Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

Ένα KAV INTEC στην Καβάλα;

 

  Από καιρού εις καιρόν, ανοίγει και κλείνει -σχεδόν άμεσα- η δημόσια συζήτηση για τον τρόπο αξιοποίησης του παλιού «κάτω» νοσοκομείου Καβάλας. Ο λόγος δε που οι μέχρι σήμερα δημόσιες συζητήσεις-προτάσεις αξιοποίησής του σταματούν όπως ακριβώς άρχισαν, δεν είναι άλλος από το κόστος αποκατάστασης και επαναχρησιμοποίησής του, είτε ως χώρος εκμετάλλευσης τουριστικού τύπου, είτε ως φοιτητικές εστίες.

  Θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι, εάν αληθεύει πως το κόστος αυτό αγγίζει ή και ξεπερνά τα 4 εκατομμύρια ευρώ, όπως πρόσφατα ο πρώην δήμαρχος κ. Σιμιτσής ανέφερε, κανείς δημόσιος φορέας, πόσο μάλλον κάποιος ιδιώτης, δεν πρόκειται να δαπανήσει αυτό το ποσό. Τόσο οι εποχές των δημοσιονομικά «ισχνών αγελάδων» που διανύουμε, όσο και η πιθανότατα εξαιρετικά μακρά χρονική περίοδος απόσβεσης της οποιασδήποτε ιδιωτικής επένδυσης, δεν αποτελούν απλά τροχοπέδη, αλλά καθιστούν τις πιο πάνω προτάσεις εντελώς ανεφάρμοστες.

  Στόχος αυτού του κειμένου, δεν είναι άλλος από το να φέρει στη δημόσια συζήτηση μία πρόταση που ίσως να αποτελεί και τη μοναδική -κατά τη γνώμη μου- που μπορεί να έχει ελπίδες υλοποίησης.

  Τη μετατροπή του χώρου σε ένα Πάρκο Καινοτομίας και Τεχνολογίας.

  Είτε αυτόνομου (κάτι αρκετά δύσκολο είναι η αλήθεια), είτε ως διασυνδεδεμένου περιφερειακού κόμβου με αυτόν της Thess INTEC στη Θεσσαλονίκη, στον οποίο ήδη συμμετέχει ως μέτοχος και το Διεθνές Πανεπιστήμιο, με εξασφαλισμένους και τους χρηματοδοτικούς πόρους.

  Στα 8.500 τ.μ. του κτιρίου, θα μπορούσαν -ως πρόταση- να στεγαστούν νεοφυείς εξειδικευμένες ερευνητικές και καινοτόμες δραστηριότητες στους τομείς των ορυκτών πόρων, των αυτοματισμών της αγροτικής, κτηνοτροφικής και αλιευτικής παραγωγής, του ψηφιακού τουρισμού και (γιατί όχι) της εθνικής άμυνας. Παράλληλα, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν χώροι διαμονής των ερευνητών, αλλά και συνεδριακό κέντρο.

  Βασική παράμετρος υλοποίησης της πρότασης, αποτελεί -δίχως άλλο- η συστράτευση του συνόλου των θεσμικών φορέων της πόλης προς την επίτευξη του στόχου. Τόσο ο Δήμος, η Αντιπεριφέρεια και οι τοπικοί βουλευτές, όσο και το παράρτημα του Διεθνούς Πανεπιστημίου της πόλης αλλά και το Επιμελητήριο Καβάλας, θα πρέπει να εξετάσουν το θέμα με ευνοϊκή ματιά και -συμφωνώντας άμεσα- να επιδιώξουν τις απαραίτητες συναντήσεις που θα θέσουν την πρόταση σε τροχιά υλοποίησης.

  Ίσως η ανάγνωση αυτών των γραμμών προκαλέσουν κάποιο μειδίαμα. Ίσως και αυτή η πρόταση να ξεχαστεί ως ανεφάρμοστη.

