Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΡΙΖΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΡΙΖΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Από τη Μεταπολίτευση στη Νέα Πολιτική Γεωγραφία: Πλουραλισμός, κρίση αντιπροσώπευσης και η αναδιάταξη του ελληνικού κομματικού συστήματος

 

  Ο παραδοσιακός δικομματισμός που χαρακτήριζε το ελληνικό κομματικό σύστημα, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης, κλονίσθηκε με την είσοδο της χώρας στην (τότε) ΕΟΚ και την κοινωνικοπολιτική ώσμωση που δημιούργησε η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου. Η ταυτόχρονη απώλεια της εξουσίας από την Νέα Δημοκρατία και η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ από κίνημα σε κόμμα εξουσίας, δημιούργησαν τις συνθήκες για την οριστική μεταμόρφωση του πολωτικού δικομματικού συστήματος σε «λανθάνων» πλουραλιστικό. Λανθάνων γιατί η ανάγκη που αναδύθηκε για την εκπροσώπηση των νέων κοινωνικών, οικονομικών και επαγγελματικών ομάδων, ερχόταν σε σύγκρουση με την άρνηση απαγκίστρωσης των κομμάτων εξουσίας από το πελατοκεντρικό σύστημα λειτουργίας τους.

  Η ίδια όμως η δημιουργία πλουραλιστικών κομμάτων στη χώρα, προϋπέθετε έναν υγιή εσωκομματικό διάλογο με συνθέσεις και συμβιβασμούς, που θα προσέδιδαν ευελιξία απέναντι στις κοινωνικοπολιτικές μεταβολές και θα απέκλειαν μία ομοιόμορφη ιδεολογική ταυτότητα. Έτσι, με στόχο τη μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα που θα προσέλκυε και μεγαλύτερο αριθμό ψηφοφόρων, αρχικά το ΠΑΣΟΚ υπό τον μανδύα του «εκσυγχρονισμού» και στη συνέχεια η Νέα Δημοκρατία με το όραμα της «μεγάλης κεντροδεξιάς παράταξης», καταβάλουν προσπάθειες να απεκδυθούν τις διαχωριστικές ταμπέλες του «αριστερά – δεξιά». Παράλληλα δημιουργούνται οι συνθήκες για την ανάδυση νέων κομματικών σχηματισμών που προσπαθούν να εκμεταλλευθούν αυτό ακριβώς το κενό, είτε προσελκύοντας «άστεγους» ιδεολογικά δεξιούς και αριστερούς ψηφοφόρους, είτε «καβαλώντας το κύμα» κοινωνικών, οικονομικών ή/και διεθνών εξελίξεων.

  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική κρίση του 2010 και ο «εκλογικός σεισμός» του 2012 αποτελούν οριακά σημεία του κομματικού μετασχηματισμού της χώρας. Oι «ανίερες συμμαχίες» των προηγούμενων δεκαετιών αποτελούν πλέον όχι απλά θέμα συζήτησης αλλά πολιτική και κομματική πρακτική. Τα ίδια τα κόμματα εξουσίας, ή με προοπτική εξουσίας, έχουν αποβάλλει τον ιδεολογικό δογματισμό τους και έχουν εγκαθιδρύσει εσωτερικούς μηχανισμούς που ευνοούν (θεωρητικά) την πολυφωνία στη λήψη αποφάσεων. Ταυτόχρονα όμως και με την ευρεία δημοσιότητα που προσφέρουν τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο, δοκιμάζεται σε μεγάλο βαθμό η ίδια η συνοχή και η αποτελεσματικότητά τους στον εκλογικό στίβο. Φαινόμενα όπως η μη ενιαία κομματική γραμμή και οι εσωκομματικές πιέσεις από ιδεολογικά δογματικές ή άλλες ομάδες συμφερόντων, αποτελούν θέματα που απασχολούν τη δημόσια συζήτηση. Φαινόμενα που είτε εντείνονται, είτε εξομαλύνονται υπό τον μανδύα νομής της εξουσίας.

  Από πολιτική-αναλυτική σκοπιά ο πλουραλισμός στην κυβέρνηση είναι πλεονέκτημα όταν λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου και σύνθεσης, αλλά γίνεται μειονέκτημα όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό παραλυσίας ή εσωτερικής διανομής ισχύος. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι αν ένα κυβερνών κόμμα είναι πλουραλιστικό, αλλά αν μπορεί να μετατρέπει την εσωτερική πολυφωνία σε αποτελεσματική συλλογική απόφαση. Ένα πλουραλιστικό κόμμα με ισχυρούς θεσμούς, σαφείς κανόνες και κοινό στρατηγικό προσανατολισμό μπορεί να παράγει πιο ισορροπημένη διακυβέρνηση. Αν όμως ο πλουραλισμός δεν συνοδεύεται από κοινή πολιτική κατεύθυνση και πειθαρχημένους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, μπορεί να οδηγήσει σε κυβερνητική αστάθεια.

  Κι εδώ ερχόμαστε στο κύριο αντικείμενο αυτού του κειμένου. Το πώς δηλαδή ο πλουραλισμός των κομμάτων και η κρίση αντιπροσώπευσης που έχει επιφέρει, επηρεάζει άμεσα την αναδιάταξη του κομματικού συστήματος της χώρας.

  Εκκινώντας από την κρίση αντιπροσώπευσης μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή από την πληθώρα των κομματικών σχηματισμών που είτε προϋπήρχαν χωρίς αξιόλογη εκλογική απήχηση, είτε έχουν δημιουργηθεί μετά το 2012 και διεκδικούν την ψήφο των πολιτών. Πρόκειται ουσιαστικά για το αποτέλεσμα της στροφής  των κομμάτων εξουσίας προς μια πιο πολυσυλλεκτική εικόνα που ενσωματώνει περισσότερες κοινωνικοοικονομικές (και όχι ιδεολογικές) τάσεις. Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει κυρίως τη μορφή των ομάδων συμφερόντων (φατρίες) στα κόμματα με κεντροδεξιό, και αυτή των συνιστωσών ή τάσεων σε αυτά με (κεντρο)αριστερό ιδεολογικό πρόσημο. Τα κενά που δημιουργούνται σε αυτό το σχήμα προσπαθούν να καλύψουν τα μικρότερα κόμματα. Σε αυτό το κομματικό σύστημα όμως, είναι δεδομένο ότι αρκετοί από τους πολίτες και για τους δικούς τους προσωπικούς λόγους, συνήθως απογοήτευση ή θυμός για τη μη αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων που τους απασχολούν, αισθάνονται πως είτε δεν εκπροσωπούνται από κανέναν, είτε δεν είναι διατεθειμένοι να «χαρίσουν» την ψήφο τους και απέχουν από τις εκλογές, ή αποφασίζουν την τελευταία στιγμή.

  Αξιολογώντας πλέον τη σημερινή κατάσταση, αρχικά, η παραδοχή ύπαρξης ενός πλουραλιστικού κόμματος όπως αυτό της Νέας Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση της χώρας, σε συνδυασμό με μία κατακερματισμένη και πολυκομματική αντιπολίτευση, λειτουργεί ως ιδανικό πεδίο δράσης εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που επιταχύνουν τις συνθήκες «διάβρωσης» του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος

  Περιφερειακά και διεθνή γεγονότα (αναθεωρητισμοί, πολεμικές συγκρούσεις, μεταναστευτικές ροές) ασκούν πίεση στα κόμματα για να πάρουν θέση σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά και εσωτερικών δομών και πολιτικών αποφάσεων/προτάσεων υποστήριξής της. Ως προνομιακά πεδία άσκησης κριτικής από την αντιπολίτευση, τα παραπάνω δημιουργούν συνθήκες πολιτικής ασφυξίας σε ένα πλουραλιστικό κυβερνών κόμμα, το οποίο θα πρέπει στο εσωτερικό του να συνθέσει τις απόψεις στελεχών του που επικαλούνται τις υποχρεώσεις μας στην ΕΕ, τις δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας ή/και προτείνουν (για δικούς τους λόγους) την αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας που θα διατάρασσε τα «ήρεμα νερά», με τις απόψεις εκείνων των στελεχών που προτείνουν μια πιο ενεργή τέτοια με την ανάληψη πρωτοβουλιών και τη λήψη αποφάσεων που θα ενίσχυε τη διεθνή θέση της χώρας.

  Από την άλλη, όταν υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες ή έντονη δημόσια συζήτηση και κριτική σχετικά με το κράτος δικαίου και το κόστος ζωής, ο ίδιος πλουραλισμός μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την πραγματική του αποτελεσματικότητα. Και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις στο κυβερνών κόμμα, αλλά εάν μπορούν αυτές οι διαφορετικές απόψεις να λειτουργήσουν πραγματικά ως εσωτερικός έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας. Αν η εσωτερική πολυφωνία υπάρχει μόνο σε ζητήματα δευτερεύουσας πολιτικής και δεν αγγίζει κρίσιμα ζητήματα θεσμών, δικαιοσύνης, διαφάνειας και λογοδοσίας, τότε ο πλουραλισμός μπορεί να είναι περισσότερο πολιτικό χαρακτηριστικό παρά πραγματικός μηχανισμός ελέγχου.

  Η σοβαρότητα των παραπάνω παραγόντων που επηρεάζουν άμεσα είτε τη διεθνή θέση της χώρας, είτε τη θεσμική ποιότητα και λειτουργία της δημοκρατίας μας, μοιάζει να μην λαμβάνουν την πρέπουσα προσοχή και διάσταση εντός του κομματικού και κυβερνητικού σχηματισμού. Εκεί που κάποιος θα περίμενε μία ζύμωση απόψεων και την εύρεση μιας κοινής συνισταμένης, αυτή προκύπτει αποκλειστικά και μόνο με ένα κριτήριο. Τη νομή της εξουσίας.

