Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

ΕΤΑΔ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

 

  Επειδή η ΕΤΑΔ συμπεριφέρεται ως γενικός «δερβέναγας» των δημόσιων κτημάτων που της έχουν παραχωρηθεί, αυτό δεν σημαίνει ότι μοναδικός της σκοπός θα πρέπει να είναι η αποκόμιση εσόδων για το δημόσιο ταμείο από την εκμετάλλευσή τους. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε οικονομική απαίτησή της για την παραχώρηση χρήσης στους δήμους -ιδιαίτερα- των πολιτιστικών μνημείων που αποτελούν τοπόσημα και χαρακτηρίζουν την πολιτισμική, κοινωνική αλλά και ιστορική πορεία πόλεων και περιοχών της ελληνικής επικράτειας, δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή, από τη στιγμή που η όλη διαδικασία-διαπραγμάτευση θέτει σε άμεσο κίνδυνο ακόμη και τη φυσική ύπαρξη αυτών των μνημείων στον χρόνο.

  Αποτελεί απόλυτη συνταγματική (και δικαστική) ευθύνη της ΕΤΑΔ, και κατ’ επέκταση του κράτους, η προστασία και διαφύλαξή τους, αναλαμβάνοντας το σύνολο των θετικών ενεργειών προς αυτόν τον σκοπό. Σε καμία δε περίπτωση, οικονομικής φύσης απαιτήσεις, δεν είναι δυνατό να θέτουν σε άμεσο κίνδυνο την πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου. Ενδεικτικά το παρακάτω απόσπασμα παλαιότερου κειμένου που αφορά στο ζήτημα:

  «… το δικαίωμα στο πολιτιστικό περιβάλλον εντάσσεται στην κατηγορία εκείνων των δικαιωμάτων για την ικανοποίηση των οποίων απαιτείται η κρατική παρέμβαση, δηλαδή η εκ μέρους των κρατικών οργάνων θετική ενέργεια1 ώστε να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και να διατηρείται η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά στις επόμενες γενεές.2 Η άποψη αυτή, αποτυπώθηκε και στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την οποία, με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος διατυπώνονται επιταγές, απευθυνόμενες προς τον νομοθέτη για να προσδιορίσει, κατά την ιδιαίτερη κάθε φορά κρίση του το είδος και την έκταση της προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.3

Σκουλάς Γ. – Σκουλά Δ. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, Τόμος ΙΕ, τεύχος 60 Καλοκαίρι 2011, Το Δικαίωμα του Πολίτη στο Πολιτιστικό Περιβάλλον: Η Συνταγματική και Νομική του Διάσταση στην Παιδεία και στον Πολιτισμό, σ.9

1. Σιούτη Τ. Η συνταγματική Κατοχύρωση της Προστασίας του Περιβάλλοντος, Εκ. Σάκκουλας, Αθήνα 1985, σσ. 51-52.

2. Καρακώστα Ι. Ένδικα Μέσα Προστασίας των Περιβαλλοντικών Αγαθών, ΕΔΔΔ 1990, σελ. 177.

3. Τάχος Α. Δίκαιο Προστασίας Περιβάλλοντος, 1998, όπου και η σχετική νομολογία: ΣτΕ 4576/77, 3047/80, 262/82, 1069/84.


Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

Ω της παραφροσύνης


   Είναι φορές, όπως αυτή μεταξύ διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων, που η διαστρέβλωση πραγματικών δεδομένων από εκείνους που διεκδικούν πάση θυσία την επίτευξη του στόχου τους, ξεπερνά κάθε όριο.

  Έτσι και σήμερα, λίγες ημέρες πριν τη διεξαγωγή των δεύτερων εκλογών της Κυριακής για την ανάδειξη του δημάρχου Καβάλας, η επίτευξη ποσοστού 36,7% από το συνδυασμό του Θεόδωρου Μουριάδη «Σύγχρονος δήμος», παρουσιάζεται από κάποιους ως… αποδοκιμασία των δημοτών επειδή (λέει) τον ψήφισαν μόλις… δύο στους δέκα!

