεται μόνο εκείνα τα σημεία της που δεν αποδυναμώνουν τις αναθεωρητικές και επεκτατικές της βλέψεις. Όπως πχ η αναφορά στο προοίμιο πως «οι σχέσεις καλής γειτονίας» και το «πνεύμα αλληλεγγύης», δεν θίγουν τις «νομικές θέσεις» της. Όσο μπορεί να χαρακτηριστεί δηλαδή ως «νομική θέση» της η… «Γαλάζια πατρίδα». Ένα επικοινωνιακού χαρακτήρα «πυροτέχνημα» λοιπόν που δεν έχει καμία νομική ισχύ, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην καταληκτική της παράγραφο.

  Θα μπορούσε κανείς σε αυτό το σημείο να σκεφτεί πως τίποτε δεν άλλαξε. Η Τουρκία εξακολουθεί να υποστηρίζει με κάθε μέσο και τρόπο τις αναθεωρητικές και επεκτατικές της βλέψεις, ενώ η χώρα μας διολισθαίνει όλο και περισσότερο σε μία απόλυτα εξαρτώμενη από τα συμμαχικά συμφέροντα εξωτερική πολιτική.

  Το ζήτημα όμως αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον αν συνδυαστεί με τις τρέχουσες εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις.

  Αν το -με σχετική βεβαιότητα- απολυταρχικό καθεστώς της Τουρκίας μπορεί με ευκολία να φυλακίζει πολιτικούς αντιπάλους, να περιορίζει τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και να «απορροφά» τους πολιτικούς κραδασμούς από την κριτική της αντιπολίτευσης, η κατάσταση στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Ελλάδας δεν είναι η ίδια.

  Η ελληνική κυβέρνηση μαστίζεται από αλλεπάλληλα σκάνδαλα, τα οποία ξεπερνούν πλέον τις περιπτώσεις της κακοδιαχείρισης ή της παράβασης καθήκοντος. Με τα μάτια της ευρωπαϊκής εισαγγελίας -και όχι μόνο- καρφωμένα στη χώρα, ο μόνος λόγος παραμονής της στην εξουσία παραμένει η κατακερματισμένη κι επίσης αναξιόπιστη αντιπολίτευση. Παράλληλα, η απαξίωση -το λιγότερο- των θεσμών στους οποίους στηρίζεται η δημοκρατική λειτουργία και το κράτος δικαίου, τείνουν να ομοιάσουν με την κατάσταση στην Τουρκία.

  Οι εσωτερικοί πολιτικοί κραδασμοί, όχι τόσο έντονοι στη γείτονα όσο στην Ελλάδα, δεν δείχνουν -προς το παρόν- σημάδια αποσταθεροποίησης. Οι διαφορές τους όμως σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, επηρεάζουν άμεσα τόσο την εσωτερική τους κατάσταση, όσο -και ίσως κυρίως- τα συμφέροντα διεθνών παικτών στην ευρύτερη περιοχή.

  Οι σχεδιασμοί με επίκεντρο τη Νότια και Ανατολική Μεσόγειο (EuroAsia Interconnector, IMEC κλπ), εμπλέκουν στο παίγνιο ισχυρά συμφέροντα, που έχει έρθει πλέον ο καιρός να υλοποιήσουν τις επενδύσεις τους. Κάτι που ίσως εξηγεί και την ταυτόχρονη έναρξη συγκρούσεων στην περιοχή που υπέβοσκαν εδώ και δεκαετίες. Κι εάν κάτι κρίνεται ως απολύτως απαραίτητο για την υλοποίησή τους, είναι μία ελεγχόμενη κατάσταση ηρεμίας και ασφάλειας που θα προκύψει «την επόμενη μέρα».

  Με βάση όλα τα παραπάνω λοιπόν, οι ελληνοτουρκικές διαφορές στην περιοχή έχουν τεθεί υπό το έντονο βλέμμα διεθνών παραγόντων, που δεν αποκλείεται να θέσουν σε εφαρμογή τους σχεδιασμούς τους για την εξασφάλιση και διατήρηση αυτής της κατάστασης.

  Κι εάν η εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, δείχνει να μπορεί να ελεγχθεί από το Ερντογανικό καθεστώς, οποιαδήποτε αποσταθεροποίηση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, εάν από αυτή δεν προκύψει άμεσα μια αξιόπιστη, ισχυρή και με καθολική κοινωνική αποδοχή διάδοχη κατάσταση, μόνο εθνικές ήττες μπορεί να φέρει.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Και ο κόσμος ανάσανε!

 

Χωρίς την παρουσία του πολυπληθούς ακροατηρίου αλλά με την ίδια διάθεση εντυπωσιασμού μέσω ενός τελετουργικού βασισμένου σε χολιγουντιανά πρότυπα, ακόμη και των εξαιρετικών σε μέγεθος και έκταση μέτρων ασφαλείας ορκίσθηκε ο 46ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής κ. Τζο Μπάϊντεν.

Και ο κόσμος ανάσανε!

Ιδιαίτερα δε στην Ελλάδα, οι αντιδράσεις θυμίζουν έντονα, κατά παράδοξο με βάση τη λογική (όχι όμως για τη χώρα μας) τρόπο, παρόμοιες τέτοιες, όταν στην ίδια θέση πριν τέσσερα χρόνια είχε ορκιστεί ο -απελθών πλέον- Ντόναλντ Τραμπ. Αντιδράσεις και προσδοκίες που δεν άργησαν να διαψευστούν, όταν ο πρώην πρόεδρος ύψωνε, κάθε φορά που χρειαζόταν, ένα ισχυρό τοίχος προστασίας προς τον «μεγάλο σκακιστή» (όπως τον είχε αποκαλέσει) πρόεδρο της Τουρκίας Ρ.Τ.Ερντογάν.

Πόσο αυτό πρόκειται να αλλάξει; Σε γενικές γραμμές, αρκετά. Όχι όμως με τέτοιο τρόπο που θα οδηγούσε την Τουρκία, ως χώρα και όχι ως «Ερντογάν», να απομακρυνθεί εντελώς από αυτό που αποκαλούμε «Δύση», όταν πρόκειται να περιγράψουμε μονολεκτικά τον δημοκρατικό και προοδευτικό τρόπο διακυβέρνησης.