  Στην παρούσα χρονική συγκυρία όμως εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φαινόμενο. Μια ισχυρή κοινοβουλευτικά και πολιτικά κυβέρνηση, όχι επειδή διαθέτει κατ' ανάγκην εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική αποδοχή, αλλά επειδή η αντιπολίτευση αδυνατεί να συγκροτήσει έναν σοβαρό και αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Πολλές και διαφορετικές φωνές που δυσκολεύονται όμως να μετατρέψουν την κριτική σε εναλλακτική και αξιόπιστη πρόταση εξουσίας. Αυξημένη πολιτική πολυφωνία αλλά μειωμένη ικανότητα συγκρότησης πολιτικού αντίβαρου.

  Το ιδιαίτερο πολιτικό σχήμα που προκύπτει από τη (σημειολογική) αναφορά των παραπάνω περιλαμβάνει ένα πλουραλιστικό κυβερνών κόμμα με σχετικά ισχυρή αλλά συμπαγή κυβερνητική πλειοψηφία, έντονη κριτική σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, λειτουργίας του κράτους δικαίου και αδυναμίας αντιμετώπισης του ολοένα αυξανόμενου κόστους ζωής, και μία κατακερματισμένη αντιπολίτευση που αδυνατεί να πείσει ότι εκφράζει έναν αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Ως αποτέλεσμα έχουμε τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής ηγεμονίας τύπου Μεξικού.

  Εμβαθύνοντας λίγο περισσότερο στο σημερινό κομματικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα στα κόμματα που έχουν ήδη ή διαθέτουν προοπτική εξουσίας, θα μπορούσαν να αναφερθούν τα παρακάτω.

  Η Νέα Δημοκρατία ως πλουραλιστικό κεντροδεξιό κυβερνών πολιτικό κόμμα συνδυάζει φιλελεύθερες οικονομικές αντιλήψεις με μεταρρυθμιστικές τάσεις αλλά και πιο συντηρητικές απόψεις που προσελκύουν κεντρώους και συντηρητικούς ψηφοφόρους από διαφορετικές κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, βοηθώντας στη διεύρυνση της εκλογικής της βάσης. Η εσωτερική της πολυφωνία όμως δεν εξισορροπεί τα φαινόμενα κυβερνητικής αλαζονείας, λειτουργώντας κυρίως ως μηχανισμός προσέλκυσης ψηφοφόρων.

    Το ΠΑΣΟΚ ως επίσης πλουραλιστικό κεντρώο κόμμα, διαθέτει στελέχη που μπορούν να εκφράσουν -κατά μόνας- έναν τεχνοκρατικό και αξιόπιστο πολιτικό λόγο, ο οποίος όμως λόγω της πολιτικής προϊστορίας και της απώλειας της αίγλης του, μένει μακριά από το να κερδίσει πάλι την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το μεγαλύτερο θέμα που έχει να αντιμετωπίσει το κόμμα όμως, και παρά την προσπάθεια ανανέωσης και προσέλκυσης νέων στελεχών, είναι η παρουσία τάσεων χειραφέτησης παραδοσιακών ψηφοφόρων του, το μέγεθος της οποίας θα κρίνει και το μέλλον του κόμματος αμέσως μετά τις επόμενες εκλογές.

  Η νέα είσοδος στην πολιτική και κομματική αντιπαράθεση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα. Το νέο αρχηγοκεντρικό κόμμα με κεντροαριστερό ιδεολογικό πρόσημο, επιχειρεί να παρουσιάσει έναν αξιόπιστο πολιτικό λόγο, βασισμένο κυρίως τόσο σε νέα πρόσωπα, όσο και σε παλιά και έμπειρα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Το μεγάλο πλεονέκτημα αλλά ταυτόχρονα και μειονέκτημα του κόμματος είναι ο ίδιος ο αρχηγός του. Με στόχο την προσέλκυση του συνόλου των ψηφοφόρων (και όχι τόσο των στελεχών) του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΠΑΣΟΚ, η πολιτική προϊστορία του προέδρου του ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στους άμεσους σχεδιασμούς του.

  Πώς προκύπτει όμως από τα παραπάνω η επιταχυνόμενη προοπτική αναδιάταξης του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος;

  Συνοπτικά, έχουμε τη Νέα Δημοκρατία να κατέχει την εξουσία και την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη να προσπαθεί να θέσει σταδιακά το ΠΑΣΟΚ εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, ώστε να αποτελέσει τον δεύτερο ισχυρό πόλο εξουσίας. Παράλληλα, η έντονη κριτική σε σειρά σοβαρών πολιτικών ζητημάτων (εξωτερικής πολιτικής, κράτους δικαίου, ακρίβειας κλπ) από μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση δεν βρίσκει την ανάλογη ανταπόκριση τόσο από τους ψηφοφόρους, όσο και στο εσωτερικό της ΝΔ το οποίο εμφανίζεται συμπαγές υπό τον φόβο απώλειας της εξουσίας. Δημιουργείται έτσι μια ιδιότυπη ασυμμετρία πολιτικής ισχύος.

  Υπό αυτές τις συνθήκες αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο η εσωτερική λειτουργία του κυβερνώντος κόμματος και οι πολιτικο-ψηφοθηρικές κονταρομαχίες των άλλων κομμάτων εξουσίας, αλλά και το εάν η προοπτική δημιουργίας ενός νέου πολιτικού σχηματισμού υπό τον Αντ. Σαμαρά ως θεσμικού αντίβαρου, μπορεί να επηρεάσει άμεσα το σημερινό κομματικό σύστημα.

  Για να αλλάξει πραγματικά η μεταπολιτευτική κομματική αρχιτεκτονική, ένα κόμμα με αναφορά στον πρώην πρωθυπουργό θα πρέπει να πετύχει κάτι αρκετά δύσκολο. Να εκφράσει αποτελεσματικά την ελληνική (και όχι μόνο) συντηρητική μετατόπιση της κοινωνίας σε βιώσιμο, οργανωμένο και εκλογικά ανταγωνιστικό πολιτικό ρεύμα.

  Είναι γνωστό ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα οργανώθηκε για δεκαετίες γύρω από έναν σχετικά σταθερό διπολισμό Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ και σχετικά πρόσφατα Νέας Δημοκρατίας – ΣΥΡΙΖΑ. Παρά τις αλλαγές, υπήρχε πάντοτε ένας μεγάλος πόλος της κεντροδεξιάς. Εάν εμφανιστεί ένα νέο κόμμα που προέρχεται ιδεολογικά από τον χώρο της ΝΔ αλλά επιχειρεί να εκφράσει πιο έντονα συντηρητικές, πατριωτικές και κοινωνικά αποδεκτές θέσεις, τότε η κεντροδεξιά παύει να είναι ένας ενιαίος εκλογικός χώρος. Κι αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το ποσοστό του νέου κόμματος, μετατοπίζοντας ουσιαστικά τον άξονα της πολιτικής συζήτησης. Η πολιτική ρητορική της Νέας Δημοκρατίας θα πρέπει είτε να «κινηθεί» δεξιότερα, είτε να διατηρήσει τον κεντρώο/φιλελεύθερο χαρακτήρα της και να αποδεχθεί ότι ένα τμήμα της δεξιάς εκλογικής βάσης βρίσκεται ήδη και -διογκούμενο- θα συνεχίσει να βρίσκεται αλλού. Και οι δύο επιλογές έχουν κόστος.

  Με βάση όμως ποια στοιχεία ένα νέο πολιτικό κόμμα υπό τον Αντ. Σαμαρά μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη του κομματικού μετασχηματισμού;

  Αρχικά, ο Αντ. Σαμαράς έχει πολιτικό παρελθόν, πρωθυπουργική εμπειρία, αναγνωρισιμότητα και ιστορική σχέση με τη Νέα Δημοκρατία. Άρα δεν θα ξεκινούσε από μηδενική βάση. Απευθύνεται σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό χώρο λέγοντας πως δεν εγκαταλείπει την παράδοση της μεταπολιτευτικής κεντροδεξιάς, αλλά ότι η ΝΔ έχει απομακρυνθεί από αυτή την παράδοση. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από ένα νέο κόμμα που επιχειρεί απλώς να δημιουργήσει έναν καινούργιο πολιτικό χώρο. Το πολιτικό παρελθόν του Αντ. Σαμαρά όμως δεν επιτρέπει να περάσει εύκολα στους ψηφοφόρους η ρητορική εμφάνισης μιας νέας πολιτικής, με την κυριολεκτική έννοια. Επομένως, δημιουργείται ένα ιδιαίτερο πρόβλημα ταυτότητας. Ένα πρόβλημα που η λύση του βρίσκεται στον επιτυχή συνδυασμό της πολιτικής εμπειρίας, με την κοινωνική απαίτηση για πολιτική ανανέωση.

  Παράλληλα, το νέο κόμμα είναι πολύ πιθανό να αντικατοπτρίσει την εικόνα κατακερματισμού της κεντροαριστεράς, σε αυτή της κεντροδεξιάς, δημιουργώντας ένα νέο πολιτικό τρίγωνο ΝΔ–κόμμα Σαμαρά–άλλα δεξιά/συντηρητικά κόμματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο δυσδιάκριτος πλέον ιδεολογικοπολιτικός άξονας Αριστερά–Δεξιά θα μετατοπιστεί στα κοινωνικοπολιτικά θέματα της οικονομίας, των κοινωνικών αξιών, εθνικών θεμάτων, σχέσεων με την ΕΕ και λειτουργίας των θεσμών. Πρόκειται ουσιαστικά για την αρχή μιας πραγματικής αλλαγής της μεταπολιτευτικής πολιτικής γεωγραφίας.