  Και πώς καταλήγουν σε αυτόν τον παραλογισμό; Χρησιμοποιώντας το ποσοστό της αποχής!

  Εφόσον δηλαδή ένας στους δύο δεν πήγε να ψηφίσει, άρα το 36% του 47% που συμμετείχε, σημαίνει ότι το πραγματικό ποσοστό του συνδυασμού είναι… 17%!!

  Και ο πιο αδαής από τους δημότες, υιοθετώντας την ίδια «λογική», θα μπορούσε να συμπεράνει ότι οι υποστηρικτές του δεύτερου σε ψήφους συνδυασμού, δεν συγκέντρωσαν το 24%, αλλά μόλις το 11% των ψήφων.

  Ακριβώς με την ίδια λογική, συμπεραίνουμε ότι οι διοικήσεις που προέκυψαν από τις εκλογικές αναμετρήσεις των προηγούμενων 20 τουλάχιστον ετών, τόσο σε εθνικό όσο και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, εκπροσωπούν ποσοστό όχι μεγαλύτερο του 22 με 23%!

  Μόνο που οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες δεν λειτουργούν έτσι αγαπητοί.

  Οι εκπρόσωποι του λαού, αναδεικνύονται από εκείνους που εκφράζουν τη γνώμη τους μέσω της ψήφου. Όσοι απέχουν, αν δεν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, κακώς απέχουν. Εφόσον όμως (είτε επέλεξαν είτε όχι να) απέχουν από τη μέγιστη αυτή στιγμή της δημοκρατίας, η γνώμη τους -θετική ή αρνητική- απλά δεν καταγράφεται. Το να τη μεταφράζει κανείς όπως ακριβώς τον συμφέρει για την εξυπηρέτηση των σκοπών του, μόνο ως διαστρέβλωση (επιεικώς) της πραγματικότητας μπορεί να χαρακτηριστεί.

  Γι’ αυτό λοιπόν, εξαιρώντας από τη λογική του κειμένου το γεγονός ότι το σύνολο των 21 πρώτων σε σταυρούς υποψηφίων του «Σύγχρονου δήμου», έχουν καθένας τους ξεχωριστά τους διπλάσιους από τους αντίστοιχους υποψηφίους του δεύτερου, αυτοί που αξίζει να εκλεγούν στο πλευρό του επόμενου δημάρχου Καβάλας, είναι αυτοί που οι συνδημότες τους εμπιστεύθηκαν.

  Ο συνδυασμός «Σύγχρονος δήμος» και οι υποψήφιοι του νυν δημάρχου Καβάλας Θεόδωρου Μουριάδη.

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2023

Επί τω(ν) έργω(ν)

 

Κοινό χαρακτηριστικό κάθε προεκλογικής περιόδου, αποτελεί η συζήτηση για το έργο που πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο πριν από αυτή. Στις αυτοδιοικητικές δε εκλογές, ιδιαίτερα αυτές του Α’ Βαθμού (δημοτικές) όπου όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, η συζήτηση αυτή συχνά παίρνει διαστάσεις πέραν του αναμενομένου.

  Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να εισάγει τον αναγνώστη του σε κάποιες βασικές έννοιες λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, ειδικά όσον αφορά στον τομέα λήψης διοικητικών αποφάσεων σε επίπεδο δήμου.

  Ξεκινώντας πρέπει να τονιστούν δύο δεδομένα. Αρχικά πως κανένα έργο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την προηγούμενη εξασφαλισμένη χρηματοδότησή του. Δεύτερον ότι ενώ το σύνολο των δήμων της χώρας έχουν επιφορτιστεί με σειρά αποκλειστικών αρμοδιοτήτων, δεν προβλέπεται και η αντίστοιχη χρηματοδότησή τους. Αποτέλεσμα αυτών η αναγκαστική προσφυγή κάθε δημοτικής αρχής σε πηγές χρηματοδότησης από Περιφερειακά, κρατικά και ευρωπαϊκά προγράμματα. Αυτά όμως απαιτούν μία ιδιαίτερη και αρκετά χρονοβόρα διαδικασία υλοποίησης (προμελέτες, μελέτες, εγκρίσεις, προκηρύξεις, ενστάσεις, προσφυγές κλπ).