Όσο κι εάν ο γερουσιαστής Ρ. Μενέντεζ, θερμός υποστηρικτής των κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας με βάση τον αμερικανικό νόμο CAATSA, πρόκειται να αναλάβει χρέη προέδρου της πανίσχυρης Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, όσο κι εάν ο νέος «υπουργός» («γραμματέας» σύμφωνα με το αμερικανικό συνταγματικό πρότυπο) Εξωτερικών Α. Μπλίνκεν δήλωσε πως η Τουρκία «δεν συμπεριφέρεται ως σύμμαχος των ΗΠΑ», όσους -τέλος- Ελληνοαμερικανούς κι εάν εντοπίσουμε στο νέο κυβερνητικό επιτελείο του προέδρου Μπάϊντεν, ένα είναι το μόνο απολύτως σίγουρο. Το σύνολο των ενεργειών, του συνόλου των στελεχών της διακυβέρνησης Μπάϊντεν, θα κινηθεί προς την κατεύθυνση επαναφοράς της Τουρκίας στους «κόλπους» της «Δύσης».

Ο τρόπος, ή οι τρόποι που θα επιλεγούν, ώστε αυτός ο στρατηγικός στόχος να επιτευχθεί, θα λάβουν τη μορφή της γνωστής μεθόδου «καρότο και μαστίγιο», ξεκινώντας από το «μαστίγιο», ή αλλιώς «κυρώσεις».

Με δεδομένο το γεγονός -εδώ και αρκετά χρόνια- πως η τουρκική οικονομία δεν βρίσκεται και στα καλύτερά της, εάν προσθέσει κανείς και την τελευταία εξέλιξη της συμφωνίας του Κατάρ (που στήριζε σθεναρά την τουρκική οικονομία) με τις αραβικές χώρες, απομακρύνοντάς το από την «επιρροή» του Ιράν, αλλά και τη  δεδομένη πιο ενεργή στροφή της πολιτικής Μπάϊντεν προς τις χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ασίας, που θα ελαττώσει (εάν δεν στερήσει) την πιθανότητα περαιτέρω προσέγγισης της Τουρκίας με αυτές, είναι απλές πλέον οι κινήσεις που μπορούν να αναλάβουν οι ΗΠΑ, προς την κατεύθυνση των κυρώσεων εναντίον του καθεστώτος Ερντογάν.

Θα πρέπει πάντως να προστεθεί πως, ακριβώς λόγω του καθεστώτος Ερντογάν, είναι εξαιρετικά δύσκολο για τις ήδη άριστες και πολυεπίπεδες σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας, η άμεση και απόλυτη στροφή της πρώτης προς τις ΗΠΑ. Έτσι, εάν δεν υπάρξει κάποια δραματική αλλαγή στα πολιτικά πράγματα της εξ ανατολών γείτονος, η διαδικασία αυτή είτε θα τραβήξει σε μάκρος, είτε θα προκαλέσει πολιτική αναταραχή στην Τουρκία. Μία πολιτική αναταραχή που είναι πιθανό να προκαλέσει την έντονη «εξωτερίκευση» της κρίσης, προς την πλευρά -κυρίως- της Ελλάδας ή/και της Κύπρου.

Αυτό όμως που θα πρέπει επίσης να απασχολεί την Ελλάδα, είναι η πολιτική που θα ακολουθήσει, όχι μόνο το κυβερνητικό επιτελείο του προέδρου Μπάϊντεν, αλλά και το γραφειοκρατικό και επιχειρηματικό -κυρίως- κατεστημένο της αμερικανικής πολιτικής, όσον αφορά τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα δε τη Γαλλία, την αφρικανική «ζώνη του Σαχέλ» (χώρες της υποσαχάριας Αφρικής), όσο και τις χώρες συμμάχους μας στην ευρύτερη περιοχή, όπως είναι η Αίγυπτος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αλλά και η εν εξελίξει προσέγγισή μας με την Ινδία.

Τόσο σε επίπεδο διπλωματικών, όσο και των οικονομικών, ειδικά δε των στρατιωτικών, προσεγγίσεων (για να το θέσουμε… διπλωματικά) της χώρας μας με το σύνολο των ανωτέρω χωρών, δεν αποκλείεται να δοκιμαστούν, παράλληλα με τις κινήσεις των ΗΠΑ προς την πλευρά της Τουρκίας.

Η εμπειρία όχι και τόσο παλαιότερων ετών της διακυβέρνησης των δημοκρατικών στις ΗΠΑ, κυρίως όσον αφορά στην υπεράσπιση των συμφερόντων τους στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής αλλά και της Βόρειας Αφρικής, κι εάν οι δεσμοί που είχαν τότε συμπτυχθεί με οντότητες που αντιστρατεύονταν (το λιγότερο) τις στρατηγικές επιδιώξεις της χώρας μας, είναι σίγουρο πως δεν είναι και η καλύτερη.

Σε κάθε περίπτωση, έχοντας πάντα υπ’ όψιν μας πως αυτό που καθορίζει και οριοθετεί τις διεθνείς σχέσεις είναι η «ισχύς» και το «συμφέρον», αυτό που δεν θα πρέπει να περιμένουμε από τη νέα κυβέρνηση Μπάϊντεν, είναι ένας άκρατος φιλελληνισμός, όπως αυτός παρουσιάζεται τις τελευταίες ημέρες από τα ελληνικά ΜΜΕ. Με δεδομένο πως κάθε χώρα επιβάλλεται να καθορίζει και να επιδιώκει μόνη (και με τους εκάστοτε συμμάχους της) τις στρατηγικές επιλογές της, αλλάζοντας απλά τα σχέδια δράσης της (και όχι τον επιδιωκόμενο σκοπό) κάθε φορά που διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν τις επιλογές της, η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει το (με ελάχιστες εξαιρέσεις) εδώ και εικοσιπέντε περίπου χρόνια «δόγμα» της παθητικής και -ενδεχομένως- φοβικής εξωτερικής της πολιτικής, και να υιοθετήσει αυτό μιας ενεργητικής και με διαρκείς διεθνείς πρωτοβουλίες πολιτική.

Μία πολιτική που θα την απομακρύνει από την φινλανδοποίησή της, θέτοντας σταθερές βάσεις, τόσο για την ευκολότερη στήριξη, όσο και  για την ομαλότερη έξοδο της χώρας από τη νέα οικονομική κρίση που διαφαίνεται στον ορίζοντα, όσο βαδίζουμε προς το τέλος της υγειονομικής τέτοιας.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

Η Ελλάς σε έναν «κύκλο φωτιάς» Μέρος Ε΄ : Η Τουρκία στα Δυτικά Βαλκάνια


Η είδηση της έγκρισης από το Αλβανικό Κοινοβούλιο της στρατιωτικής συμφωνίας μεταξύ Αλβανίας και Τουρκίας, η 26η τέτοιου είδους τα τελευταία 22 χρόνια μεταξύ των δύο χωρών, με την συντριπτική μάλιστα πλειοψηφία των 105 «Ναι», ήταν απόλυτα αναμενόμενη.