  Το σίγουρο όμως είναι ότι, όσο περνά ο καιρός κι εάν δεν συμφωνήσουμε, ένα ακόμη «κτιριακό κουφάρι» θα προστεθεί στα τόσα άλλα που «πάνω» τους κλαίμε τη μοίρα μας.

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Προς μία νέα ή μετά-ψυχροπολεμική εποχή;

 

Η επίθεση-εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στα τέλη Φεβρουαρίου 2022, άνοιξε -πέραν των καθαρά στρατιωτικών αναλύσεων- ένα αρκετά αναλυτικό πεδίο συζητήσεων όσον αφορά τόσο στους ευρύτερους γεωπολιτικούς στόχους-επιδιώξεις των επιτιθέμενων και τον τρόπο ή/και χρόνο επίτευξής τους (ή όχι), όσο και στις διεθνείς επιπτώσεις -πέραν των κοινωνικοοικονομικών- που η ενέργεια αυτή της Ρωσίας θα επέφερε, σχεδόν σε πρώτο χρόνο, όσον αφορά στις συσχετίσεις ισχύος και επιρροής των (πάλαι ποτέ) «μονομάχων» της ψυχροπολεμικής εποχής.

Προσπαθώντας κανείς να ιχνηλατήσει τους ευρύτερους στόχους της Ρωσίας, πέραν αυτών που μπορούν να γίνουν άμεσα αντιληπτοί και αφορούν αυτή καθεαυτή την (γεω-πολιτική) Ουκρανία της «επόμενης ημέρας», θα μπορούσε να αναφερθεί σε μία σειρά επιδιώξεων, από τις οποίες κάποιες έχουν ήδη επιτευχθεί. Η κυριότερη εξ αυτών αφορά την επαναφορά της Ρωσίας ως εμφανώς υπολογίσιμης και δρώσας (ακόμη και στρατιωτικής) δύναμης στο γεωπολιτικό γίγνεσθαι. Κι εάν κάτι τέτοιο μπορεί να ειπωθεί ότι δεν αποτελεί έκπληξη, δεν ήταν καθόλου δεδομένο ως μέρος της (υπό διαμόρφωση μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ) νέας ρωσικής ταυτότητας, στη συνείδηση του κοινωνικού, πολιτικού αλλά και στρατιωτικού δυναμικού της χώρας.

Η Ρωσία των πρώτων ετών της δεκαετίας του ’90, έχοντας υποστεί ένα -ταυτόσημο με αυτό της σοβιετικής επανάστασης των αρχών του 20ου αι.- σοκ από την πτώση της ιδεολογικής (ως συνεκτικού ιστού της κοινωνίας), πολιτικής και στρατιωτικής της ταυτότητας, παρακολουθούσε χωρίς καμία δυνατότητα αντίδρασης τους μέχρι πρότινος αντιπάλους να πλησιάζουν -και όχι μόνο στον αμυντικό τομέα- στα σύνορά της. Έχοντας χάσει μεγάλο μέρος (ή/και ολοκληρωτικά) από τη δύναμη επιβολής-επιρροής της στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, αλλά και στα κράτη «ανάσχεσης κινδύνου» (ή «πρώην ανατολικού μπλοκ», όπως τα γνωρίζουμε), ένιωθε μία όλο και πιο αυξημένη πίεση, ακριβώς από την κατεύθυνση που κατ’ επανάληψη στο παρελθόν είχε δεχτεί σφοδρές στρατιωτικές επιθέσεις. Τα δυτικά της σύνορα.

Η ανασφάλεια που δημιουργήθηκε στο πολιτικό (κυρίως) δυναμικό της χώρας, παράλληλα με την (υποχθόνια) ελπίδα «αναβίωσης» του «παλαιού μεγαλείου», είχε ως αποτέλεσμα τη στροφή της πολιτικής έκφρασης της κοινωνίας στην αναζήτηση ηγέτη που θα εξέφραζε αυτήν ακριβώς την προοπτική. Και καθώς οι -διαχρονικά- αυταρχικές μορφές διοίκησης δεν ήταν κάτι που ξένιζε το συλλογικό υποσυνείδητο της χώρας, ενώ ταυτόχρονα «απολάμβανε» τις ελευθερίες του «δυτικού τρόπου ζωής», δεν άργησε να «λάμψει το άστρο» του Βλαδίμηρου Πούτιν.