  Η προσέλκυση δε ψηφοφόρων όχι «απλά δεξιών» αλλά κι εκείνων που θεωρούν ότι η παρούσα κυβερνητική πολιτική στα εθνικά θέματα είναι ανεπαρκής κι επιζητούν μεγαλύτερη έμφαση σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, ή πως η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν λύνεται με τη χορήγηση επιδομάτων αλλά (πχ) με την ορθή λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ή/και εντοπίζουν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του κράτους δικαίου στη χώρα (κ.α.), τότε το όλο εγχείρημα θα μπορούσε ένα γίνει πολύ ευρύτερο από ένα αρχηγοκεντρικό «κόμμα Σαμαρά». Σε περίπτωση δε που το νέο κόμμα συγκεντρώσει την προτίμηση ενός ποσοστού μεταξύ 10% - 15% στην πρώτη του εμφάνιση στις εκλογές, θα αποκτήσει μία συστημική επίδραση στο πολιτικό σύστημα της χώρας.

  Επιστρέφοντας έτσι στην αρχή αυτού του κειμένου, ο κομματικός πλουραλισμός που διαδέχθηκε τον πολωτικό δικομματισμό, αποκτά πλέον συγκεκριμένο νόημα και δράση μέσω της δημιουργίας πολλαπλών πόλων εξουσίας. Ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς μεταφέρεται πλέον ως πολιτικό φαινόμενο και στην κεντροδεξιά δημιουργώντας άμεσα ένα σύνθετο πολυκομματικό σύστημα. Ένα σύστημα όμως που με βάση τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις σε εθνικό, περιφερειακό αλλά και διεθνές επίπεδο, δείχνει τάσεις επιστροφής σε συντηρητικές αντιλήψεις που βρίσκουν την έκφρασή τους περισσότερο μέσα από συστήματα πολωτικού δικομματισμού.  

  Το πραγματικό ερώτημα πλέον που μένει να απαντηθεί προς την κατεύθυνση της πλήρους αναδιάταξης του ελληνικού κομματικού συστήματος, είναι εάν ένα νέο κόμμα υπό τον Αντ. Σαμαρά μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό ρεύμα που θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς τον ίδιο. Εάν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ναι, τότε θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για ένα νέο κομματικό σύστημα, τελείως διαφορετικό από αυτό που γνωρίσαμε στη μεγαλύτερη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

ΒΑΙΝΟΜΕΝ ΠΡΟΣ ΕΚΛΟΓΑΣ...


Η βραδιά μετά το τέλος των εκλογών για την ανάδειξη των εκπροσώπων της χώρας στο  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με διαπιστωμένη πλέον την μεγάλη διαφορά μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ, «έκρυβε» μία απρόσμενη και βιαστική -κατά τη γνώμη μου- έκπληξη. Μία έκπληξη που, αν και συζητιόταν στα τραπέζια των πολιτικών αναλύσεων, και εναγωνίως περίμεναν τα στελέχη κυρίως της ΝΔ, δεν περίμεναν με τίποτε τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, και όσοι με ψύχραιμο τρόπο ανέλυαν την πολιτική κατάσταση στη χώρα, αλλά και διεθνώς.

Ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, προσπαθώντας -πιθανόν- να κερδίσει τις εντυπώσεις εκείνο το δύσκολο, για τον ίδιο, βράδυ, ανήγγειλε την πρόθεσή του, αμέσως μετά το τέλος της 2ης Κυριακής των αυτοδιοικητικών εκλογών, να επισκεφθεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Παυλόπουλο, με σκοπό να του ανακοινώσει την παραίτηση της κυβέρνησής του, ώστε ο δεύτερος να προβεί στην προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών.

Πιστεύοντας πως θα αιφνιδιάσει -ίσως- τους πολιτικούς του αντιπάλους, ή και επηρεασμένος από έναν  στενό κύκλο κομματικών του συμβούλων, αυτό που πιθανόν δεν έλαβε υπ’ όψιν του, είναι πως η κίνησή του αυτή, εκτός του ότι δεν αιφνιδίασε καθόλου, αντιθέτως, έβαλε τη χώρα σε μία άκρως παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, εφόσον αυτή διαδέχεται εκείνη των ευρωπαϊκών και των αυτοδιοικητικών εκλογών, ταυτόχρονα όμως και εν μέσω μιας ρευστής, τόσο πολιτικά, όσο και γεωστρατηγικά χρονικής περιόδου.

Με τις κυβερνήσεις σημαντικών ευρωπαϊκών χωρών (Μεγ.Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία) να αντιμετωπίζουν εξαιρετικά σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, γειτονικές προς Βορρά πρωτεύουσες να βρίσκονται σε πολιτική εγρήγορση (Τύρανα, Σκόπια) και την γειτονική Τουρκία να βρίσκεται μπροστά στις -παρανόμως ακυρωμένες- δημοτικές εκλογές στην Κωνσταντινούπολη, κυρίως όμως να εντείνει τις προσπάθειές της για την επιβολή των απαιτήσεών της στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου στην Νότιο-Ανατολική Μεσόγειο, και στην ΑΟΖ της Κύπρου, η προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα, μόνο ως λογική κίνηση δεν μπορεί να εκληφθεί.

Είναι πιθανό ο κ. Τσίπρας, να πιστεύει πως ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους η Ελλάς να χρειάζεται μία όσο το δυνατόν πιο σταθερή νέα κυβέρνηση, η οποία να μπορεί να αντιπαρατεθεί στα μεγάλα διεθνή ζητήματα που την περιμένουν.

Ποιος όμως εγγυάται πως η σημερινή κυβέρνηση, έχοντας στην «πλάτη» της την -κατά τη γνώμη μου- εντελώς λανθασμένη υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, μπορεί να διαχειριστεί επιτυχώς και αποκλειστικά προς την επίτευξη του μέγιστου εθνικού συμφέροντος, όλα τα ανωτέρω εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής;

Και ποιος μπορεί αλήθεια να ξεχάσει την πολιτική του «kazan-kazan», των κουμπαριών, των ζεϊμπέκικων και των «καραβιών που θα κινούνται ελεύθερα στο Αιγαίο», κάποιων προηγούμενων από τους σημερινούς κυβερνώντες;

Μπορεί τελικά η καθημερινότητα και το αίσθημα της «δικαιοσύνης κατ’ ισότητα και ισονομία», τομείς που η σημερινή κυβέρνηση διατείνεται πως έχει το πλεονέκτημα,  ν’ αποτελέσουν τους μοναδικούς παράγοντες επιλογής της επόμενης κυβέρνησης από τους πολίτες;

Και ποιος εγγυάται πως στο χρονικό διάστημα μέχρι την διενέργεια των βουλευτικών εκλογών, δεν πρόκειται κάποιος άλλος, εξωγενής «αιφνιδιασμός», ν’ αλλάξει άρδην όλα τα δεδομένα;

Από την άλλη, είναι τα στελέχη αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος της ΝΔ, που προσπαθούν  ανεπιτυχώς να κρύψουν την «δίψα» τους για την ανακατάληψη της εξουσίας.

Το επικοινωνιακό επιτελείο του κ. Μητσοτάκη, με κόπο προσπαθεί να συγκρατήσει τόσο τον ίδιο, όσο και τα στελέχη του κόμματος που βλέπουν την ημέρα των βουλευτικών εκλογών ως… «λύτρωση» από τα δεινά που η σημερινή κυβέρνηση συσσώρευσε στη χώρα(!)

Είναι τόσο σίγουροι πως πλησιάζει η ώρα που θ’ αναλάβουν και πάλι τα «ηνία» της χώρας, ώστε προβαίνουν σε τέτοιες δηλώσεις αλαζονικής υπεροψίας, που αφήνουν έκπληκτους ακόμη κι εκείνους που είχαν αρχίσει -ματαίως- να πιστεύουν, πως η ΝΔ και τα στελέχη της έχουν αλλάξει τη νοοτροπία των «εκ Θεού ηγεμόνων» που τους διακατέχει.

Κι ενώ στις εσωτερικές συζητήσεις τους, αρκετά από τα στελέχη του κόμματος, τόσο παλιά, όσο και νέα, εκφράζουν ανοιχτά την ανησυχία τους (το λιγότερο) για την ικανότητα του προέδρου τους να κυβερνήσει, οι αναστολές τους αυτές εξαφανίζονται «ως δια μαγείας» στον δημόσιο λόγο τους, με την προσμονή ίσως κάποιας... «θεσμικής» ανταμοιβής.

Στο όλο «σκηνικό», πρέπει να προστεθεί το «νέο» ΠΑΣΟΚ, το οποίο υπό τον «πολιτικό μανδύα» του «Κινήματος Αλλαγής», προσπαθεί να αποκτήσει κάποια από την παλιά «αίγλη» των επαναλαμβανόμενων κυβερνητικών θητειών του.

Η κα Γεννηματά, έχοντας πιθανότατα αντιληφθεί πως η όποια επόμενη κυβέρνηση θα χρειαστεί τους εκλεγμένους βουλευτές της ώστε να συγκροτηθεί μία σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, προβαίνει σε κινήσεις που στην ουσία την οδηγούν στο να «πατά σε δύο βάρκες».

Κι αυτό είναι κάτι που, εάν δεν διαθέτει κανείς άριστες γνώσεις «πολιτικών ισορροπιών», συχνά οδηγεί σε… πτώση.