  Εάν λοιπόν μία δημοτική αρχή θέλει να παρουσιάσει ένα πρωτογενές έργο υποδομής στα στενά πλαίσια μιας και μόνο διοικητικής θητείας, θα πρέπει εκ των προτέρων να το ξεχάσει.

  Αυτός είναι και ο λόγος που το σύνολο των βασικών έργων, ακολουθούν το προσαυξητικό μοντέλο αποφάσεων, όπου κάθε ενέργεια βασίζεται-πατά στις αμέσως προηγούμενες, ώστε τα έργα να προχωρήσουν και (κάποια στιγμή) να ολοκληρωθούν.

  Μια απλή ματιά στα βασικά έργα υποδομής των τελευταίων ετών (και) στην Καβάλα, ως προς το πότε εξαγγέλθηκαν, πότε ξεκίνησαν και πότε τελικά ολοκληρώθηκαν, αρκεί για να πείσει κάθε δύσπιστο.

  Όσοι λοιπόν «σηκώνουν το λάβαρο του αγώνα» εναντίον κάθε δημοτικής αρχής επειδή μεν πρότεινε αλλά δεν ξεκίνησε και (φευ) δεν ολοκλήρωσε κάποια από αυτού του τύπου έργα, είτε δεν έχουν ιδέα από τον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης σε επίπεδο δήμου, είτε απλά ψεύδονται.

  Αυτό που μένει λοιπόν, είναι η διαχείριση της καθημερινότητας. Έργα δηλαδή μικρού σχετικά κόστους τα οποία εκτελούνται συνήθως είτε με ίδια μέσα του δήμου, είτε μέσω συμβάσεων με ιδιώτες στα πλαίσια των απευθείας αναθέσεων. Για να φύγει δε κάθε «σκιά» από αυτά τα τελευταία, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι απευθείας αναθέσεις γίνονται πάντα εντός των νομικών προβλέψεων (ν.4412/2016 Άρθ.118 & 328), δηλαδή «κατόπιν έρευνας αγοράς [κατάθεση προσφορών] και διαβούλευσης» και οικονομικών περιορισμών (Αρθ. 109Α & 320Α) δηλαδή για έργα «με εκτιμώμενη αξία ίση ή κάτω των 20.000€ άνευ ΦΠΑ» ή σε ειδικές και σαφώς προβλεπόμενες νομικά περιπτώσεις «κοινωνικών και άλλων ειδικών υπηρεσιών με όριο κόστους στα  60.000 € άνευ ΦΠΑ».

  Στην πορεία μας λοιπόν προς την ημέρα των εκλογών κι επειδή πολλά γράφηκαν κι ακούστηκαν κι άλλα τόσα επίσης θα γραφούν κι ακουστούν, κρατήστε τις αποστάσεις σας απ’ όλους εκείνους που «τάζουν λαγούς» για να προσφέρουν τελικά «φύκια».


Δευτέρα 7 Αυγούστου 2023

Δήμος Καβάλας. Αξίζει ή κοστίζει;

 

Οι «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» ίσως και να μην έπεσαν από τα σύννεφα με τα κείμενα τοπικών ΜΜΕ και τις δημόσιες τοποθετήσεις υποψηφίων δημάρχων στις αυτοδιοικητικές εκλογές, που αναφέρονται σε πιθανότητες χρηματισμού ή προσπαθειών χρηματισμού υποψηφίων με σκοπό την ένταξή τους σε συνδυασμούς.

   Σε μία προσπάθεια μικρής ανάλυσης του φαινομένου, δημιουργούνται νομίζω αρχικά κάποια ερωτήματα. Πόσο άραγε να κοστίζει σε κάποιον η προσπάθεια διεκδίκησης του δημαρχιακού θώκου; Κι αξίζει τελικά μία τέτοια προσπάθεια; Αξία και κόστος. Δύο έννοιες στις οποίες τόσο αντικειμενικά, όσο -και κυρίως- υποκειμενικά κριτήρια παίζουν τον ρόλο τους.