Αργά αλλά σταθερά, η νέα Ρωσία ξεκίνησε να χτίζεται πάνω στα «ερείπια» της πρώην σοβιετικής ένωσης, έχοντας ενσωματώσει (χωρίς να αφομοιώσει) τις δυτικές συνήθειες και εκμεταλλευόμενη κάθε ιστορικό, πολιτικό και γεωγραφικό της πλεονέκτημα. Με το βλέμμα στραμμένο -αρχικά- στην εδραίωση (και επέκταση) της οικονομικής της επιρροής και χρησιμοποιώντας καθαρά «δυτικού τύπου» τακτικές, η ανάδυσή της στο διεθνές (και όχι απλά περιφερειακό) γεωπολιτικό στερέωμα ως σημαντικής και υπολογίσιμης δύναμης, δεν άργησε να συμβεί.

Με απλά λόγια, η Ρωσία του 1970, σε σχέση με αυτή του 2000, αλλά και αυτή του 2022, είναι τρία διαφορετικά πράγματα.

Κι εάν στις αρχές του 21ου αι. αυτό που τη διαφοροποιούσε από το ιστορικό και πολιτικό παρελθόν της ήταν η οικονομική της ανάπτυξη και οι (εξ αυτής κυρίως  κατευθυνόμενες) διεθνείς της σχέσεις, είκοσι χρόνια μετά είναι η επαναφορά της στο αμυντικό δόγμα του σοβιετικού παρελθόντος της. Η γεωπολιτική σημασία της επίθεσης-εισβολής της Ρωσίας στη γειτονική Ουκρανία, αποτελεί ιστορικό ορόσημο αλλαγής πολιτικής, παρόμοιο (όχι ταυτόσημο) με αυτά της σοβιετικής επανάστασης και της μετέπειτα κατάρρευσης της σοβιετικής ένωσης.

Αυτό όμως που πιθανόν να μην γίνεται άμεσα αντιληπτό από τη σημερινή ρωσική ηγεσία, είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι γεωπολιτικές διαμορφώσεις και οι συσχετισμοί δυνάμεων του σήμερα, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με αυτές της ψυχροπολεμικής εποχής.

Ο διπολικός κόσμος των ετών μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, έχει πλέον παραχωρήσει τη θέση του σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία, με ανεξάρτητους και ημι-ανεξάρτητους δρώντες, οι οποίοι διεκδικούν τη θέση και την αναγνώριση της ισχύος τους, σε μία νέα πολύ-πολική εποχή. Είναι το ίδιο ακριβώς πλαίσιο εντός και στο οποίο στηρίχθηκε και αναδύθηκε η νέα Ρωσία.

Έχοντας διδαχθεί και κατανοήσει τη δύναμη της οικονομίας, η οποία αντικατέστησε τις κανονιοφόρους για την επιβολή της αρχής της αποτελεσματικότητας, όπου η Ισχύς δημιουργεί το Δίκαιο, προσπαθεί να κερδίσει πλέον και στο πεδίο της αμυντικής-στρατιωτικής ικανότητας, μέσω της επέκτασης και της αμυντικής της επιρροής, διεκδικώντας δυναμικά την επαναδημιουργία μιας (ιδιότυπης πλέον) «ζώνη ανάσχεσης» στα Νότια και Δυτικά της σύνορα.