Ήταν μάλιστα η δεύτερη τέτοια συμφωνία εντός του 2020. Τον περασμένο Φεβρουάριο ο Γενικός Δ/ντής  Αμυντικής Πολιτικής της Αλβανίας Φλ. Καλί και ο Τούρκος συνταγματάρχης Σ. Τζουμχούρ Σομέρ, στρατιωτικός ακόλουθος  της Τουρκίας στα Τίρανα, είχαν υπογράψει μνημόνιο Αμυντικής Συνεργασίας, σε συνέχεια και υλοποίηση του απόρρητου «Σχέδιου Συνεργασίας για το 2020» που είχε υπογραφεί μεταξύ των υπουργείων Άμυνας των δύο χωρών.

Μόλις τον περασμένο Μάιο δε, το αλβανικό Κοινοβούλιο είχε επικυρώσει αυτήν την Συμφωνία, μαζί με το πρωτόκολλο οικονομικής βοήθειας από την Άγκυρα προς τα Τίρανα. Ένα πενταετές σχέδιο το οποίο προβλέπει και την οικονομική ενίσχυση με 100 εκ. τουρκικές λίρες (16,5 εκ. δολάρια) που θα χρησιμεύσει για τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό των αλβανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Παράλληλα, τον Ιούνιο, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε πως 39 στελέχη των Αλβανικών Ενόπλων Δυνάμεων, είχαν μεταφερθεί με τουρκικό μεταγωγικό αεροσκάφος από τα Τίρανα στην Καμπούλ, όπου θα υπηρετούσαν εντός της Τουρκικής Ειδικής Ομάδας στο Αφγανιστάν.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας Ε. Ράμα άλλωστε, αναφερόμενος στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, έχει δηλώσει πως «Η αλβανική κυβέρνηση έχει συμπεριλάβει στην γραμμή της εξωτερικής της πολιτικής την Τουρκία ως στρατηγικό εταίρο […] χωρίς καμία αμφιβολία θεωρούμε την Τουρκία ως δύναμη με ιδιαίτερη σημασία στην περιοχή μας…», μία άποψη που συμμερίζεται και ο Αλβανός πρόεδρος Ι. Μέτα.

Ιστορικά, η περιοχή της σημερινής Αλβανίας, είχε υποταχθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1517 και βρισκόταν υπό τον έλεγχο της  έως το 1912. Με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αλβανίας το 1913 και την είσοδό της στην Κοινωνία των Εθνών τον Δεκέμβριο του 1920, οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών ξεκίνησαν το 1923, με την δημιουργία του σύγχρονου τουρκικού κράτους, διακόπηκαν το 1928 λόγω της μη αναγνώρισης του βασιλείου της Αλβανίας υπό τον βασιλιά Ζογκ από τον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος όμως μόλις τρία χρόνια αργότερα, το 1931, αναγνωρίζοντας τον εξαιρετικά σημαντικό ρόλο της χώρας στον έλεγχο της Αδριατικής, αναθέρμανε τις μεταξύ τους σχέσεις. Σχέσεις οι οποίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν διακόπηκαν ποτέ από τότε.

Η Τουρκία, χρησιμοποιώντας κάθε τρόπο και μέσο, δεν αφήνει καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, όσον αφορά στην εδραίωση και αύξηση της επιρροής της, τόσο στην Αλβανία, όσο και -είτε μέσω αυτής, είτε όχι- στην ευρύτερη περιοχή.

Μόνο μέσα στον Ιούλιο του 2020, ανέλαβε δύο πρωτοβουλίες. Η πρώτη ανακοινώθηκε στις αρχές του μήνα και αφορούσε στην Συμφωνία Συνεργασίας μεταξύ του υπουργείου Ανασυγκρότησης της Αλβανίας και του υπουργείου Περιβάλλοντος και Αστικοποίησης της Τουρκίας, για το κατασκευαστικό έργο 522 οικιών για τις οικογένειες που επλήγησαν από τον σεισμό της 26ης Νοεμβρίου του 2019 στο Λάτσι (στην βορειοδυτική Αλβανία), αλλά και την αποκατάσταση της κεντρικής πλατείας της πόλης, του κτιρίου του Δημαρχείου και ενός σχολείου.  Όλα ενταγμένα σε ένα ευρύτερο σχέδιο οικιστικής ανάπτυξης της πόλης, το οποίο, μεταξύ άλλων, θα περιλαμβάνει ένα υπόγειο parking, ένα εμπορικό κέντρο και χώρους πρασίνου.

Στα τέλη του ίδιου μήνα, σε ειδική τελετή, η υπουργός Άμυνας της Αλβανίας παρέλαβε από τον πρέσβη της Τουρκίας στα Τίρανα, την δωρεά ειδικού εξοπλισμού, οχημάτων και στολών για την αλβανική Πολιτική Προστασία, συνολικής αξίας 1,5 εκ. δολαρίων, ενώ μόλις τον περασμένο Μάϊο, είχε προηγηθεί η δωρεά δεκάδων χιλιάδων χειρουργικών μασκών, γαντιών, ιατρικών στολών και προστατευτικών γυαλιών, στο πλαίσιο αντιμετώπισης του νέου κορωνοϊού. Στο ίδιο πλαίσιο, η Τουρκία έστειλε επίσης αντίστοιχες δωρεές στις κυβερνήσεις στο Βελιγράδι, στο Σαράγεβο, στην Ποντογκόριτσα, στα Σκόπια και στην Πρίστινα.

Πριν έναν περίπου χρόνο, έγινε γνωστό πως Τούρκοι αστυνομικοί εκπαίδευσαν την αλβανική δύναμη ταχείας επέμβασης σε αποστολές καταστολής πλήθους. Έχει ήδη αναφερθεί σε προηγούμενο κείμενο, ότι ο πρωθυπουργός της χώρας Έ. Ράμα αντιμετωπίζει μία εξαιρετικά σοβαρή πολιτική αναταραχή στην χώρα του, με συνεχείς και -πολλές φορές- βίαιες διαδηλώσεις.

Η στενότατη αυτή συνεργασία μεταξύ των τουρκικών αστυνομικών υπηρεσιών με τις αντίστοιχες αλβανικές, επεκτείνεται και στην ανταλλαγή πληροφοριών, κάτι που ίσως δεν θα πρέπει να αφήνει αδιάφορη την Ελλάδα.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι ότι η όλη ενέργεια, ήταν και υπό την εποπτεία της Τουρκικής Υπηρεσίας Συνεργασίας και Συντονισμού, γνωστής και με το ακρωνύμιο “ΤΙΚΑ”.

Γι΄ αυτήν την, ιδρυθείσα με νόμο του υπουργείου Εξωτερικών, υπαγόμενη απευθείας στον πρωθυπουργό και λειτουργούσα υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού υπηρεσία όμως, θα μιλήσουμε λίγο πιο κάτω.