  Για ποιον λόγο όμως κάποιος να μπει στη διαδικασία να ξοδέψει αυτά τα χρήματα; Ποια είναι η αξία αυτού που πληρώνει για να το αποκτήσει; Αυτή είναι και η σχέση κόστους και αξίας. Μία σχέση που αντιλαμβάνεται κανείς με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια.

  Κρίνοντας ωστόσο το ζήτημα αντικειμενικά, θα πρέπει να διατυπώσουμε τη σωστή ερώτηση. Ποια όμως ερώτηση πληρεί το κριτήριο της αντικειμενικότητας; «Πόσο κοστίζει» ή «πόσο αξίζει» ο δήμος Καβάλας;

  Στο δίλημμα όμως αυτό προκύπτουν και πάλι υποκειμενικές εκτιμήσεις. Ενώ δηλαδή για κάποιους το κόστος που θα πρέπει να καταβληθεί μπορεί να είναι απαγορευτικό για το στόχο που επιδιώκουν, για κάποιους άλλους που έχουν την οικονομική δυνατότητα μπορεί  η αίγλη ή το πάθος τους να κατακτήσουν τη θέση του δημάρχου, να τους οδηγεί στην καταβολή οποιουδήποτε σχεδόν αντιτίμου. Για τους δεύτερους, η αξία της θέσης σημαίνει πολλά περισσότερα σε σχέση με το μεγάλο κόστος που καλούνται να καταβάλουν. Η περίπτωση επίκλησης του επιχειρήματος πως «ο δήμος πρέπει να απαλλαγεί από μία μη ικανή αρχή», δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο βαθμός ειλικρίνειας αυτής της δήλωσης όμως, σχετίζεται άμεσα με την κοινωνικά ή/και επαγγελματικά ανιδιοτελή συμπεριφορά αυτού που την εκφράζει. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, οδηγεί σε συμπεράσματα που έχουν να κάνουν περισσότερο με την έννοια του προσδοκώμενου οικονομικού οφέλους λόγω της κατάκτησης της θέσης και όχι της συναισθηματικής της αξίας.

  Ως σημαντικές παράμετροι εδώ θα πρέπει να αναφερθούν οι περιοριστικές διατάξεις του νόμου, που καθορίζουν (και) το ύψος των οικονομικών δεδομένων που επιτρέπεται να καταβληθούν από τους υποψηφίους.

  Επιστρέφοντας λοιπόν στο αρχικό δίλημμα «πόσο κοστίζει» ή «πόσο αξίζει» ο δήμος Καβάλας, η σωστή ερώτηση θα πρέπει να είναι η δεύτερη. Πόσο αξίζει για κάποιον ή κάποια η εκλογή του/της στη θέση του δημάρχου. Μία τέτοια ερώτηση, περιλαμβάνει τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά κριτήρια τα οποία μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τον καθένα, καθώς περιλαμβάνουν τόσο συναισθηματικούς όσο και οικονομικούς παράγοντες. Με δυο λόγια, η σημασία και η σπουδαιότητα της θέσης αντικατοπτρίζονται σε και -ενίοτε- προβάλλονται διά του προσώπου που καλείται από τους συνδημότες του να υπηρετήσει το θεσμό. Ζητήματα εμπιστοσύνης, ικανότητας, ήθους κ.α. εμπλέκονται στην εν λόγω διαδικασία. Ταυτόχρονα, η οικονομική δυνατότητα που καλείται να έχει ο/η υποψήφιος/α δήμαρχος ώστε να διεκδικήσει το αξίωμα, διαμορφώνει τόσο μία δημόσια εικόνα ισχύος του/της υποψηφίου/ας, όσο (ίσως )και τις προοπτικές επιτυχίας του εγχειρήματος.