Η λάθος εκτίμηση, εάν υπάρχει τέτοια, βρίσκεται στη μη σωστή ίσως εκτίμηση από πλευράς της ηγεσίας της, μίας παράλληλα και διαρκώς ανερχόμενης δύναμης. Της Κίνας. Κι ενώ οι πολιτικές και οικονομικές σχέσεις των δύο (τεράστιων από κάθε άποψη) χωρών, δείχνουν να βρίσκονται στο καλύτερό τους σημείο, εν τούτοις είναι η Κίνα αυτή που ήδη έχει και θα «έχει το πάνω χέρι» και την επόμενη ημέρα στις μεταξύ τους σχέσεις.

Η ανάδυση λοιπόν της νέας Ρωσίας του 21ου αι., και η δυναμική της επανεμφάνιση με την επίθεση-εισβολή της στην Ουκρανία, στο αμυντικό-στρατιωτικό γίγνεσθαι του σήμερα, ενώ έχει στοιχεία μιας «νέο-ψυχροπολεμικής εποχής», με την έννοια μιας αναβίωσης-συνέχειας των ετών μετά το τέλος του Β’ΠΠ, ουσιαστικά σηματοδοτεί την έναρξη μίας μετά-ψυχροπολεμικής εποχής. Μία ρήξη με το παρελθόν και όχι μία συνέχειά του.

Και αυτό, πρόκειται πλέον να επηρεάσει κάθε πτυχή της ζωής στον πλανήτη τα επόμενα χρόνια.


(photo από SLpress)

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

Μηδενιστικοί διαξιφισμοί

 

Κάποια στιγμή, έστω και περιγραφικά, μερικά πράγματα πρέπει να ειπωθούν με το όνομά τους.

Είναι καιρός τώρα που ξεκίνησε να με προβληματίζει το ερώτημα για το ποια θα πρέπει να είναι η στάση ενός συνειδητά ενεργού πολίτη στα πολιτικά (γενικότερα) και κοινωνικά (ειδικότερα) δρώμενα, τόσο της περιοχής στην οποία ζει και δραστηριοποιείται, όσο και ευρύτερα.

Θα ήταν παράλειψη βέβαια να μην επισημανθεί ότι, τόσο ο χρόνος, όσο και ο τόπος (αλλά και ο τρόπος) που επιλέγει κανείς για να δημοσιοποιήσει την «παρουσία» του, έχουν τη σημασία τους.

Εν μέσω -λοιπόν- εξαιρετικά σημαντικών γεγονότων, κυρίως στη γεωπολιτική «σκακιέρα». η εξέλιξη των οποίων επηρεάζει άμεσα την περιοχή μας, η κατάθεση άποψης, όσο υποκειμενική κι αν είναι, θα πρέπει να προσθέτει και όχι να αφαιρεί από τη γενική προσπάθεια αναβάθμισης, τόσο της γεωγραφικής, όσο και της κοινωνικής συνιστώσας των ζητημάτων που μας απασχολούν.

Στο πνεύμα αυτό, κάθε προσπάθεια, όχι μιας αποδεκτά έντονης κριτικής αλλά του απόλυτου μηδενισμού των αποφάσεων αυτών που κλήθηκαν-επιλέχθηκαν από εμάς για να υπηρετήσουν το δημόσιο (τοπικό ή άλλο) συμφέρον, όχι απλά δεν βοηθά, αλλά γεννά βάσιμες υποψίες για τον ρόλο όσων επιλέγουν αυτήν την πολιτική πρακτική.

Κι εάν στην κεντρική πολιτική σκηνή, όπου τα συμφέροντα είναι τεράστια και (στις περισσότερες των περιπτώσεων) απρόσωπα, επηρεάζουν δε και επηρεάζονται από τις παγκόσμιες εξελίξεις, στις μικρές, τοπικές κοινωνίες όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, κάθε προσπάθεια απόλυτου μηδενισμού και όχι (επαναλαμβάνω) έστω έντονης, αλλά σε καμία περίπτωση εποικοδομητικής κριτικής, γίνεται άμεσα αντιληπτή από τους εκλογείς, μιας και -όπως προείπα- γνωρίζουν καλά πρόσωπα και καταστάσεις.