Είναι γεγονός ότι, εδώ και δεκαετίες, η τουρκική εξωτερική πολιτική δεν έκρυψε ότι επιδιώκει έναν αναβαθμισμένο ρόλο στα Βαλκάνια. Μία περιοχή με ιδιαίτερα σημαντικό γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Μια περιοχή που -διαχρονικά- υπήρξε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Στην σύγχρονη δε εποχή, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία και πρόσφατα η Κίνα, δείχνουν με κάθε τρόπο το ενδιαφέρον τους. Η Τουρκία, διεκδικεί όχι απλά μερίδιο επιρροής, αλλά τον ρόλο του ρυθμιστή των καταστάσεων.

Και αυτό, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, γνωρίζοντας την ιδιοσυγκρασία και τον χαρακτήρα των λαών της περιοχής, δεν προσπαθεί να το καταφέρει τόσο με την εμφάνισή της ως μεγάλης στρατιωτικής δύναμης, που με την ισχύ της θα επιβάλει τα θέλω της, όσο με την αργή, σταθερή και πάντα παρούσα προσπάθεια διείσδυσής της στις τοπικές κοινωνίες. Πότε εκμεταλλευόμενη την ύπαρξη πολιτιστικών μνημείων από την περίοδο της οθωμανικής κατοχής, πότε μέσω της εκπαίδευσης ιδρύοντας και συντηρώντας σχολεία και πότε -ίσως κυρίως- μέσω της μουσουλμανικής θρησκείας κλπ. Κι ας μην ξεχνάμε ότι οι κοινωνίες, οι λαοί, εκλέγουν τις κυβερνήσεις που αποφασίζουν τις πολιτικές που θα εφαρμοστούν.

Κι εδώ, έρχονται ως «υποστηρικτικές», ή ορθότερα «εκτελεστικές» δυνάμεις, οι ειδικές υπηρεσίες και τα ιδρύματα της Τουρκίας, που έχουν δημιουργηθεί για να επιτελέσουν το έργο, ακριβώς όσων περιγράφηκαν πιο πάνω.

Μία, και ίσως η σημαντικότερη από αυτές, είναι η ΤΙΚΑ. Μία Υπηρεσία για την οποία η Τουρκία δεν κρύβει ότι η αποτελεί έναν ενδιάμεσο φορέα της εξωτερικής της πολιτικής.

Κατ’ αρχήν, η ανάγκη δημιουργίας αυτής της Υπηρεσίας, προέκυψε το 1992 με την διάλυση της πρώην ΕΣΣΔ. Η ορθή πολιτική, όπως και η φύση, απεχθάνονται τα «κενά». Με την ανεξαρτητοποίηση μιας σειράς κρατών με τα οποία η Τουρκία πίστευε και πιστεύει πως μοιράζονται «… μια κοινή γλώσσα και μια κοινή κοινωνική μνήμη και πολιτισμό…» όπως αναφέρεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Υπηρεσίας, η Τουρκία έσπευσε να το εκμεταλλευθεί . Οι χώρες αυτές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την Τουρκία ως «ένα έθνος (εννοεί φυσικά το τουρκικό) που περιέχει διαφορετικές χώρες», είναι το Καζακστάν, το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Αζερμπαϊτζάν και το Κιργιζιστάν.

Η ΤΙΚΑ έλαβε την πλήρη νομική της μορφή το 1999 με νόμο του υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας για να υπαχθεί απευθείας στον πρωθυπουργό της χώρας, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Μόλις το 2018 χαρακτηρίστηκε ως δημόσιος νομικός φορέας, με ιδιωτικό όμως προϋπολογισμό, και αποφασίσθηκε να διεξάγει τις δραστηριότητές της ως υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού. Σήμερα η ΤΙΚΑ υλοποιεί έργα σε 150 χώρες, με 62 Γραφεία Συντονισμού Προγράμματος σε 60 χώρες, από την Κεντρική Ασία και τα Βαλκάνια έως την Αφρική, την Λατινική Αμερική και τα νησιά του Ειρηνικού. Ο σημερινός πρόεδρος της Υπηρεσίας Σερντάρ Τσαμ (διορίσθηκε το 2011), αποτελεί έναν από τους πιο έμπιστους και στενούς συνεργάτες του Τούρκου προέδρου Ερντογάν.

Συνοπτικά, οι κύριοι στόχοι της Υπηρεσίας, αφορούν στην οικονομική, εμπορική,  κοινωνική, πολιτιστική αλλά και στην εκπαιδευτική συνεργασία μεταξύ των κοινοτήτων ενδιαφέροντος της Τουρκίας. Κοινότητες οι οποίες μοιράζονται ένα τουλάχιστον κοινό χαρακτηριστικό. Είναι μουσουλμανικές. Η αναφορά άλλωστε στην «διατήρηση της κοινής πολιτιστικής και κοινωνικής κληρονομιάς και αξιών μεταξύ τους» δεν είναι καθόλου τυχαία.

Σε αυτό το πλαίσιο και σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις της, η TIKA έχει  πραγματοποιήσει πάνω από 500 σημαντικά έργα στην Αλβανία, στην διάρκεια των 25 ετών παρουσίας της στην χώρα.

Παράλληλες δράσεις έχουν αναληφθεί στο Μαυροβούνιο, μία χώρα στην οποία η ΤΙΚΑ λειτουργεί από το 2007. Αναστηλώσεις μνημείων από την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας (χαμάμ, τζαμιά κ.α.), εκπαιδεύσεις σε αστυνομικό και στρατιωτικό προσωπικό, αλλά και δωρεάν παραχώρηση θερμοκηπίων σε οικογένειες αγροτών στο βόρειο τμήμα της χώρας που κατοικείται κυρίως από οικογένειες Βοσνίων και Αλβανών. Μόλις τον περασμένο Φεβρουάριο άλλωστε, ο Μαυροβούνιος πρωθυπουργός Ντούσκο Μάρκοβιτς και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, τόνισαν τις θετικές προοπτικές της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, κατά την διάρκεια επίσημης επίσκεψης του τελευταίου στην χώρα.

Η ίδια περίπου δραστηριότητα και στους ίδιους τομείς, έχει ενεργοποιηθεί από την ΤΙΚΑ και στο γειτονικό Κόσσοβο, με έμφαση κυρίως στον τομέα της γεωργίας, της αναστήλωσης οθωμανικών μνημείων αλλά και της εκπαίδευσης.