Κι ενώ υιοθετεί την ρητορική της ΝΔ περί «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ, ταυτόχρονα απομακρύνει από το κόμμα, εντελώς άκαιρα και στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, τον κ. Βενιζέλο, «κόκκινο πανί» για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Μια κίνηση που, όσες αντιρρήσεις κι εάν έχει κανείς για την πολιτική φυσιογνωμία του τελευταίου, κάθε άλλο παρά συσπειρώνει το εκλογικό «κοινό» του ΚΙΝΑΛ, σ’ έναν προεκλογικό αγώνα που ακόμη καλά-καλά δεν έχει αρχίσει.

Χωρίς έτι περαιτέρω να έχει δοθεί ένα, σαφές και εύκολα κατανοητό από τους πολίτες, νόημα σε αυτή τη «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ, εκτός εάν με αυτό εννοούν την -εντελώς ανέφικτη σήμερα- επιστροφή του τελευταίου στα ποσοστά που είχε τον Μάϊο του 2012, η κα Γεννηματά προσπαθεί να εμφανιστεί ως… «βασιλικότερη του βασιλέως», επιβάλλοντας το δικό της «θέλω» σ’ έναν κομματικό μηχανισμό και τα στελέχη του που ακόμη… δεν έχουν αποδεχθεί πλήρως την ίδια ως αρχηγό του κόμματος(!)

Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, τόσο σε αυτή του κ. Μητσοτάκη, όσο και αυτή της κας Γεννηματά, οι επίδοξοι διάδοχοί τους περιμένουν το απόλυτο «στραβοπάτημα» που θα οδηγήσει τους ίδιους στην αρχηγία (ή ανακατάληψη) του κόμματος.

Συνοψίζοντας, η εντελώς ακατάλληλη χρονική στιγμή για την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών, έρχεται να συμπληρωθεί, τόσο από την αβεβαιότητα συγκρότησης μιας σταθερής και με σαφή πολιτικό προσανατολισμό κυβέρνησης την επόμενη μέρα των εκλογών, κάτι άκρως απαραίτητο στην μετά μνημονίων εποχή, όσο και από τις αναταράξεις στο εσωτερικό των κομμάτων, όλων των προαναφερόμενων κύριων διεκδικητών της εξουσίας.

Εν μέσω θέρους, με τους πολίτες να είναι αμφίβολο εάν θα «τείνουν ευήκοα ώτα» στους κομματικούς εκπροσώπους, οι βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου, αν και για κάποιους λειτουργούν ως «Σειρήνες της εξουσίας», είναι πιθανό τελικά το αποτέλεσμά τους να βρει τη χώρα «δεμένη στο κατάρτι» του πλοίου, που την ταξιδεύει στα ταραγμένα νερά του παγκόσμιου γίγνεσθαι.

Ίδωμεν…

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

Πρώτη φορά αριστερά, ή μήπως όχι ;

Όταν στις 25 Ιανουαρίου οι Ελληνίδες και οι Έλληνες κλήθηκαν ν’ αποφασίσουν για το μέλλον της πατρίδας τους, πρωταρχικό μέλημα της συντριπτικής τους πλειονότητας, ήταν η απαγκίστρωση της χώρας από την καταστροφική υφεσιακή πολιτική που της είχε επιβληθεί από τους δανειστές της.

Στο μυαλό των περισσότερων, ήταν επίσης η πολιτική (κατ’ αρχήν) καταδίκη εκείνων των κομμάτων και των εκπροσώπων τους, που με τις αποφάσεις τους είχαν οδηγήσει εκατομμύρια συμπολιτών μας στα όρια της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Κάποιοι, είχαν ακούσει για το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ, ή και γενικότερα για τα προγράμματα διακυβέρνησης των άλλων κομμάτων.
Ακόμη λιγότεροι, τα είχαν διαβάσει.

Πόσοι όμως από αυτούς επέλεξαν τελικά τον ΣΥΡΙΖΑ ως αριστερό κόμμα ; Πόσοι πραγματικά επέλεξαν με την ψήφο τους την εφαρμογή αριστερών πολιτικών στην Ελλάδα ;

Ας αναρωτηθούν όσοι σήμερα επιμένουν ακόμη για την «πρώτη φορά αριστερά», μήπως τελικά αυτό που οι πολίτες θέλησαν να εκφράσουν με την επιλογή τους, και το επανέλαβαν στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, ήταν μεν η εκ βάθρων αλλαγή της καταστροφικής πολιτικής που τους είχε εξαθλιώσει, τόσο οικονομικά, όσο και ηθικά, ΟΧΙ όμως με την ολοκληρωτική στροφή της Ελλάδας σε μία αδιέξοδη και -κατά τη γνώμη μου- εθνικά επικίνδυνη (σήμερα ακόμη περισσότερο) αριστερή πολιτική.

Όσοι λοιπόν εκ των μελών της κυβέρνησης, αλλά και των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των στελεχών που κλήθηκαν ή πρόκειται να κληθούν να στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό, έχουν κατά νου την εφαρμογή μιας ακραιφνούς αριστερής πολιτικής στην Ελλάδα, καλά θα κάνουν να το ξεχάσουν. Δεν ψηφίσθηκαν και δεν επελέγησαν γι’ αυτό.

Η Ελλάδα, δεν μπορεί και δεν πρέπει, σε αγαστή ουσιαστικά συνεργασία με τις μύχιες σκέψεις και σχεδιασμούς του κ. Σόιμπλε και των (εμφανών ή μη) υποστηρικτών του, αλλά και (τι οξύμωρο !) των ακραίων φωνών στην Ευρώπη, να γίνει ο «πυροκροτητής» της διάλυσης όχι μόνο της Ευρωζώνης αλλά πιθανόν και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ας γίνει λοιπόν κατανοητό ότι μπορεί μεν ο ΣΥΡΙΖΑ να κέρδισε τις εκλογές, δεν κέρδισε όμως το δικαίωμα ΚΑΜΙΑ «αριστερή πλατφόρμα» να εφαρμόσει πολιτικές, που σε πρώτο βαθμό θέτουν σε άμεσο κίνδυνο αποσταθεροποίησης τη χώρα, ενώ ταυτόχρονα βάζουν και τα θεμέλια για μελλοντικά αδιέξοδα.

Κι όσο πιο σύντομα γίνει αυτό, τόσο το καλύτερο για όλους.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Οι λεπτές ισορροπίες

Την 1η Μαρτίου, στο δημοσιευμένο μου κείμενο με τον τίτλο «Κερδίσαμε ;» και με αφορμή τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, είχα επισημάνει ότι « …η «δημιουργική ασάφεια» σε ένα κείμενο, μπορεί μεν να δίνει την ευχέρεια ερμηνείας του κατά το δοκούν από εκείνους που το διαβάζουν, και θα πρέπει στη συνέχεια να το εξηγήσουν, στην πραγματικότητα όμως απλά παρατείνει στο σχετικά άμεσο μέλλον την αδήριτη ανάγκη της πλήρους εξήγησής του, σε συμφωνία και αγαστή συνεργασία μάλιστα όσων το έχουν υπογράψει.
Το μόνο λοιπόν που προσφέρει στην παρούσα φάση η ασάφεια των όρων, των λέξεων και των προτάσεων των κειμένων του Eurogroup, είναι η δημιουργία ενός «κενού χρόνου», μιας … «ανακωχής» θα έλεγε κανείς, μέχρις ότου ο καθένας από τους υπογράφοντες κληθεί εκ των πραγμάτων να έρθει και πάλι στο σημείο της αντιπαράθεσης, που προϋπήρχε της υπογραφής τους … Θετικό το γεγονός ότι αυτός ο «κενός χρόνος» μπορεί εκμεταλλευθεί από την ελληνική κυβέρνηση ώστε, βασιζόμενη στην ανωτέρω ασάφεια των όρων, προβεί στις πολιτικές και νομοθετικές εκείνες ενέργειες που θα ενισχύσουν τόσο το διαπραγματευτικό, όσο και το πολιτικό αλλά και  με κοινωνικό προσανατολισμό προφίλ της.
 Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι ενέργειες αυτές να μην δημιουργήσουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, εντός του οποίου η ίδια θα κληθεί να λειτουργήσει σε λίγους μήνες. Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση, στο άμεσο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να «διαλέξει τις θέσεις μάχης της» και ποιοι θα είναι απέναντί της. Το σενάριο μιας  -κατ’ αρχήν- «βελούδινης σύγκρουσης» με τους «εταίρους» και δανειστές μας είναι υπαρκτό, αλλά δεν  πρόκειται να μείνει εκεί.
Λεπτές σίγουρα οι ισορροπίες και δύσκολες οι αποφάσεις.»