Το αποτέλεσμα δε της πρόσληψης των πολύ δυσάρεστων αυτών καταστάσεων από τους πολίτες, κι εάν κανείς δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον-συμφέρον από αυτές, είναι μία παντελής απαξίωση των πάντων, μία αίσθηση αποστροφής. Όχι απλά για τις καταστάσεις, αλλά και για τα ίδια τα πρόσωπα που τις προκαλούν.

Εντοπίζεται λοιπόν ένα σχήμα οξύμωρο. Εκείνοι που με τις δημόσιες τοποθετήσεις ή και ενέργειές τους, μηδενίζουν ή προκαλούν δυσεπίλυτα προβλήματα στον πολιτικό τους αντίπαλο, καταλήγουν όχι μόνο να μην κερδίζουν τίποτε από την πολιτική τους αυτή συμπεριφορά, αλλά αντίθετα να απομακρύνουν τις όποιες πιθανότητες είχαν για να τον πλήξουν πολιτικά.

Εάν δε αυτό ήταν το κύριο ζήτημα, ίσως και να γινόταν αποδεκτό, μιας και -όχι άδικα- η πολιτική έχει λάβει χαρακτηριστικά «αρένας».

Το κύριο όμως κατά τη γνώμη μου ζήτημα, είναι οι επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής επιλογής-συμπεριφοράς, τόσο στο γενικό, όσο και στο τοπικό (εάν μπορεί να τα ξεχωρίσει κανείς) δημόσιο συμφέρον.

Γιατί, τι έχει να κερδίσει μια τοπική κοινωνία από την καθυστέρηση λόγω γραφειοκρατίας μιας αθλητικής δραστηριότητας ή της πολεοδομικής αναβάθμισης μιας περιοχής; Πώς ωφελείται κανείς από την αναστολή έναρξης επενδυτικών δραστηριοτήτων; Ποιος μπορεί να είναι ικανοποιημένος από την άναρχη εικόνα μιας πόλης γεμάτης από παράνομα παρκαρισμένα οχήματα;

Ίσως μόνο εκείνοι που τους έχει εμφυτευθεί η ιδέα πως μόνο με την κάθοδο όσων -έστω παροδικά- είναι πάνω από αυτούς, μπορούν να τους φθάσουν.

Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τους μηδενιστικούς διαξιφισμούς κι ας εντρυφήσουμε στην ουσία της πολιτικής. Αυτής που στόχο έχει την ενεργό ανάμειξη με τα κοινά. Είτε ως πολίτες που κλήθηκαν-επιλέχθηκαν για την προάσπιση και την ανάδειξη του δημοσίου συμφέροντος, είτε μέσω μιας σκληρής αλλά εποικοδομητικής κριτικής, που θα προβάλει ισάξια, τόσο την αναγνώριση  και υπόδειξη (με επιχειρήματα) του λάθους, όσο και την ειλικρινή προσπάθεια των πολιτικών αντιπάλων.


Photo άρθρου: "The rape" a painting by Darwin Leon

Τρίτη 13 Απριλίου 2021

Πώς είπατε;!

 

Θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν τραγικό!

Εδώ και δεκαετίες, γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, ζούμε και συνεχώς εκπαιδευόμαστε με σκοπό την προσωπική επιτυχία.

Στα αθώα μάτια των ανήλικων παιδιών μας, μοιάζει με εξωγήινη οποιαδήποτε παραίνεση (εάν ποτέ υπάρξει) με τις άγνωστες λέξεις «ευγενής» και «άμυλα» συνταιριαγμένες μεταξύ τους.

Στην γεμάτη ύποπτη περιέργεια και αμφισβήτηση ματιά των ενηλίκων εφήβων μας, όταν ψελλίσουμε με θάρρος πως είναι το συλλογικό καλό που πρέπει να τους ενδιαφέρει κι όχι η δική τους προβολή, μας αποστομώνουν μ’ εκείνο το «κι εσύ τι έκανες;».