Φαίνεται δε πως η Συμφωνία των Πρεσπών, δεν ανέστειλε κατά κανέναν τρόπο το έργο της ΤΙΚΑ και στην Βόρειο γείτονα. Στα τέλη του 2019 και με την ευκαιρία των εγκαινίων ενός ακόμη σχολείου που κατασκεύασε η ΤΙΚΑ στο Βαλάντοβο, μια πόλη στα νοτιοανατολικά της χώρας, ο συντονιστής της τοπικής Υπηρεσίας Αϊτέκιν Άιντεν δήλωσε ότι έχουν υλοποιήσει σχεδόν χίλια έργα σε διαφορετικές περιοχές της χώρας από το 2005, και ότι η TİKA έχει δωρίσει 40 σχολεία, συμπεριλαμβανομένων νέων κτιρίων, ανακαινίσεων ήδη υπαρχόντων και παροχής υλικοτεχνικού εξοπλισμού.

Ακόμη και ο ίδιος ο πρόεδρος της χώρας Στ. Πενταρόφσκι έχει εξάρει τον ρόλο της ΤΙΚΑ, αναφέροντας ότι «… έχει γίνει το σύμβολο του πνεύματος της τουρκικής αλληλεγγύης και της συνεισφοράς στην διάρκεια των ετών, και δεν αφορά μόνο τους Τούρκους ή μουσουλμάνους, αλλά όλους τους πολίτες της χώρας ανεξαρτήτως εθνικότητας θρησκείας η γλώσσας». Έτσι, δεν είναι περίεργο που ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν είναι «ο πιο αγαπημένος παγκόσμιος ηγέτης» στην γειτονική χώρα, σύμφωνα τουλάχιστον με σχετικά πρόσφατη (Φεβρουάριος 2020) δημοσκόπηση που πραγματοποίησε ο Οργανισμός Έρευνας Brima μέλος της διεθνούς εταιρίας έρευνας Gallup International Association (GIA).

Ίσως δικαιολογημένα λοιπόν, τον περασμένο Ιούνιο οι επόπτες του Δήμου της Ιερουσαλήμ αφαίρεσαν ταμπέλες της τουρκικής οργάνωσης ΤΙΚΑ, η οποία λειτουργεί μεταξύ των Αράβων της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, με σκοπό την εδραίωση και την ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στην ισραηλινή πρωτεύουσα. Αυτό τουλάχιστον ανέφερε η ιστοσελίδα Israel Hayom σε άρθρο της με τίτλο “Ο αγώνας κατά της τουρκικής οργάνωσης ΤΙΚΑ στην Ιερουσαλήμ”. Όπως είναι γνωστό, έγραφε η ιστοσελίδα, η ΤΙΚΑ έχει διοχετεύσει τα τελευταία χρόνια πολλά χρήματα στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και στην περιοχή του Όρους του Ναού.

Θα ήταν ίσως παράλειψη εάν από αυτό το κείμενο έλειπε έστω και μία μικρή αναφορά σε μια άλλη παρόμοια «υπηρεσία», στην Diyanet, την Διεύθυνση -δηλαδή- Θρησκευτικών Ζητημάτων στην Τουρκία. Πρόκειται για μια κρατική υπηρεσία που απασχολεί πάνω από 107.000 εργαζομένους, έχει παραρτήματα σε 145 χώρες και επιδίδεται κυρίως σε πολιτιστικές, εκπαιδευτικές και φιλανθρωπικές δράσεις. Πρόεδρος της Diyanet είναι ο Αλί Ερμπάς, ο ισχυρός θρησκευτικός ηγέτης της Τουρκίας, στην δικαιοδοσία του οποίου βρίσκεται πλέον η Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Είναι εκείνος που ανέβηκε στον άμβωνα κρατώντας ένα ξίφος στο χέρι. «Όχι οποιοδήποτε ξίφος, αλλά ένα οθωμανικό γιαταγάνι στην λάμα του οποίου είναι χαραγμένος ένας στίχος από το Κοράνι», όπως έγραψε η ανταποκρίτρια της γαλλικής εφημερίδας Le Monde στην Κωνσταντινούπολη, Marie Jégo.

Όπως δε αναφέρει σε δημοσίευμα της η ιστοσελίδα Foreign Affairs, oι ευρωπαϊκές χώρες ανησυχούν διότι ο πρόεδρος της Τουρκίας, μέσω της Diyanet, μπόρεσε να επεκτείνει την επιρροή του μεταξύ της τουρκικής διασποράς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Diyanet πληρώνει τους μισθούς των ιμάμηδων που αποστέλλονται από την Τουρκία και ελέγχει αυστηρά τα μηνύματα που εκπέμπουν. Τα εβδομαδιαία κηρύγματα της Παρασκευής είναι τα ίδια με αυτά που εκφωνούνται στην Τουρκία, τα οποία εκδίδονται από την έδρα της Diyanet στην Άγκυρα. Αυτό, αναφέρει η ιστοσελίδα, ήταν βαθύτατα ανησυχητικό για τους Ευρωπαίους αξιωματούχους, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η παρέμβαση της Τουρκίας στην θρησκευτική ζωή των μεταναστών, αποτρέπει την επιτυχή ενσωμάτωσή τους

Παράλειψη θα ήταν επίσης και η μη αναφορά στο Ίδρυμα Maarif (TMV). Έναν εκπαιδευτικό οργανισμό ο οποίος ιδρύθηκε το 2016, σχεδόν αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία, με σκοπό την ίδρυση τουρκικών σχολείων στο εξωτερικό. Μία από τις αποστολές του Maarif, ήταν και παραμένει το να αναλάβει το διεθνές δίκτυο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που λειτουργούσαν ή ακόμη λειτουργούν από την οργάνωση FETÖ του ισλαμιστή ιερέα Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο η Τουρκία κατηγορεί ως τον βασικό διοργανωτή του πραξικοπήματος. Το Ίδρυμα Μααρίφ δραστηριοποιείται πλέον σε 43 χώρες με 332 σχολεία και κοιτώνες, από απλά κέντρα εκπαίδευσης έως πανεπιστήμια, που εξυπηρετούν 38.846 μαθητές. Πολλά δε εξ αυτών και στα Δυτικά Βαλκάνια. Στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος, ως βασικός στόχος αναφέρεται η «αντανάκλαση των μεγάλων στόχων της μεγάλης Τουρκίας», ενώ ο επικεφαλής του, καθηγητής Μπιρόλ Ακγκιούν, σε παλαιότερη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Σαμπάχ» εξηγούσε ότι η δημιουργία του TMV συμβάλλει «στη ζύμωση και προώθηση βασικών προτεραιοτήτων της σύγχρονης Τουρκίας, στην εξωτερική πολιτική».