Οι λεπτές λοιπόν ισορροπίες, κάποιοι τις αποκαλούν και «βάδισμα σε τεντωμένο σχοινί», που ήταν και είναι αναγκασμένη εκ των πραγμάτων να κρατά η σημερινή κυβέρνηση, είναι δεδομένο ότι δεν μπορούν να ισχύσουν για καιρό.
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της 12ης Ιουλίου, τόσο η κατάσταση -αρκετών πια- οξύμωρων σχημάτων που έχουν δημιουργηθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή, όσο και η εμπειρία των μέχρι σήμερα διαπραγματεύσεων με τους «εταίρους» και δανειστές μας, αλλά και αυτών που έπονται, εξακολουθούν να δημιουργούν και μάλιστα να αυξάνουν σε ένταση, το ασφυκτικό εκείνο περιβάλλον μέσα στο οποίο οποιαδήποτε επαμφοτερίζουσα θέση, δεν μπορεί (και δεν πρόκειται) να γίνει δεκτή από κανέναν.
Στους αμέσως προσεχείς μήνες, αν όχι ημέρες, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εγκαταλείψει την τακτική των «δύο προσώπων», ένα για το εσωτερικό και ένα για το εξωτερικό, και να οριστικοποιήσει τις πραγματικές της θέσεις.
Με δυο λόγια, είναι πρακτικά (και διαπραγματευτικά) αδύνατο, να «υιοθετεί» στο εσωτερικό της χώρας την ρητορική του «πραξικοπήματος» και της «συνθηκολόγησης» που μας επιβλήθηκε από τους «εταίρους» μας (κι αυτό αληθεύει), ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει ότι με τους ίδιους ακριβώς «εταίρους» θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί, επιδιώκοντας να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της, κυρίως δε όσον αφορά την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, ακόμη κι εάν κάτι τέτοιο προβλέπεται στα όσα έχουν υπογραφεί.
Με ποιο σκεπτικό και κάτω από ποια πίεση, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι τους οποίους κάποιοι κατηγορούν ανοιχτά ότι ουσιαστικά κατέλυσαν την δημοκρατία στην Ελλάδα, θα δεχθούν τα δίκαια αιτήματά μας, όταν αποδεδειγμένα δεν το έχουν πράξει μέχρι σήμερα ;
Για ποιον μάλιστα λόγο να το κάνουν, όταν γνωρίζουν ότι ο χρόνος λειτουργεί πλέον εις βάρος μας (πχ, στα μέσα Αυγούστου λήγουν και πάλι ομόλογα αξίας 3,5δις της ΕΚΤ) ;
Εάν λοιπόν η συμφωνία της 12ης Ιουλίου έγινε με το βαθύτερο σκεπτικό να κερδηθεί χρόνος, ο χρόνος αυτός α) δεν είναι απεριόριστος και β) ως αξία -σήμερα- βρίσκεται στα «χέρια των αντιπάλων».
Από την άλλη, η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την αφορμή για την ανάδειξη των ήδη υπαρχόντων πολιτικών διαφορών, τόσο μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και στους Ανεξάρτητους Έλληνες.
Διαφορές που εάν μέχρι πρότινος -και μέχρι σήμερα- παραβλέπονταν για χάρη της κυβερνητικής σταθερότητας, είναι πλέον φανερό ότι θα οδηγήσουν σε καταστάσεις που α) δεν ευνοούν την διαπραγματευτική θέση της χώρας και β) είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε αλλαγές στο πολιτικό της σκηνικό.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι σήμερα η κυβέρνηση (και για διαφορετικούς λόγους) βρίσκεται στην ίδια περίπου θέση με την προηγούμενη κατά τους τελευταίους τρεις περίπου μήνες της θητείας της, όταν η κυβερνητική απραξία, που τότε από κάποιους περιγραφόταν ως «τα μολύβια κάτω», είχε ως γενεσιουργή της αιτία την αδιόρατη «απειλή» των πρόωρων εκλογών και της αλλαγής της πολιτικής κατάστασης στη χώρα (όπως αναφέρεται και πιο πάνω).
Τουλάχιστον έτσι η κατάσταση ενδεχομένως να «μεταφραστεί», από εκείνους ακριβώς με τους οποίους καλούμαστε να διαπραγματευτούμε.
Θεωρώ ως αρκετά πιθανό πλέον, η κυβερνητική σταθερότητα να αποτελέσει προαπαιτούμενο (όπως ακριβώς και τα πρόσφατα νομοσχέδια) από τους «εταίρους» μας, για μία «σωστή και με σοβαρότητα διαπραγμάτευση». Το ζήτημα δε της «εμπιστοσύνης» είναι επίσης πιθανό να κάνει και πάλι την «εμφάνισή» του κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που έπονται.
Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά θα επιδιωχθεί η πραγμάτωση ενός εκ των βασικότερων στόχων τους. Η δημιουργία στην Ελλάδα μιας πειθήνιας (συνεργάσιμης για κάποιους) κυβέρνησης η οποία θα κληθεί να εφαρμόσει τα μέτρα του τρίτου μνημονίου που είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει ως συνέπεια μιας νέας δανειακής σύμβασης.
Μιας δανειακής σύμβασης και ενός μνημονίου που ήταν γνωστό σε όλους (από το 2010) ότι θα έπρεπε να υπάρξει, ακριβώς λόγω του ότι τα πέντε χρόνια των δύο προηγούμενων υφεσιακών προγραμμάτων-μνημονίων, δεν είχαν σκοπό τη διάσωση της χώρας, αλλά αυτή των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών (στην 1η δανειακή) και των ελληνικών (στην 2η), ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνταν οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες εντός της χώρας, που θα την οδηγούσαν και πάλι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αλλά αυτή τη φορά σε ακόμη πιο δυσχερή θέση.
Δεν χωρά νομίζω καμία αμφιβολία ότι κυρίως με την υπογραφή της 2ης δανειακής σύμβασης τον Φεβρουάριο του 2012 από την κυβέρνηση Παπαδήμου και της τροποποίησής της τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, το σύνολο σχεδόν των περιουσιακών στοιχείων της χώρας, παραδόθηκε «στα χέρια» των δανειστών, μέσω της παραίτησης από κάθε ασυλία τόσο της χώρας, όσο (και για πρώτη φορά) της Τράπεζας της Ελλάδας αλλά και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).
Η πραγματικότητα αυτή, το δεδομένο δηλαδή ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης συμφωνίας την επόμενη μέρα (και για αρκετούς μήνες) δε θα υπήρχε τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα (με ότι αυτό συνεπάγεται), έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Και είναι αυτή που, σε συνδυασμό με τους πιθανούς εθνικούς κινδύνους που ενδεχομένως είτε θα «προκαλούνταν» από εξωγενείς παράγοντες, είτε ως συνέπεια μιας ευρείας κοινωνικής αναταραχής, οδήγησε το χέρι του πρωθυπουργού στην υπογραφή της συμφωνίας.
Αυτό όμως είναι κάτι που θα έπρεπε να γνωρίζει.
Εάν λοιπόν όλα τα ανωτέρω, ως εξήγηση ή λογική υπόθεση αληθεύουν, μοναδικά πλέον επιχειρήματα της θέλησης για την κατάκτηση (και διατήρηση) της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους Ανεξάρτητους Έλληνες, δεν μπορεί να ήταν (και να είναι) άλλα, από α) την πραγματική και σε βάθος διερεύνηση των ευθυνών όσων με τις αποφάσεις τους οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή της κατάσταση και φυσικά την προσαγωγή τους στην δικαιοσύνη και β) μέσω των προηγούμενων ενεργειών και ως αποτέλεσμά τους, την αλλαγή του πολιτικού και μεγαλο-επιχειρηματικού περιβάλλοντος της χώρας και την «επαναφορά» ή αναπροσανατολισμό τους σε ένα υγιές και λειτουργικό σύστημα.
Κάτι που δεν θα μπορούσε (και δεν μπορεί) να γίνει -και δεν έγινε- με κυβερνήσεις οι οποίες περιελάμβαναν ή θα περιλαμβάνουν τα ίδια -πιθανόν-  πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως να φέρουν αυτές τις ευθύνες.
Αυτό είναι και το αφήγημα που θα πρέπει να υιοθετήσουν πλέον οι δύο σημερινοί συγκυβερνώντες πολιτικοί σχηματισμοί.
Και φυσικά να το θέσουν άμεσα σε εφαρμογή.
Δεν αρκεί όμως μόνον αυτό.
Άμεσα επίσης θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή ένα νέο στρατηγικά σχεδιασμένο πλαίσιο για την πραγματική και σε βάθος παραγωγική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας, με στόχους και προτεραιότητες που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εθνικής οικονομίας και της κοινωνίας, σε τομείς όπου η χώρα μας έχει συγκριτικό πλεονέκτημα. Στο ίδιο ακριβώς στρατηγικό πλαίσιο θα πρέπει να περιγράφονται επακριβώς και οι τρόποι με τους οποίους θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την μεσο-μακροπρόθεσμη άρση των δυσμενών επιπτώσεων που θα φέρουν στην ελληνική κοινωνία τα μέτρα που πρόκειται να επιβληθούν μέσω του 3ου μνημονίου.
Οι δύο ανωτέρω στόχοι πρέπει να τεθούν το δυνατό συντομότερο σε εφαρμογή, καθότι μπορούν -κατά τη γνώμη μου- να δημιουργήσουν τις ικανές αλλά και αναγκαίες συνθήκες, για την έξοδο της χώρας μας από την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια.
Μετά δε και την δυσμενή κατάληξη των διαπραγματεύσεων, κρίνονται πλέον ως ελάχιστες απαιτήσεις του συνόλου των πολιτών που εμπιστεύθηκαν με την ψήφο τους στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου τους δύο συνεργαζόμενους κυβερνητικούς σχηματισμούς ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων.
Έχοντας ως δεδομένα ότι α) το πολιτικό περιβάλλον στην Ευρώπη δεν μπορεί να αλλάξει από την μια μέρα στην άλλη, αν και τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη γίνει με την Ελλάδα (για άλλη μία φορά) ως «πυροκροτητή» των εξελίξεων, και β) η ίδια η ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά της, δεν ήταν και δεν είναι έτοιμη για μία ρήξη η οποία θα οδηγούσε τη χώρα και τους πολίτες της σε καταστάσεις που θα θύμιζαν ανάλογες αρκετών δεκαετιών πίσω, αυτό που θα πρέπει να σκεφτούμε είναι ότι εμείς, ως λαός, δίνοντας το χέρι ο ένας στον άλλο όπως κάναμε πάντα, μπορούμε να οδηγήσουμε και πάλι την Ελλάδα στη θέση που της αξίζει.
Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο εάν συνεχίσουμε να παρέχουμε αν όχι την εμπιστοσύνη, τουλάχιστον την ανοχή μας σ’ εκείνους που με βαθύ αίσθημα ευθύνης, επωμιζόμενοι ένα κόστος -όπως κι εμείς- για το οποίο δεν ήταν υπεύθυνοι, αποφάσισαν να φέρουν εις πέρας αυτό το τιτάνιο έργο.