Κι όταν πια στην ενήλικη ζωή, γκρεμίζεται απ’ τα ύψη του Ολύμπου το υπερφίαλο «εγώ» μας κάθε φορά που αναφερόμαστε στο «εμείς», έρχονται στιγμές που μία κατάσταση που απαιτεί (δεν ζητά) ομοψυχία, αναγκάζει όλους εκείνους που έστησαν, διατηρούν και διαιωνίζουν το δόγμα της «με κάθε κόστος προσωπικής επιτυχίας», να εμφανίζονται πλέον ως «παλιάτσοι στο τσίρκο» της ζωής μας, όταν με περισσή υποκρισία εμφανίζονται προκλητικά ως υποστηρικτές της «εθνικής ομοψυχίας».

Για ποια συλλογική υπομονή λοιπόν;

Για ποια συλλογική ή ατομική ευθύνη;

Για ποια εθνική ομοψυχία και παλλαϊκή προσπάθεια μιλούν αυτοί που δεν πιστεύουν λέξη απ’ όσα ξεστομίζουν;

Πότε, τα τελευταία δεκάδες χρόνια, καλλιεργήθηκαν αυτού του είδους τα συναισθήματα, όχι απλά ως τρόπος ζωής σε έκτακτες καταστάσεις, αλλά ως λόγος ύπαρξης «στο διάβα» της ζωής μας;

Ας μην απορούμε λοιπόν όταν κάθε έκκληση απ’ οποιονδήποτε, θεσμικό ή όχι, φορέα «πέφτει στο κενό».

Είναι ο τρόπος που εκπαιδευθήκαμε, που μάθαμε να ζούμε, ο μόνος τρόπος να πετύχουμε το στόχο της «προσωπικής επιτυχίας».

Κι εφόσον κάτι τέτοιο είναι πλέον τραγικό, δεν παύει απλά να είναι γελοίο.

Είναι ο μόνος τρόπος που ξέρουμε.

Αλλά και πάλι… ίσως όχι όλοι.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Δημοτικοί προβληματισμοί

 

  Είναι καιρός τώρα που αποφεύγω συνειδητά να ασχοληθώ με όσα συμβαίνουν στην τοπική αυτοδιοίκηση Α’ βαθμού, ειδικότερα δε με τον Δήμο Καβάλας. Ίσως επειδή η ελπίδα μου στην βαθιά κατανόηση του πλήρους νοήματος της απλής αναλογικής από εκείνους που κλήθηκαν να την εφαρμόσουν στην πράξη, αποδείχθηκε τελικά τόσο φρούδα, όσο και το να περιμένει κανείς πως η ανθρώπινη ματαιοδοξία θα εξέλιπε μονομιάς λόγω ενός νομοθετήματος. Πίστευα πως, ειδικά στους Δήμους όπου οι άνθρωποι συγχρωτίζονται καθημερινά, που γνωρίζονται, που συμμετέχουν σε μία κοινή ζωή, στον ίδιο περιορισμένο τόπο, θα έβρισκαν τον κοινό βηματισμό που χρειάζεται μία μικρή κοινωνία για να προχωρήσει μπροστά.

  Σήμερα, ακόμη και μετά τις «μεταμορφώσεις» χάριν της «κυβερνησιμότητας» που υπέστη ο νόμος, κάτι τέτοιο μοιάζει αδύνατο. Γι’ αυτό και είναι σχεδόν έτοιμη η πλήρης ανατροπή του.

  Πράγμα όχι παράδοξο μιας και -τελικά- αυτό που ως λαός έχουμε βαλθεί (θαρρεί κανείς) και αποδεικνύουμε με ευλαβική προσήλωση, είναι πως δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε κοινωνικά, εάν δεν υπάρχει κάποιος που να μας καθοδηγεί. Όση περισσότερη ελευθερία μας παρέχεται, όσα περισσότερα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα αποκτούμε, τόσο περισσότερο ψάχνουμε τον τρόπο να τα υπερβούμε, συμπεριφερόμενοι ως «ταύροι εν υαλοπωλείο», επικαλούμενοι διαρκώς τα… δικαιώματά μας!