Πλησιάζοντας στο τέλος του -αρκετά μεγάλου- αυτού κειμένου, έχοντας κανείς υπ’ όψιν του όλα όσα έχουν αναφερθεί, αλλά και πολλά περισσότερα τα οποία μπορεί να βρει εάν «ξοδέψει» λίγο χρόνο για την άντληση κι άλλων -σχεδόν αμέτρητων- πληροφοριών που αφορούν όσα το κείμενο αυτό πραγματεύεται, προκύπτει η απορία «ποιος ο λόγος του να επιμένει κανείς πως η Τουρκία θεωρεί πρωταρχικό της στόχο την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως πλήρες της μέλος;»

Κατά την προσωπική άποψη, η Τουρκία δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να επιθυμεί την πλήρη ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν (ή όταν) ολοκληρωθούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις των Βρυξελλών με τις κυβερνήσεις στα Τίρανα, την Ποντγκόριτσα και τα Σκόπια, ή ακόμη χειρότερα, ξεκινήσουν αυτές με την Πρίστινα ή και το Σεράγεβο, η Τουρκία θα έχει όχι απλά επιτύχει τον στόχο της, διαθέτοντας πλέον και θεσμικά μία ισχυρή «φωνή» υποστήριξης των συμφερόντων της στην περιοχή, αλλά θα βρίσκεται ένα ακόμη βήμα πιο κοντά στην ολοκλήρωση του στρατηγικού της σχεδιασμού. Της αναβίωσης, με τα σύγχρονα δεδομένα,  του ευρωπαϊκού τμήματος της οθωμανικής αυτοκρατορίας.


Πηγές


Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

Ηράκλειος αποστολή με Αχίλλειο πτέρνα

photo Reuters

Ηράκλειος αποστολή. Έτσι αποκάλεσε ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζ.Π. Γιουνκέρ, την προσπάθεια που ανέλαβαν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ, η Τουρκία και -κυρίως- η Ελλάδα, με τη συμφωνία για την Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας στις 18 Μαρτίου του 2016.

Στόχος της Κοινής Δήλωσης, να τερματιστεί η παράνομη μετανάστευση από την Τουρκία και να  αντικατασταθούν οι επικίνδυνες μεταναστευτικές ροές από οργανωμένες, ασφαλείς και νόμιμες οδούς προς την Ευρώπη, για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο.

Σε αυτό το σημείο όμως, θα πρέπει να γίνει γνωστό πως :

α) ήδη από τον Ιούλιο του 2002, αποτελεί νόμο του ελληνικού κράτους το «Διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής, το οποίο υπεγράφη στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2001 και κυρώθηκε με το Ν.3030/2002 (ΦΕΚ Α΄-163/15-07-2002)
β) τον Μάϊο του 2014, δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η «Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Τουρκίας για την επανεισδοχή προσώπων που διαμένουν χωρίς άδεια» που είχε υπογραφεί στην Άγκυρα στις 16 Δεκεμβρίου του 2013 (Document 22014A0507(01), 7/5/2014, L 134/3) [1]
γ) τον Οκτώβριο του 2015, είχαν ήδη συμφωνηθεί μέτρα περιορισμού της παράνομης μετανάστευσης μεταξύ εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Τουρκίας (EU-Turkey Joint Action Plan, Βρυξέλλες 15/10/2015, MEMO/15/5860) [2]

Να σημειωθεί δε πως, από την 1η Ιουνίου 2016 τέθηκε σε ισχύ η ανωτέρω αναφερόμενη στο (β) Συμφωνία, ΚΑΙ για τους υπηκόους τρίτων χωρών, αντικαθιστώντας και το διμερές Ελληνο-Τουρκικό Πρωτόκολλο Επανεισδοχής που αναφέρεται στο (α). Ωστόσο, εκκρεμεί ακόμη η υπογραφή του Εφαρμοστικού Πρωτοκόλλου!

Μία απλή ανάγνωση και των τριών παραπάνω Συμφωνιών, αρκεί για να καταλάβει κανείς τα τεράστια κενά που άφηναν, είτε στην ερμηνεία, είτε στις διαδικασίες εφαρμογής τους.

Είναι πραγματικά απίστευτη η γραφειοκρατία που μπορούν να εμπνευστούν τα ανώτερα κλιμάκια της Ε.Ε. στις αποφάσεις-οδηγίες τους, όταν θέλουν είτε να εξυπηρετήσουν συμφέροντα συγκεκριμένων κρατών, είτε να κρατήσουν ισορροπίες, μην αποφασίζοντας -ουσιαστικά- τίποτε απολύτως!

Συνέβη δε αυτό που ήταν το απολύτως αναμενόμενο. Η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο, όλες τις δυνατότητες που της προσέφεραν οι… αδυναμίες των προβλέψεων και διαδικασιών, όλων των Συμφωνιών που είχε υπογράψει.

Παράλληλα, «ξέσπασε» η μεταναστευτική κρίση του 2015, καθιστώντας πλέον την γειτονική χώρα, πραγματικό ρυθμιστή των εξελίξεων, όσον αφορά στις μεταναστευτικές ροές. Ας μου επιτραπεί δε να αναφέρω πως, ενώ οι πολεμικές συγκρούσεις στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή, ήταν ήδη στον 3ο τους χρόνο δημιουργώντας μεγάλα «κύματα» προσφύγων προς την Τουρκία, είναι άξιο απορίας το πώς η μεταναστευτική κρίση του 2015 με τις μαζικές ροές προς την Ελλάδα, ξεκίνησαν την ίδια περίπου περίοδο που η Τουρκία θα έπρεπε να εφαρμόσει το σύνολο σχεδόν των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει, μέσω των Συμφωνιών που είχε υπογράψει. Συμπτώσεις!

Έτσι, «προέκυψε» η νομικά αμφιλεγόμενη (το λιγότερο) Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016, με αποτέλεσμα, μέχρι και σήμερα, να ισχύουν… τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, όσον αφορά το καθεστώς επιστροφής παράνομων μεταναστών από την Ελλάδα προς την Τουρκία!
      1)      Το διμερές Πρωτόκολλο Επανεισδοχής Ελλάδας–Τουρκίας του 2002 για όσους παράνομους μετανάστες βρίσκονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα,
      2)      η Συμφωνία Επανεισδοχής ΕΕ–Τουρκίας του 2014 μόνο για τους Τούρκους πολίτες που είχαν περάσει παράνομα στην Ελλάδα και
      3)      η Κοινή Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας του 2016 για τους παράνομους μετανάστες που βρίσκονταν στα νησιά του Αιγαίου! [3]

Η αναγκαιότητα που «επέβαλε» την Κοινή Δήλωση του 2016, ήταν αυτή ακριβώς που αναφέρεται σε μία από τις παραγράφους του Προοιμίου της. Το «…να εξαρθρωθεί το επιχειρηματικό μοντέλο των διακινητών και να προσφερθεί στους μετανάστες μια εναλλακτική λύση ώστε να μη βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή τους…».  Η ίδια όμως ακριβώς αιτιολογία, χρησιμοποιείται, τόσο στο Διμερές Πρωτόκολλο Επανεισδοχής Ελλάδας-Τουρκίας του 2002, όσο και στη Συμφωνία Επανεισδοχής ΕΕ-Τουρκίας του 2014!