Κι αν η απογοήτευση (το λιγότερο) κυριαρχεί σήμερα ως συναίσθημα, είναι γνωστό ότι το δέντρο της αισιοδοξίας πότιζε πάντα η ελπίδα. 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Στόχος τους, η «Εμπιστοσύνη»

Την 1η Μαρτίου που μας πέρασε, στο άρθρο με τίτλο «Κερδίσαμε ;» έγραφα ότι « … η νέα ελληνική κυβέρνηση, στο άμεσο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να «διαλέξει τις θέσεις μάχης της» και ποιοι θα είναι απέναντί της. Το σενάριο μιας  -κατ’ αρχήν- «βελούδινης σύγκρουσης» με τους «εταίρους» και δανειστές μας είναι υπαρκτό, αλλά δεν  πρόκειται να μείνει εκεί», προσπαθώντας να δώσω το «στίγμα» όσων πρόκειται να συμβούν στο άμεσα προσεχές μέλλον.

Ένα ακριβώς μήνα πριν, την 1η Φεβρουαρίου σε άρθρο με τίτλο «Μια κυνική ομολογία ;», είχα επισημάνει ότι η δημόσια δήλωση του κ. Σουλτς ότι θα προτιμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να είχε συνεργαστεί με «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ» και όχι με τους Ανεξάρτητους Έλληνες για το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, ουσιαστικά σηματοδοτούσε « … την αρχή (ίσως) μιας υπόγειας προσπάθειας για τη διάλυση αυτής της κυβερνητικής συνεργασίας, η οποία δε βολεύει με τίποτε, τόσο τους εγχώριους όσο και τους εκτός Ελλάδος διαχρονικά ωφελούμενους, από τις πολιτικές αποφάσεις των πολιτικών ταγών της χώρας. Μία προσπάθεια που, κατά τη γνώμη μου, ίσως κατευθυνθεί προσπαθώντας να βρει ευήκοα ώτα, όσο περίεργο κι αν ακουστεί σε κάποιους, κυρίως προς την (λεγόμενη) αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, παροτρύνοντας τους εκφραστές της στη σκλήρυνση της στάσης τους, όσον αφορά τις θέσεις και ιδέες τους, με τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμφωνήσουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες».

Συνδυάζοντας κανείς τις δύο πάνω παρατηρήσεις, και με δεδομένο μέχρι σήμερα ότι με τις κατάλληλες και αναγκαίες για την κυβερνητική σταθερότητα εσωτερικές πολιτικές αποφάσεις ισορροπίας, τόσο από πλευράς του ΣΥΡΙΖΑ αλλά κυρίως των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, με στόχο την διατήρηση του άκρως απαραίτητου κλίματος εμπιστοσύνης προς τη νέα κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και την μετάδοση του «μηνύματος» προς τους «εταίρους» και δανειστές μας, πως η κυβέρνηση αυτή διαθέτει εκτός της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού, το απαραίτητο εκείνο κύρος και αξιοπιστία που την εδραιώνουν πολιτικά, η στόχευση όσων αντιδρούν στη νέα πολιτική ανάταξης όχι μόνο της οικονομίας, αλλά και της εθνικής αξιοπρέπειας της Ελλάδας μέσω της «εκμετάλλευσης» ΚΑΙ του γεωπολιτικού της ρόλου, έχει πλέον αλλάξει.

Κατανοώντας, οι «εταίροι» μας, ότι μία ανατροπή της παρούσας κυβερνητικής συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι άμεσα εφικτή, έχουν ρίξει όλο το βάρος της πίεσής τους στην προσπάθεια δημιουργίας ενός κλίματος εσωτερικής αστάθειας, με τον ίδιο ακριβώς όμως πραγματικό στόχο. Την προσπάθεια αλλαγής -σταδιακά αυτή τη φορά- της πολιτικής ατζέντας της (όποιας) κυβέρνησης υπάρχει στην Ελλάδα.

Και πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ;
Με τη δοκιμασμένη τεχνική της «πίεσης μέχρι να υποκύψει το θύμα».
Μοχλός φυσικά της πίεσης, η οικονομική αδυναμία της χώρας να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των δανειστών της.

Πρόθυμοι εκφραστές, και για τα δικά του συμφέροντα ο καθένας, τόσο οι θεσμικοί και όχι εκπρόσωποί τους και, επίσης φυσικά, κεντρικά ΜΜΕ τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού.
Δημοσιεύματα επί δημοσιευμάτων για την «επικείμενη πτώχευση της Ελλάδας», το «επικείμενο Grexit» ή «Graccident» που επρόκειτο να συμβεί από μέρα σε μέρα ή από εβδομάδα σε εβδομάδα, που όλο και αναβαλλόταν !

Δηλώσεις επί δηλώσεων για τον «κίνδυνο να μην καταβληθούν μισθοί και συντάξεις», για το ότι «οι τράπεζες μένουν από ρευστό» και φυσικά για το ότι οι «εταίροι» μας έχουν ήδη επεξεργασθεί σενάρια για την έξοδο της χώρας από το ευρώ, που αυτοδιαψεύδονταν τόσο από τους ίδιους όσο και από την πραγματικότητα !

Αποτέλεσμα όλων αυτών ;

Το μήνυμα του φόβου και της ανασφάλειας σταδιακά επανέρχεται στην ελληνική κοινωνία. Η εμπιστοσύνη προς τη νέα κυβέρνηση σταδιακά φθείρεται.

 Επόμενο βήμα, η πρόκληση εσωτερικών αναταραχών, σε περίπτωση που τελικά επιμείνουμε στην «αδιάλλακτη» κατ’ αυτούς στάση μας. Αναταραχών και επεισοδίων που τα πρώτα τους δείγματα είδαμε στις οθόνες των τηλεοράσεών μας, στις συνήθεις περιοχές της Αθήνας, για άλλους φυσικά λόγους. Επεισόδια που θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα, εάν εκείνοι που τα προκαλούσαν αντιμετωπίζονταν με την πρακτική της καταστολής. Κάτι που ευτυχώς δεν έγινε.

Με ποιο τρόπο λοιπόν μπορεί να πιεσθεί η κυβέρνηση να αλλάξει την διακηρυγμένη πολιτική της ;

Μοναδικός τρόπος, η ταύτισή της στη συλλογική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, με τις εφαρμοσμένες μνημονιακές πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων, μέσω της λήψης μέτρων που θα παραπέμπουν ευθέως σε αυτές, όπως πχ η συνέχιση της καταβολής του ΕΝΦΙΑ, η επιβολή ειδικών εισφορών σε επαγγελματικές ομάδες, η αναβολή μέτρων οικονομικής ανακούφισης των Ελλήνων κλπ.

Μόνο έτσι, και με την κατάλληλη κάθε φορά καθοδήγηση, μία συντονισμένη αντίδραση υπό τη μορφή μαζικών διαδηλώσεων θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική ή, φυσικά, να προσφύγει και πάλι στις κάλπες με τη διεξαγωγή εθνικών εκλογών ή δημοψηφίσματος.

Αυτός είναι και ο λόγος που (κατά την καθαρά προσωπική μου γνώμη) τα σενάρια εκλογών ή δημοψηφίσματος, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, στην πραγματικότητα εκπορεύονται από τα ίδια ακριβώς κέντρα εξουσίας που επιθυμούν την αλλαγή πολιτικής στην Ελλάδα.

Και εξηγούμαι.

Σε οποιοδήποτε σενάριο διεξαγωγής εκλογών ή δημοψηφίσματος, μέσα σε ένα ήδη φορτισμένο και άκρως κατευθυνόμενο κλίμα φόβου και ανασφάλειας στην Ελλάδα, το οποίο φυσικά θα ενταθεί κατά την περίοδο αμέσως πριν τη διεξαγωγή τους, είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε μείωση της εκλογικής επιρροής ή της αξιοπιστίας των κυβερνώντων κομμάτων και -κατ’ επέκταση- στην αλλαγή πολιτικής στη χώρα, μέσω είτε της δημιουργίας μιας πειθήνιας κυβέρνησης με διαφορετικούς εταίρους, είτε την επικράτηση του φόβου που θα εκφρασθεί ως δημοψηφισματική εντολή για αλλαγή των πολιτικών αποφάσεων, προς μία πιο υποχωρητική στάση απέναντι στους «εταίρους», κάτι που ουσιαστικά θα σημάνει την ολική αλλαγή της πορείας της χώρας, από την πραγματική ανάπτυξη σε εκείνη υπό την απόλυτη δέσμευση και εκμετάλλευσή της για τα επόμενα χρόνια.

Μοναδική «έξοδος διαφυγής» από τον ως άνω σχεδιασμό και την άκρως εκβιαστική πολιτική που ασκούν οι «εταίροι» μας, είναι η εκδήλωση της απόλυτης εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση.

Εκεί και θα πρέπει να στοχεύει κάθε επόμενη ενέργεια της παρούσας κυβέρνησης.