  Στην περίπτωση δε της συγκρότησης των Δημοτικών Συμβουλίων, ειδικότερα εκεί όπου η πλευρά του Δημάρχου δεν έχει την πλειοψηφία των Συμβούλων, το ατομικό και πολιτικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, κυρίως από την πλευρά των αντιπολιτευόμενων παρατάξεων, αποδεικνύεται ως η «αχίλλειος πτέρνα» της τοπικής αυτοδιοίκησης, όσον αφορά στην ομαλή διεξαγωγή των συζητήσεων, αλλά και των αποφάσεων που τελικά λαμβάνονται εντός του ανώτατου αυτού τοπικού συλλογικού οργάνου.

  Σημαίνει αυτό πως ο εκάστοτε Δήμαρχος που είχε την ατυχία να βρεθεί και είναι αναγκασμένος να λειτουργήσει-διοικήσει εντός ενός τέτοιου πλαισίου, είναι άμοιρος ευθυνών; Κάθε άλλο. Είναι ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις όπου η ανάγκη ανάδειξης των ηγετικών του ικανοτήτων, εάν φυσικά τις διαθέτει, θα πρέπει να κάνουν την εμφάνισή τους. Και στις ικανότητες αυτές, δεν περιλαμβάνεται η ευθιξία αλλά η ψυχραιμία, δεν περιλαμβάνεται ο θυμός αλλά η αυτοσυγκράτηση, η σύνεση και ο ορθός, δίκαιος λόγος.

  Όσο λοιπόν περισσότερο η (δυστυχώς) θεμιτή πολιτικά, προσπάθεια δημόσιας ανάδειξης των αρνητικών στοιχείων, ακόμη και του χαρακτήρα ενός Δημάρχου γίνεται εμφανής, τόσο περισσότερο εκείνος θα πρέπει να υψώνει απέναντί τους το τείχος, όχι των δυνατοτήτων που του δίνει ο νόμος να διοικήσει, αλλά των ικανοτήτων του να συνθέσει μέσω του ήπιου λόγου και των επιχειρημάτων του.

  Στην εξαιρετικά όμως δύσκολη θέση αντιμετώπισης ενός αντιπολιτευόμενου και πλειοψηφικού εντός του Δημοτικού Συμβουλίου «μπλοκ», που μοναδικό του ίσως σκοπό έχει την παντελή απαξίωση, τόσο προσωπικά όσο και πολιτικά του ίδιου και της «ομάδας» του, αυτό που επιβάλλεται (κατά τη γνώμη μου) να γίνει, είναι η όσο το δυνατόν περισσότερη και σε ευρεία κλίμακα επάν-επικοινωνία του με το σώμα που τον ανέδειξε, υπενθυμίζοντας όχι τον τρόπο αλλά τους λόγους που εκείνος και όχι κάποιος άλλος βρίσκεται σε αυτήν τη θέση.

  Με αυτόν τον τρόπο, υπό προϋποθέσεις κι εάν «τελεί εν δικαίω», ίσως καταφέρει να απο-νομιμοποιήσει ένα από τα βασικά επιχειρήματα εκείνων που του «επιτίθενται». Αυτό της επίκλησης της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης της τοπικής κοινωνίας.

  Έτσι, σταδιακά, η θεμιτή σύγκρουση των παρατάξεων εντός του Δημοτικού Συμβουλίου, θα λάβει τη μορφή που πρέπει να έχει. Αυτή της αντιπαράθεσης των επιχειρημάτων με σκοπό τη λήψη των ορθότερων αποφάσεων και όχι της ανώφελης φωνασκίας με σκοπό την προσωπική ανάδειξη ματαιόδοξων «επιγόνων» και φιλόδοξων «παραγόντων».