Στο ίδιο δε Προοίμιο, αναφέρεται πως «στις 7 Μαρτίου 2016, η Τουρκία συμφώνησε περαιτέρω να δεχθεί την ταχεία επιστροφή ΟΛΩΝ των μεταναστών που δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας και μεταβαίνουν από την Τουρκία στην Ελλάδα...», χωρίς καμία ιδιαίτερη διευκρίνιση περί… νησιών. Αυτή, προκύπτει στα μέτρα-δράσεις που αναφέρονται πιο κάτω στο ίδιο κείμενο (δράσεις 1 & 2) [4].

Καταλυτικά, κατά την γνώμη μου, γεγονότα που παίζουν τεράστιο ρόλο για τις περαιτέρω εξελίξεις στο όλο ζήτημα, αποτελούν α) το πραξικόπημα που εκδηλώθηκε στην γειτονική χώρα τον Ιούλιο του 2016, β) οι συνταγματικές αλλαγές που έγιναν στην Τουρκία το 2017, παραχωρώντας υπερεξουσίες στον Πρόεδρο της χώρας, μετατρέποντας το πολίτευμά της σε Προεδρική Δημοκρατία, γ) οι προεδρικές εκλογές του Ιουλίου του 2018 που κατέστησαν τον Ερντογάν σε απόλυτο -σχεδόν- κυρίαρχο του πολιτικού (και όχι μόνο) κατεστημένου στη γειτονική χώρα, αλλά και δ) η άρνηση της χώρας μας να επιστρέψει στην Τουρκία τους 8 στρατιωτικούς που η ίδια θεωρούσε ως εμπλεκόμενους στο πραξικόπημα του 2016, και οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Ελλάδα. Μια άρνηση που δυσχέρανε ακόμη περισσότερο την εφαρμογή του Διμερούς Πρωτοκόλλου Επανεισδοχής Ελλάδας-Τουρκίας του 2002, προκαλώντας ακόμη και την επίσημη δήλωση του υπουργού εξωτερικών Τσαβούσογλου περί «παγώματος» της εφαρμογής του.

Με βάση λοιπόν την ήδη υπάρχουσα κωλυσιεργία (αν όχι άρνηση) της γείτονος να εφαρμόσει τις διαδικασίες επιστροφής στο έδαφός της όσων μεταναστών βρίσκονταν ήδη στην Ελλάδα και δεν ήταν δικαιούχοι διεθνούς προστασίας, όπως προκύπτει και από τα αναφερόμενα στο υπ’ αριθ. 4340/26-2-2018 έγγραφο του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο αναφέρεται πως «… ο επιβαλλόμενος [  ] περιορισμός των [  ] αιτούντων διεθνή προστασία, γίνεται [….] δεδομένου ότι οι αιτούντες οι οποίοι έχουν προωθηθεί στην ενδοχώρα και δεν παραμένουν στα νησιά του Αιγαίου δεν γίνονται δεκτοί προς επιστροφή από την Τουρκία, κατά τη μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πρακτική» [5], και κυρίως τις αναφορές περί «ελληνικών νησιών» στην Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, προέκυψε τον Μάϊο του 2017 η απόφαση της τότε Δ/ντριας της Υπηρεσίας Ασύλου (απόφαση 10464/31-5-2017), για τον περιορισμό-απαγόρευση μετακίνησης προς την ηπειρωτική χώρα, όσων μεταναστών-προσφύγων είχαν περάσει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Μία απόφαση που ακυρώθηκε από το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ, με την απόφαση 805/17.4.2018, με το ορθό σκεπτικό πως δεν αναφέρονταν «…οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε το μέτρο, προκειμένου να μπορεί να διαπιστωθεί ότι το μέτρο αυτό ήταν απαραίτητο (άρθρο 31 παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης)». Παρ’ ολ’ αυτά, μία μόλις εβδομάδα αργότερα, με νέα απόφασή του, ο νέος πλέον Δ/ντης της Υπηρεσίας Ασύλου, επέβαλε και πάλι τον γεωγραφικό περιορισμό όσων προσφύγων-μεταναστών έφταναν στα ελληνικά νησιά, προκειμένου να μη μετακινηθούν ελεύθερα στην ενδοχώρα.

Σήμερα, ακόμη και με την αλλαγή της κυβέρνησης και την ψήφιση του ν. 4636/11-2019 (ΦΕΚ Α΄169) «Περί Διεθνούς Προστασίας και άλλες διατάξεις», ο οποίος στο εδαφ.(α) της παρ.7 του Αρ. 39 προβλέπει πως «ο Διοικητής του Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης στα σύνορα της χώρας, λόγω επειγουσών αναγκών εξαιτίας αύξησης αφίξεων [….] και ιδίως σε περίπτωση προσώπων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, με απόφασή του δύναται να παραπέμπει τον υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης στην ενδοχώρα ή να ορίζει την παραμονή σε άλλες κατάλληλες δομές, για τη συνέχιση και την ολοκλήρωση της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης…», τίποτε σχεδόν δεν έχει αλλάξει, όσον αφορά στον συγκεκριμένο τομέα. Η Τουρκία εξακολουθεί να κωλυσιεργεί όσον αφορά στις επιστροφές, είτε από την ενδοχώρα, είτε από τα νησιά, σκληραίνοντας μάλιστα τη στάση της, φέρνοντας τα πράγματα σε οριακό σημείο.

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως, μοναδικός και κύριος ίσως σκοπός της μη μεταφοράς των μεταναστών-προσφύγων από τα ελληνικά νησιά στην ενδοχώρα, και τη συνεπακόλουθη αποσυμφόρησή τους, είναι το γεγονός πως με τις ανοιχτές δομές φιλοξενίας που υπάρχουν και την ελεύθερη μετακίνηση των μεταναστών χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο, το σύνολο σχεδόν των μεταφερομένων θα προσπαθούσε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να περάσει τα σύνορα της Ελλάδας, προς την ευρωπαϊκή χώρα στην οποία επιθυμούσε εξαρχής να πάει.

Κάτι που σίγουρα δεν επιθυμούν οι, γνωστές σε όλους, χώρες προορισμού.

Σκοπός του κειμένου, σίγουρα δεν ήταν το να κουράσει τον αναγνώστη με αλλεπάλληλες αναφορές στοιχείων.
Σκοπός του, ήταν να καταδείξει πως, γι’ ακόμη μία φορά, η «Ηράκλειος προσπάθεια» της χώρας μας, διέθετε «Αχίλλειο πτέρνα».