Μιας εμπιστοσύνης που, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ήταν και συνεχίζει να είναι το ισχυρότερο «όπλο» στα χέρια της. Μιας εμπιστοσύνης που η καταρράκωσή της έχει γίνει ο Νο 1 στόχος των δανειστών μας, από την πρώτη ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της.
Μιας εμπιστοσύνης που θα πρέπει να συνεχίσει να απολαμβάνει η συγκυβέρνηση εθνικής σωτηρίας των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μέχρι την πραγματική εκπλήρωση των διακηρυγμένων εδώ και χρόνια στόχων της.


Της πραγματικής ανάταξης της εθνικής οικονομίας και αξιοπρέπειας, μέσω της συνολικής εφαρμογής ενός διακηρυγμένου, τόσο από το ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τους Ανεξάρτητους Έλληνες,  Στρατηγικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Μια κυνική ομολογία (;)

Η κυνική ομολογία (;) του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Μ. Σουλτς πως θα προτιμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να είχε συνεργαστεί με το Ποτάμι κι όχι με τους ΑΝ.ΕΛΛ., αναδεικνύει ουσιαστικά την προσπάθεια που είχε ξεκινήσει εδώ και μήνες με τη δημιουργία του πολιτικού αυτού σχηματισμού, ως ανάχωμα προς το ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝ.ΕΛΛ. (κυρίως) των φυλλορροούντων από ψηφοφόρους συστημικών  κομμάτων της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.

Σηματοδοτεί επίσης και την αρχή (ίσως) μιας υπόγειας προσπάθειας για τη διάλυση αυτής της κυβερνητικής συνεργασίας, η οποία δε βολεύει με τίποτε, τόσο τους εγχώριους όσο και τους εκτός Ελλάδος διαχρονικά ωφελούμενους, από τις πολιτικές αποφάσεις των πολιτικών ταγών της χώρας.

Μία προσπάθεια που, κατά τη γνώμη μου, ίσως κατευθυνθεί προσπαθώντας να βρει ευήκοα ώτα, όσο περίεργο κι αν ακουστεί σε κάποιους, κυρίως προς την (λεγόμενη) αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, παροτρύνοντας τους εκφραστές της στη σκλήρυνση της στάσης τους, όσον αφορά τις θέσεις και ιδέες τους, με τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμφωνήσουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες.

Είναι πιθανό λοιπόν, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο θα γίνει με την ως άνω αναφερόμενη παρότρυνση, βουλευτές ή κυβερνητικά στελέχη που εκφράζουν το αριστερό αυτό ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, να προσπαθήσουν να φέρουν προς ψήφιση στη νέα Βουλή, Σχέδια Νόμου ή τροποποιήσεις σε νομοσχέδια που θα παραβιάζουν τις κόκκινες γραμμές των ΑΝ.ΕΛΛ.

Έχοντας ως καλά τεκμηριωμένο άλλοθι, την πραγμάτωση του ονείρου μιας καθαρά αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, και χωρίς φυσικά καμία έξωθεν παρότρυνση, έχουμε ήδη δηλώσεις και εξαγγελίες κυβερνητικών στελεχών για ζητήματα που δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτά από τους Ανεξάρτητους Έλληνες (πχ να φύγει ο φράχτης του Έβρου, να αφοπλισθεί η ΕΛ.ΑΣ. κλπ).

Εάν κάτι τέτοιο δεν γίνει άμεσα αντιληπτό από τους εκφραστές της αριστερής πτέρυγας των κυβερνητικών (και όχι μόνο) στελεχών του, πρωθυπουργού πλέον, κ. Τσίπρα, το πιο πιθανό είναι εξαγγελίες και δηλώσεις όπως οι παραπάνω, να αποτελέσουν επιχείρημα και πεδίο δράσης στα (πιθανά) σχέδια διάλυσης της σημερινής κυβερνητικής συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛΛ., από και για εκείνους ακριβώς, που ήδη την έχουν ομολογήσει.

Μέχρι στιγμής, ο σημερινός πρωθυπουργός δείχνει να έχει καταλάβει ότι η συνεργασία του με τον Π. Καμμένο, είναι η μοναδική, στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, που μπορεί να του διασφαλίσει μία ομαλή και με τις κατάλληλες εγγυήσεις πορεία, προς την πραγματική έξοδο της Ελλάδας από την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση η οποία ταλανίζει τη χώρα τα πέντε τελευταία χρόνια.

Οποιαδήποτε άλλη λύση κυβερνητικής συνεργασίας, τύπου «Ποταμιού» πχ, γνωρίζει τόσο ο ίδιος όσο και η πλειονότητα των εκλεγμένων βουλευτών του, ότι θα οδηγήσει στον εγκλωβισμό και την εξάρτησή του από τα ίδια εκείνα συμφέροντα που εδώ και χρόνια καταγγέλλει.

Κατά συνέπεια, όσο οι Ανεξάρτητοι Έλληνες παραμένουν ισχυροί και εντός της κυβέρνησης, αποτελούν την μόνη και πραγματική δύναμη που δίνει επιχειρήματα σθεναρής αντίστασης σε όλους εκείνους (εντός και εκτός Ελλάδος) που μέχρι πριν λίγες ημέρες, προσπαθούσαν να τρομοκρατήσουν έναν ολόκληρο λαό με τις, χωρίς ίχνος ντροπής, καταστροφολάγνες δηλώσεις τους.


Και αυτό, καλύτερα απ’ όλους, το γνωρίζει ο ίδιος ο κ. Τσίπρας.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Ποια συνεργασία ;!

Παρά τις επανειλημμένες τον τελευταίο καιρό παρεμβάσεις, τόσο του προέδρου των Ανεξαρτήτων Ελλήνων κ. Π. Καμμένου, όσο και του εκπροσώπου του κινήματος βουλευτή Επικρατείας κ. Τ. Κουίκ όσον αφορά το θέμα της συνεργασίας των ΑΝ.ΕΛΛ. με το ΣΥ.ΡΙΖ.Α., θα πρέπει ίσως να διατυπωθεί ακόμη σαφέστερα, γιατί μια τέτοια συνεργασία ΔΕΝ μπορεί να υπάρξει.

Και δεν μπορεί να υπάρξει διότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., με βάση τις αποφάσεις του Ιδρυτικού του Συνεδρίου, «απέχει έτη φωτός» τόσο από τις ανάλογες αποφάσεις του Ιδρυτικού Συνεδρίου των ΑΝ.ΕΛΛ., όσο και από τις βασικές θέσεις πολιτικής του κινήματος.

Με ποιο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. λοιπόν μπορεί να συνεργασθούν οι ΑΝ.ΕΛΛ. ;!

Αυτού που στις αποφάσεις του Συνεδρίου του αναφέρει : «Ακυρώνουμε τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους» και «Επαναδιαπραγματευόμαστε τις δανειακές συμβάσεις, ακυρώνουμε τους επαχθείς όρους τους, θέτοντας ως πρώτο θέμα τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, πραγματοποιώντας λογιστικό έλεγχο» ή αυτού που ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας με συνέντευξη του στην Γουόλ Στρητ Τζέρναλ υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν θα προχωρήσει σε μονομερείς πράξεις και ο βουλευτής του κόμματος κ. Σταθάκης προσδιόρισε το επαχθές του χρέους στο … 5% ;!

Αυτού που αναφέρει ότι : «Απαιτείται, μια νέα διαδικασία νομιμοποίησης για τους μετανάστες "χωρίς χαρτιά" και μια νέα διαδικασία πολιτογράφησης για όσους ζουν και εργάζονται επί χρόνια στην Ελλάδα, η ισότιμη και δίκαιη αντιμετώπιση των μεταναστών που εργάζονται και η άμεση παροχή ιθαγένειας σε όσα παιδιά γεννιούνται στην Ελλάδα. Προχωρούμε στην κατάργηση των σημερινών απάνθρωπων κέντρων κράτησης αλλοδαπών και στη δημιουργία ανοιχτών κέντρων διαβίωσης με αξιοπρεπείς όρους», τη στιγμή που το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα σε συνδυασμό με την αθρόα είσοδο παράνομων μεταναστών, την οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην οριστική συρρίκνωση του έθνους στα επόμενα 40 χρόνια ;!

Του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. των Κουρουμπλή και Μιχελογιαννάκη (αλλά και των Βουδούρη και Παραστατίδη) που ψήφισαν το πρώτο μνημόνιο ως βουλευτές (τότε) του ΠΑΣΟΚ ;!

Του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που βουλευτές του φωτογραφίζονται κάτω από την αποσχιστική σημαία της «Δυτικής Θράκης», που μουσουλμάνος βουλευτής του, σε συνάντηση με το σημερινό υπουργό Παιδείας, ανέφερε «ας κάνουμε δημοψήφισμα στη Θράκη για το ποια είναι η μητρική γλώσσα των μουσουλμάνων» και των δίγλωσσων αφισών στις πρόσφατες Αυτοδιοικητικές εκλογές ;!

Αυτού που υποψήφιος Ευρωβουλευτής του λέει «αποκαλώ τη Μακεδονία με το όνομά της, Μακεδονία όπως όλος ο κόσμος», των αφισών με αναφορά στη «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» και, στην «πιο light» των περιπτώσεων, ως θέση του για το όνομα της ΠΓΔΜ έχει το «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό» ;!