  Συμπερασματικά, η σημασία και η σπουδαιότητα του αιρετού θεσμικού αξιώματος, καθορίζεται μεν από τους διεκδικητές του, αξιολογείται όμως από τους συνδημότες του. Τόσο σε προσωπικό, όσο και σε δημόσιο επίπεδο. Γιατί είναι αυτές και αυτοί που αποφασίζοντας με την ψήφο τους, δίνουν την αξία που πρέπει τόσο στο πρόσωπο, όσο και στον θεσμό.

  Εμείς είμαστε αυτοί που θ’ αποφασίσουμε ποιος αξίζει για τη θέση του δημάρχου, ανεξάρτητα από το οικονομικό κόστος που ο ίδιος, ίσως σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού, έχει επιλέξει να πληρώσει.

  Γιατί όσο κι εάν κοστολογείται, δεν θα πρέπει ν’ αγοράζεται

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

Η αβάσταχτη σοβαρότητα του υποψηφίου

 

Αν κάτι αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό εκείνων που θέτουν τον εαυτό τους στην κρίση των συμπολιτών τους, ιδιαίτερα στον «στενό κύκλο» των δημοτικών εκλογών, εκτός φυσικά από τη διάθεση προσφοράς τους, είναι -ή θα έπρεπε να είναι- η διάθεσή τους για μάθηση. Κι εάν αυτό μοιάζει κάπως παράξενο, αποτελεί ταυτόχρονα πρό(σ)κληση για τον αναγνώστη αυτού του κειμένου, να συνεχίσει το διάβασμα.

  Ως πρώτα δεδομένα που πρέπει να αναφερθούν και να ληφθούν υπ’ όψη, ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητή η διαμόρφωση μιας -ίσως- όχι ειλικρινούς εικόνας, μιας «αβάσταχτης σοβαρότητας» κάποιων υποψηφίων, αποτελούν α) η επαγγελματική τους ιδιότητα και β) η εμπειρία τους από την άσκηση δημόσιας διοίκησης. Ο λόγος που τα δεδομένα αυτά περιλαμβάνονται στην «εξίσωση», ελπίζω να γίνει κατανοητός αμέσως παρακάτω.

  Στα παραπάνω, θα πρέπει να προστεθεί η παραδοχή μιας μάστιγας παντογνωσίας που γίνεται καθημερινά εμφανής μέσω της χρήσης των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης. Εκεί όπου οι πάντες προτείνουν τα πάντα, σχολιάζοντας άπαντες ως παντογνώστες. Μία κατάσταση που παράλληλα δημιουργεί τόσο την εντύπωση που έχει ο καθένας για τον εαυτό του, όσο και αυτή των διαδικτυακών του «φίλων» για τον ίδιο. Μία εντύπωση που μπορεί εύκολα να οδηγήσει είτε τους ίδιους, είτε εκείνους που δεν γνωρίζουν προσωπικά τους γράφοντες, σε μία εντελώς λανθασμένη εικόνα γι’ αυτούς. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, ιδιαίτερα στην προεκλογική περίοδο που διανύουμε, είναι η δεύτερη περίπτωση.

  Αφορμή λοιπόν αυτού του κειμένου στάθηκε α) η ασύστολη (και πιθανόν ασύγγνωστη) «προτασεολογία» κάποιων υποψηφίων και β) η σκληρή κριτική που ασκείται στη σημερινή διοίκηση του δήμου Καβάλας. Μια «προτασεολογία» και κριτική που βασικό της έρεισμα αποτελεί η πρόθεση εντυπωσιασμού, και όχι η προσπάθεια επηρεασμού ή αλλαγής της πολιτικής που ασκείται.

  Ποιος όμως ο ρόλος των δεδομένων που προαναφέρθηκαν (παντογνωσία, επαγγελματική ιδιότητα, εμπειρία άσκησης δημόσιας διοίκησης), σε σχέση με τα αποδεκτά βασικά χαρακτηριστικά (διάθεση προσφοράς και μάθησης) των υποψηφίων;

  Ως εύκολα αποδείξιμα, τα δεδομένα της επαγγελματικής ιδιότητας και εμπειρίας στην άσκηση δημόσιας διοίκησης, μπορούν σχετικά εύκολα να συνδυαστούν στο μυαλό των δημοτών με τη διάθεση προσφοράς «στα κοινά». Το πόσο ειλικρινής όμως είναι αυτή η διάθεση, συνήθως λανθασμένα συνδυάζεται με την επαναληπτικότητα της υποψηφιότητας. Συμπεραίνεται δηλαδή ότι εφόσον κάποια/ος θέτει τον εαυτό του κατ’ επανάληψη στην κρίση των συνδημοτών του, τότε η διάθεση προσφοράς του είναι αυτόματα και ειλικρινής.