Πηγές :



Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Από τη συνδιαχείριση στη συνεκμετάλλευση;


Ήταν στα μέσα Οκτωβρίου του 2017, όταν ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Α. Τσίπρας έφθανε μπροστά από την πύλη του Λευκού Οίκου, όπου τον περίμενε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ. 

Ακολούθησε η καθιερωμένη φωτογραφία, η σύντομη επίσημη δήλωση μπροστά στις κάμερες, το δείπνο εργασίας και οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού και του Αμερικανού Προέδρου στον Κήπο των Ρόδων.

Τα θέματα που συζητήθηκαν είχαν να κάνουν με τις μεγάλες δυνατότητες που έχει η Ελλάδα στον τομέα των επενδύσεων, ειδικά στο πεδίο της ενέργειας και ειδικότερα στα κοιτάσματα στα ανοικτά της νότιας Κρήτης, και στην αμυντική συνεργασία των δύο χωρών, κυρίως δε με την επέκταση της συμφωνίας για τη χρήση της αμερικανικής ναυτικής βάσης στη Σούδα αλλά και την αναβάθμιση των ελληνικών αεροσκαφών F-16.

Αυτά τουλάχιστον έγραφαν τα διεθνή μέσα, υπογραμμίζοντας ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε πολύ καλό κλίμα.

Κανείς τότε, ή ακόμη και σήμερα, δεν μπορούσε και δεν μπορεί να υποστηρίξει, ότι ανάμεσα στα θέματα που συζητήθηκαν, δεν ήταν και η εντατικοποίηση του διαλόγου μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων.

Δύο μήνες αργότερα όμως, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2017, στη συνάντηση του Μ. Νίμιτς με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, ο διαμεσολαβητής του ΟΗΕ είχε εκφράσει την αισιοδοξία ότι «…εντός του 2018 μπορεί να βρεθεί λύση στο ζήτημα της ονομασίας» και ανήγγειλε την εντατικοποίηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας.

Μόλις έναν μήνα αργότερα, στις 17 Ιανουαρίου 2018 στη Νέα Υόρκη, και αφού είχε προηγηθεί μία μυστική συνάντηση μεταξύ των υπουργών εξωτερικών των δύο χωρών Ν. Κοτζιά και Ν. Δημητρωφ στη Θεσσαλονίκη, ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ μετά τη συνάντηση με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών, πρέσβεις Α. Βασιλάκη και Β. Ναουμόφσκι, έβγαινε από αυτή δηλώνοντας πολύ αισιόδοξος, εκτιμώντας μάλιστα πως το ζήτημα μπορεί να λυθεί εντός των προσεχών έξι μηνών.

Πέντε μόλις μήνες αργότερα, και αφού είχαν μεσολαβήσει αλλεπάλληλες συναντήσεις και επικοινωνίες μεταξύ των υπουργών εξωτερικών, αλλά και των πρωθυπουργών, των δύο χωρών, στις 17 Ιουνίου 2018 στο χωριό Ψαράδες της Φλώρινας, υπογράφηκε η Συμφωνία των Πρεσπών.

Μια συμφωνία η οποία -το λιγότερο- επέβαλε τη «συνδιαχείριση» του ονόματος (και της Ιστορίας και του Πολιτισμού; ) της «Μακεδονίας», και από της δύο χώρες.

Στα τέλη πια του 2019, με άλλη πλέον κυβέρνηση στην Ελλάδα, αυτή της Νέας Δημοκρατίας, είναι ήδη προγραμματισμένη η επίσκεψη του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, στις 7 Ιανουαρίου, για τη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντ. Τράμπ, με την ατζέντα των συζητήσεων να επικεντρώνεται, όπως έχει ανακοινωθεί, σε θέματα που άπτονται των διμερών σχέσεων και της οικονομίας.

Χωρίς τίποτε από τα παραπάνω να μπορεί να ερμηνευθεί απόλυτα ως ένα «κακό προηγούμενο», θα πρέπει ίσως να θυμηθούμε ένα από τα «ισχυρά» επιχειρήματα της κυβέρνησης Τσίπρα, όσον αφορά την αναγκαιότητα της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό της αυξανόμενης επιρροής της Τουρκίας στην γειτονική χώρα.

Μία φοβική δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, προσέγγιση, που δε λάμβανε όμως καθόλου υπόψιν της την ιδεολογική-θρησκευτική επιρροή, ταυτόχρονα με την οικονομική διείσδυση, της Τουρκίας, τόσο στον μουσουλμανικό πληθυσμό της γειτονικής χώρας, όσο και στην προσέλκυση-επιρροή στο σημαντικό μειονοτικό στοιχείο του αλβανικής καταγωγής πληθυσμού της, μέσω των άριστων σχέσεων μεταξύ Αλβανίας-Τουρκίας.

Μία φοβική προσέγγιση που, αν ισχύει κι εάν τυχόν κυριαρχεί ακόμη στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ίσως μας οδηγήσει και σε άλλες υποχωρήσεις, όπως η συνεκμετάλλευση των ορυκτών πόρων της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Ελλάδας.

Όπως γράφει και ο δημοσιογράφος Σ. Λυγερός σε άρθρο του τον περασμένο Ιούλιο, «…μετά την δήλωση Ν. Κοτζιά τον Μάρτιο στο Φόρουμ των Δελφών περί «μοναχοφάηδων», την δήλωση, στη συνέχεια, του διαδόχου του στο υπουργείο Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλου για τα δικαιώματα της Τουρκίας, η οποία είχε κινηθεί σε παρεμφερές μήκος κύματος, είχαμε (και) την αμφίσημη δήλωση του (νυν υπουργού Εξωτερικών) Ν. Δένδια στο Blooberg, ο οποίος αναφερόμενος στη δυνατότητες ελληνοτουρκικής συνεργασίας, είπε ότι υπάρχουν χιλιάδες συνέργειες από τον τουρισμό έως την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Τρεις δηλώσεις που μυρίζουν συνεκμετάλλευση».

Κανείς σήμερα, δεν μπορεί να ισχυρισθεί με βεβαιότητα, πως την δυσμενέστατη, κατά την γνώμη μου, εθνική υποχώρηση του 2018, θα ακολουθήσει άλλη μία εντός του 2020.

Αυτό που μπορεί όμως να κάνει, είναι με κάθε ευκαιρία και με κάθε ειρηνικό τρόπο, να διατρανώνει την εθνική ομοψυχία που επιβάλλεται να μας διακρίνει, τις καθοριστικές για το μέλλον της χώρας αυτές ημέρες.