Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Δημοψήφισμα λοιπόν

Το ακούγαμε, ξέραμε ότι υπήρχε, μαθαίναμε πως γινόταν -και γίνεται- σε άλλες δημοκρατικές χώρες, έπρεπε όμως να περάσουν σχεδόν δύο γενιές Ελλήνων για να το «ξαναζήσει» η χώρα μας.

Και τώρα ;

Κατ’ αρχήν, θα μπορούσε ίσως κανείς να υποθέσει ότι, με δεδομένη την εξαγγελία της κυβέρνησης πως η ανακοίνωση της διεξαγωγής του εντάσσεται στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους» και δανειστές μας, υπάρχει αιωρούμενο το ερώτημα της πιθανότητας, τελικά να μην διεξαχθεί (!)

Όπως κι αν έχει, στην εβδομάδα που μεσολαβεί θα πρέπει ίσως να συζητηθούν κάποια ζητήματα που είναι πιθανό να βοηθήσουν ώστε να κατανοήσουμε το βασικό ερώτημα του «γιατί φθάσαμε εδώ ;»

Θεωρώ προσωπικά δεδομένο ότι, μετά την (με τα όποια προβλήματά της) συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, παρά τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης, ακόμη και με την παρουσίαση προτάσεων που -το λιγότερο- απείχαν από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, με σκοπό την επίτευξη μιας τελικής συμφωνίας που θα έδινε πραγματικές προοπτικές στην Ελλάδα για την έξοδο από την εξαετή οικονομική κρίση, μέσω ενός προσεκτικά σχεδιασμένου προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης, σε απόλυτο και ταυτόχρονο συνδυασμό με ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα που θα ενδυνάμωνε το ΑΕΠ της χώρας και την παράλληλη αναδιάρθρωση-απομείωση του δημοσίου χρέους, οι συνομιλητές μας επέλεξαν μία παρελκυστική τακτική. Στόχος τους, το άσκοπο ξόδεμα του χρόνου των τεσσάρων μηνών που παρείχε η συμφωνία του Φεβρουαρίου, ώστε η ελληνική αντιπροσωπεία να αναγκαστεί, είτε να υπογράψει ότι της πρόσφεραν, είτε να επιμείνει στις διαπραγματεύσεις με τον υπαρκτό κίνδυνο της οικονομικής ασφυξίας της χώρας.

Ας θυμηθεί λοιπόν ο καθένας, με βάση τόσο επίσημες ανακοινώσεις, όσο και δημοσιεύματα, το πόσες φορές στην διάρκεια αυτών των μηνών φτάσαμε τόσο κοντά και ταυτόχρονα τόσο μακριά από μία τελική συμφωνία.

Ότι συμφωνούνταν στα τεχνικά κλιμάκια και το γκρουπ των Βρυξελλών, ανατρέπονταν από τις αποφάσεις του Eurogroup ή του ΔΝΤ, και τούμπαλιν !

Ακόμη και όταν η Ελλάδα με ένα κείμενο 47 σελίδων, πρότεινε ένα βαρύ πρόγραμμα μέτρων ύψους 8 περίπου δις ευρώ, που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και μέσα στην ίδια την κυβέρνηση απειλώντας τη συνοχή της, ενώ έγινε κατ’ αρχήν δεκτό από τους συνομιλητές μας, στη συνέχεια απορρίφθηκε με την παρουσίαση από πλευράς τους (με το σκεπτικό μάλιστα του «take it or leave it» ή του περιβόητου και απόλυτα εθνικά μειωτικού «the game is over» του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. Τουσκ), του κειμένου που καλούμαστε πλέον εμείς, ως κυρίαρχος λαός, ν’ αποφασίσουμε εάν θα δεχθούμε ή όχι.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι, κατά τη γνώμη μου, τίποτε δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η πρόταση αυτή των 47 σελίδων, να εμπεριείχε το ρίσκο ενός τακτικού ελιγμού της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας, η οποία αντιλαμβανόμενη πλέον πλήρως την τακτική των δανειστών μας να ξοδεύουν άσκοπα το χρόνο, παρουσίασε το κείμενο αυτό γνωρίζοντας ότι ΔΕΝ πρόκειται να γίνει δεκτό, με σκοπό την πλήρη αποκάλυψη των προθέσεων τους.
Την υπογραφή δηλαδή μέσω της απειλής της οικονομικής ασφυξίας, ενός δικού τους αποκλειστικά προγράμματος που, είτε θα συνέχιζε την οικονομική (και ίσως όχι μόνο) υποδούλωση της χώρας στα κελεύσματα των οικονομικών (ντόπιων και όχι) ολιγαρχών, είτε θα εξαναγκαζόταν στην παραίτηση με σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών ή την  δημιουργία μιας κυβέρνησης «εθνικής ενότητας», όπως την ονειρεύονται οι εδώ υποστηρικτές των απόψεών τους.

Η επιλογή, κατά συνέπεια, της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, αποτελούσε πλέον μονόδρομο.