  Αυτό όμως μπορεί να ισχύει μόνο στις εξής περιπτώσεις:

·         Εάν ο υποψήφιος έχει εκλεγεί και α) ασκήσει δημόσια διοίκηση, ποιο ήταν το «αποτύπωμα» που άφησε, τόσο με το έργο, όσο και με τη συμπεριφορά του στην αντιμετώπιση των δημόσιων-δημοτικών ζητημάτων και β) εάν δεν ήταν μέλος της διοίκησης, ποια η συνεισφορά του στην καλυτέρευση ή/και διόρθωση της διοικητικής πρακτικής

·         Εάν δεν έχει εκλεγεί, ποιος ο κοινωνικός του ρόλος. Πώς, πότε και γιατί ανέπτυξε κοινωνική δραστηριότητα.

  Κι ερχόμαστε στο καθοριστικό χαρακτηριστικό της διάθεσης για μάθηση, το οποίο επηρεάζει καταλυτικά, τόσο τους προηγούμενους παράγοντες και χαρακτηριστικά, όσο και τη συνολική εικόνα του υποψηφίου.

  Συνδυάζοντας κανείς μία επαγγελματική ιδιότητα, σε σχέση με την εμπειρία στην άσκηση δημόσιας διοίκησης, θα πρέπει να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι δύο αυτοί παράγοντες έχουν διαμορφώσει ανάλογα και την αντίληψη που θα πρέπει να έχει σχηματίσει ο υποψήφιος, όσον αφορά στην αντιμετώπιση απέναντι, τόσο στα τρέχοντα ζητήματα, όσο κι εκείνα που έχουν προταθεί ή προγραμματιστεί να γίνουν.

  Με δυο λόγια, έχοντας τόσο την επαγγελματική, όσο και την εμπειρική γνώση, δεν νοείται μία επιπόλαιη -στην καλύτερη περίπτωση- ούτε κριτική, ούτε «προτασεολογία». Διότι η άμεση επαφή με τα σύγχρονα δεδομένα άσκησης δημόσιας διοίκησης σε επίπεδο δήμου, από ανθρώπους που διαθέτουν -λόγω επαγγελματικής ιδιότητας- τις γνώσεις και τη διάθεση να ανταπεξέλθουν σε αυτά, θα έπρεπε να «συμμορφώνει» τις όποιες προσδοκίες τους, ώστε αυτές να «συμβαδίζουν» με την πραγματικότητα. Κάθε άλλη περίπτωση, θα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα, είτε του απλού εντυπωσιασμού των ψηφοφόρων χωρίς κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, είτε της μη ειλικρινούς διάθεσης προσφοράς «στα κοινά».

  Αυτό, σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να αναστέλλει τη διάθεση αγωνιστικότητας των υποψηφίων με στόχο την αλλαγή των «κακώς κειμένων» στη δημόσια-δημοτική διοίκηση, όπως και στη διεκδίκηση κάθε είδους πόρων που κρίνονται χρήσιμοι για την επίτευξη των στόχων τους. Μέσα όμως πάντα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων, των δυνατοτήτων και των περιορισμών που επιβάλλει η σύγχρονη πραγματικότητα.

  Συμπερασματικά κι επειδή στην προεκλογική περίοδο που ήδη -άτυπα- διανύουμε έχουμε να δούμε και ν’ ακούσουμε πολλά, καλό θα ήταν να διακρίνουμε τους «πάντες που προτείνουν τα πάντα, σχολιάζοντας άπαντες ως παντογνώστες».