Μήπως του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που αναφέρει πως : «Χρειάζεται να απαλλοτριωθεί και να αξιοποιηθεί για τις κοινωνικές ανάγκες ολόκληρη η εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία», «Να γίνει πλήρης χωρισμός Κράτους – Εκκλησίας, να επιβληθεί η από-δημοσιοϋπαλληλοποίηση των κληρικών και η ένταξή τους, μέχρι να μπορούν να συντηρούνται από τις εισφορές των πιστών ή από άλλο επάγγελμα» ;!

Αυτού που ζητά : «Πλήρη συνδικαλιστικά και πολιτικά δικαιώματα για όλους τους στρατιώτες και τους κατώτερους αξιωματικούς», «Εκλογή και δικαίωμα ανάκλησης όλων των αξιωματικών από τους στρατιώτες» οδηγώντας ουσιαστικά στην πλήρη διάλυση των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, ή μήπως αυτού που ζητά «Κατάργηση κάθε αυτοδιοίκητου των σωμάτων ασφαλείας. Υπαγωγή τους στον έλεγχο των μαζικών οργανώσεων του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας και μετατροπή τους σε πολιτοφυλακές» ;!


Όχι λοιπόν κύριοι. Με αυτές (και τόσες άλλες) βασικές πολιτικές θέσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.,  οποιαδήποτε συνεργασία με αυτό το κόμμα, ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ ΑΣΥΖΗΤΗΤΗ από τη βάση του κινήματος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων.-

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟΥ

Δεν θα έπρεπε κανείς να διαθέτει … μαντικές ικανότητες για να προβλέψει το αποτέλεσμα της χθεσινής ψηφοφορίας στη Βουλή των Ελλήνων. 

Η πρόταση δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ, καταψηφίσθηκε από το σύνολο των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ (αν εξαιρέσει κανείς την κα Τζάκρη) που στηρίζουν την κυβέρνηση. Όχι διότι πείσθηκαν από την ανταλλαγή επιχειρημάτων κατά τη συζήτηση στη Βουλή και πιστεύουν πως στη χώρα πραγματικά επιτελείται έργο, αλλά διότι γνωρίζουν καλά πως σε περίπτωση προκήρυξης νέων εθνικών εκλογών, οι θέσεις που με τόση ζέση ζεσταίνουν στα βουλευτικά τους έδρανα, όταν τύχει να παρακολουθούν κάποια από τις συνεδριάσεις της Βουλής, κινδυνεύουν άμεσα.

Η Δευτέρα 12 Νοεμβρίου του 2013, ξημέρωσε χωρίς τίποτε στη χώρα να είναι διαφορετικό. Τίποτε ;

Όχι. Αυτό που έχει απλά επιβεβαιωθεί, είναι το ότι η πολιτική πρακτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως αυτή εκφράζεται σήμερα πλέον και από τον ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθεί κατά γράμμα το ρόλο που έπαιζε στα χρόνια που μεσολάβησαν, τουλάχιστον από το 1996 και μετά. Αυτή ενός συστημικού κόμματος, που παλεύει για να διατηρήσει τη θέση του, τόσο όσον αφορά τη θεσμική του εκπροσώπηση στη Βουλή, όσο και στην κοινωνία.
Σαφώς και η πρόταση δυσπιστίας θα κέρδιζε τις θετικές ψήφους του συνόλου της αντιπολίτευσης, αν εξαιρέσει κανείς την … ακατανόητη (το λιγότερο) στάση της ΔΗΜΑΡ και κάποιων ανεξάρτητων (;) βουλευτών.

Αυτό που η πρόταση αυτή δεν υπήρχε περίπτωση να κερδίσει, ήταν η θετική έκβαση του στόχου της. Η πτώση δηλαδή της κυβέρνησης. Και αυτό, εάν δεν το γνώριζαν, θα έπρεπε να το είχαν προβλέψει τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που στήριξαν την προσωπική πρωτοβουλία του προέδρου τους κ. Τσίπρα, για την κατάθεση αυτήν τη -χρονικά- πολιτική στιγμή, αυτής της πρότασης.
Αυτή τη στιγμή, που οι διαφωνίες επί σοβαρών πολιτικών θεμάτων και επιλογών της κυβέρνησης, συναντούσε τις (αν μη τι άλλο) έντονες διαφωνίες στο εσωτερικό τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και -κυρίως- της Νέας Δημοκρατίας. Με ανοιχτά τα «μέτωπα» τόσο για το νέο ενιαίο φόρο στα ακίνητα που ουσιαστικά θα οδηγήσει στη δήμευση κάθε ιδιωτικής περιουσίας, την απελευθέρωση των πλειστηριασμών ακινήτων, την τραγική κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων που οδηγεί στη σίγουρη μείωση (κι άλλο) των συντάξεων με την απαίτηση και της τρόικα, με τις άμεσα επικείμενες απολύσεις και άλλων δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων, και φυσικά με την επικείμενη ψήφιση του προϋπολογισμού για το 2014.

Εάν τα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είχαν λάβει υπ’ όψιν τους τα ανωτέρω (και πολλά περισσότερα), ακόμη-ακόμη και αυτή την «Προγραμματική Συμφωνία»  μεταξύ των προέδρων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ η οποία υπεγράφη πριν λίγες μόλις ημέρες και ουσιαστικά έφερνε «εις γάμου κοινωνία» τα δύο αυτά κόμματα, αλλά και τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στο Mega όπου μέσα σε μία μόλις πρόταση, παρείχε πλήρη στήριξη στο alter ego του πια κ. Βενιζέλο, δεν θα είχαν σε καμία περίπτωση συμφωνήσει στην κατάθεση ΤΩΡΑ αυτής της πρότασης δυσπιστίας.

Όσο κι αν στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας, καμία πρόταση δυσπιστίας, για όσο σοβαρούς λόγους κι αν είχε για να κατατεθεί, τελικά δεν υπερψηφίσθηκε, όσο κι αν το θέμα της ΕΡΤ (που αποτέλεσε την αφορμή) και της ελεύθερης πρόσβασης των πολιτών στην πληροφορία προστατεύεται Συνταγματικά (αρθ. 5Α), η χρονική στιγμή που επελέγη για να κατατεθεί αυτή η πρόταση μομφής, το μόνο που τελικά καταφέρνει είναι η παράταση ζωής κατά έξι τουλάχιστον μήνες, αυτής της εθελόδουλης κυβέρνησης.

Η σιγουριά δε των κυβερνώντων για την καταψήφιση της πρότασης ήταν τέτοια, που την ίδια στιγμή που διεξαγόταν η συζήτηση στη Βουλή επί της πρότασης, υπουργοί και κυβερνητικά στελέχη συνέχιζαν τις επαφές τους με τον κ. Τόμσεν και τους άλλους υπαλλήλους της τρόικα, σαν να μην συνέβαινε τίποτε απολύτως. Σα να γνώριζαν εκ των προτέρων ότι θα βρίσκονται και την επόμενη μέρα στις θέσεις τους, σα να ήταν απόλυτα σίγουροι ότι όσα μεταξύ τους ("αφεντικά" και "υπάλληλοι") συμφωνήσουν, τελικά θα εφαρμοσθούν γιατί απλά, τίποτε δεν θα αλλάξει.

Υπάρχουν όμως και τομείς που η πρόταση αυτή, θα έχει επιτυχίες. Θα πετύχει σίγουρα την, αμφίβολη μέχρι πριν, συσπείρωση των κυβερνητικών βουλευτών, όχι γύρω από τους αρχηγούς και κατ’ επέκταση την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, αλλά γύρω από την κατοχύρωση, για λίγους έστω ακόμη μήνες, της παχυλής βουλευτικής τους αποζημίωσης. Θα πετύχει τον άμεσο κατευνασμό των αντίθετων φωνών μέσα στους κόλπους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ιδίως μετά τα όσα ευθαρσώς ανέφερε ο κ. Τσίπρας στο Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών, και ιδίως από την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτή εκφράζεται μέσω του κ. Λαφαζάνη. Θα πετύχει δε και την ανεμπόδιστη προεδρία της ΕΕ από την Ελλάδα, η οποία ξεκινά από 1ης Ιανουαρίου 2014 και ισχύει για ένα εξάμηνο, την οποία διακαώς επιθυμεί η κυβέρνηση (γι’ αυτό και η επέμβαση στο ραδιομέγαρο της ΕΡΤ) ώστε να μπορέσει -κάπως- να διαχειρισθεί ένα ενδεχόμενο, και διόλου απίθανο, στραπάτσο στις Περιφερειακές και Δημοτικές εκλογές του Μαΐου.

Το μόνο λοιπόν που πραγματικά και ουσιαστικά πέτυχε αυτή η άκαιρη πρόταση δυσπιστίας, είναι η παράταση του χρόνου ζωής αυτής της εθελόδουλης (το ξαναγράφω) κυβέρνησης. Μία παράταση που θα διαρκέσει σίγουρα μέχρι τα μέσα Μαΐου, οπότε και επανέρχεται το Συνταγματικό δικαίωμα κατάθεσης, νεότερης παρόμοιας πρότασης.

Και κάπως έτσι, η Δημοκρατία μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο καθεστώς, με όση αρνητικά φορτισμένη έννοια μπορεί να προσδώσει κανείς σε αυτή τη λέξη.

Εκτός εάν, κάποιο άλλο απροσδόκητο και πάλι (και ενσυνείδητο) γεγονός, επηρεάσει άμεσα τις πολιτικές εξελίξεις, και  φέρει -επιτέλους- στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της χώρας, την πραγματική έννοια και λειτουργία του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό του καλώς εννοούμενου δημοκρατικού διαλόγου, χωρίς Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν εσωκομματικές έριδες και διαφωνίες.


Αυτό του οποίου βασική αρχή, αποτελεί η κοινωνική δικαιοσύνη.