Πρωταρχικός σκοπός του, η ανανέωση και (ει δυνατόν) η ενίσχυση των προθέσεων της λαϊκής βούλησης υπέρ της ελληνικής κυβέρνησης και ουσιαστικά η ανανέωση και ενδυνάμωση της εντολής που πήρε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, στο πιο κρίσιμο και οριακό μάλιστα σημείο των διαπραγματεύσεων.
Θεωρώ σχεδόν δεδομένο ότι οι πιέσεις, στον οικονομικό κυρίως τομέα, θα συνεχισθούν και μάλιστα εντεινόμενες την εβδομάδα πριν την Κυριακή του δημοψηφίσματος.
Δε λείπουν ήδη τα επιχειρήματα πως το πραγματικό διακύβευμα του δημοψηφίσματος, είναι το εάν η Ελλάδα θα παραμείνει ή όχι στην Ευρωζώνη, με το γνωστό κάθε φορά ψευδοδίλημμα «ευρώ ή δραχμή».

Ξεχνούν ίσως οι διαρκείς εμπνευστές του, ότι απευθύνονται πλέον σε έναν λαό μεταξύ των οποίων 6,3 εκατομμύρια πολίτες να βρίσκονται στα όρια της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Με άλλα λόγια, πολύ απλά δεν έχουν τίποτε να χάσουν.

Μπορούν όμως (σκέφτονται) να τρομοκρατηθούν. Πως ;
Με τη γνωστή (πχ) τακτική, της παρουσίασης από τα κεντρικά ΜΜΕ εικόνων με «ουρές στα ΑΤΜs» των τραπεζών, και ίσως στην διάρκεια της εβδομάδας, ακόμη και ανάλογων περιπτώσεων σε super markets ή όπου αλλού.

Τέτοιες εικόνες, ίσως και να συμβαίνουν. Άλλωστε, οι επαναλαμβανόμενες εδώ και ημέρες δηλώσεις από κορυφαία στελέχη της αντιπολίτευσης για ενδεχόμενο κλείσιμο των τραπεζών (χωρίς καμία συνέπεια για τους ίδιους), είναι πιθανό να πέτυχαν το σκοπό τους. Διαμόρφωσαν το κατάλληλο κλίμα φόβου σε όσους έχουν ακόμη κάποια μετρητά στις τράπεζες, ώστε το διάγγελμα του πρωθυπουργού το βράδυ της Παρασκευής για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, να έπαιξε τελικά ελάχιστο ρόλο.

Το γεγονός όμως ότι βρισκόμαστε στα τέλη του μήνα και κατά συνέπεια η προσέλευση των πολιτών στις τράπεζες και τα super markets τις επόμενες μέρες, είναι απείρως πιο πιθανό να αφορά την επιθυμία τους για την ανάληψη του μισθού ή της σύνταξής τους (όπως ΚΑΘΕ μήνα συμβαίνει και είμαι σίγουρος ότι το έχουμε όλοι μας δει) και στη συνέχεια η απαραίτητη αγορά των τροφίμων (ή ότι άλλο) του μήνα, είναι κάτι που μάλλον δε θ’ ακούσετε να αναφέρεται από τα ίδια ΜΜΕ που προβάλλουν αυτές τις εικόνες. Άλλωστε, και μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, προσωπικά δεν έχω δει κανένα να «διακινδυνεύει» να πάρει μία δήλωση από τους πολίτες αυτούς. 

Κάτι που, είμαι σίγουρος πως, έχετε δει να συμβαίνει κατά κόρον σε ανάλογες περιπτώσεις.
Διαχωρίζοντας λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα (μέχρι στιγμής) του καθενός, η ελληνική κυβέρνηση «ποντάρει» στην πρόσφατη λαϊκή εντολή του Ιανουαρίου επιδιώκοντας την ανανέωσή της, προβάλλοντας κυρίως την προσπάθεια για συμβιβασμό με τους δανειστές μας κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι παράγοντες δε της αντιπολίτευσης (εξαιρουμένου του ΚΚΕ) ποντάρουν στο φόβο, με την «κρυφή» ελπίδα πως η κυβέρνηση θα εξαναγκασθεί σε παραίτηση.

Εν κατακλείδι, με την προϋπόθεση ότι θα φθάσουμε στην Κυριακή της 5ης Ιουλίου χωρίς να έχει δραματικά αλλάξει κάτι (θετικά ή αρνητικά), βασική προϋπόθεση και πρωταρχικός παράγοντας για την ομαλή -και σωστή- διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, μιας από τις πιο κορυφαίες στιγμές της δημοκρατίας, είναι η σωστή και χωρίς ακραία ρητορική πληροφόρηση των ψηφοφόρων, τόσο για το ίδιο το ερώτημα που πρόκειται να τεθεί, όσο και για το ποια πρόκειται να είναι τα αποτελέσματα σε οποιαδήποτε από τις δύο επιλογές τους.

Είναι μια επιλογή που σπάνια (μέχρι σήμερα) μας δινόταν. Εμείς, όλοι και όλες, μαζικά και ειρηνικά, μπορούμε να δώσουμε μία ηχηρή και χωρίς αμφισβητήσεις απάντηση.

Ναι ή όχι στη συνέχιση των πολιτικών που εφαρμόζονταν τα πέντε τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια, σκέψεις, απόψεις και άρθρα, πολιτικού, και όχι μόνο, περιεχομένου. Παρακαλώ θερμά, σε περίπτωση σχολίων να αποφεύγετε τη χρήση βωμολοχιών ή άλλων προσβλητικών παρατηρήσεων