Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Αποχή. Πολιτική στάση ή πρόβλημα;

 

  Με αφορμή το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών για την επιλογή των εκπροσώπων μας στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, το μοναδικό ευθέως αντιπροσωπευτικό των πολιτών θεσμικό όργανο της ΕΕ, με ευρείες μάλιστα αρμοδιότητες μετά και τη Συνθήκη της Λισαβόνας, κάποιες σκέψεις που ίσως εξηγούν το γιατί τελικά (και) στη χώρα μας το φαινόμενο της αποχής είχε, αλλά παίρνει πλέον ανησυχητικά μεγάλες διαστάσεις.

  Αρχικά, υπάρχουν οι κλασικές επικλήσεις στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της μη κατανόησης από τους πολίτες α) του τρόπου θεσμικής οργάνωσης της ΕΕ, β) της πολυπλοκότητας των διοργανικών σχέσεων με βάση τις οποίες λαμβάνονται οι αποφάσεις της και γ) γιατί και πώς οι δημόσιες πολιτικές της επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα τις ζωές τους. Κάτι που έχει δημιουργήσει ολόκληρη επιστημονική συζήτηση σχετικά με το -υπαρκτό ή όχι- δημοκρατικό της έλλειμμα. Οι αιτίες όμως αυτές δεν εξηγούν στο σύνολό της την απαξίωση που επιδεικνύουν οι πολίτες της Ένωσης και με εκκωφαντικό πλέον τρόπο και στη χώρα μας.

  Με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΕ, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1, η αποχή των πολιτών στα 16 από τα 27 κράτη μέλη της στις τελευταίες ευρωεκλογές, κυμάνθηκε σε ποσοστά άνω του 50%. Χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις αποτελούν αυτές της Κροατίας (78,7%) και της Λιθουανίας (71,1%), ενώ σε Βουλγαρία, Εσθονία, Λετονία, Πορτογαλία, Σλοβακία και Τσεχία το ποσοστό αποχής ξεπέρασε το 60%.

  Αντίθετα, χαμηλά ποσοστά αποχής παρουσιάζει η Μάλτα (27%) των 530.000 ψηφοφόρων, το Λουξεμβούργο (17,8%) και το Βέλγιο (10,8%) με τις δύο τελευταίες χώρες να φιλοξενούν την έδρα πλειάδας θεσμικών και μη οργάνων της Ένωσης.

  Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσε κανείς να καταλήξει στα εξής συμπεράσματα:

  • με την -όχι χωρίς αστερίσκους- εξαίρεση της Ρουμανίας (με αποχή στο 47,6%) και -των ειδικών συνθηκών λόγω Β. Ορμπάν- Ουγγαρίας (41,6%), οι πολίτες στο σύνολο των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που εντάχθηκαν στην ΕΕ το 2004, το 2007 και το 2013, δείχνουν απογοητευμένοι πλέον από αυτή την επιλογή των κυβερνήσεών τους
  • ακόμη και οι πολίτες των προηγμένων κοινωνικοοικονομικά χωρών της Βορειοδυτικής Ευρώπης, όπως η Σουηδία, η Δανία, η Αυστρία αλλά και η Γαλλία, εμφανίζουν τα ίδια σημάδια «ευρωκόπωσης», με ποσοστά αποχής που ξεπερνούν το 40% και πλησιάζουν στο 50%
  • ταυτόχρονα, δύο στους τρεις Γερμανούς και πάνω από οκτώ στους δέκα Λουξεμβούργιους και Βέλγους πολίτες, δείχνουν να απολαμβάνουν τα οφέλη από τη συμμετοχή τους στην ΕΕ. Σημειώνεται ότι και στις τρεις χώρες έχουν την έδρα τους σημαντικά θεσμικά όργανα της ΕΕ και της ΟΝΕ.

                Πίνακας 1

 
  «Επιστρέφοντας» στην Ελλάδα και εξετάζοντας τα στοιχεία της αποχής των πολιτών της από την εκλογική διαδικασία των ευρωεκλογών, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 2, παρατηρούμε ότι ενώ στην πρώτη αυτού του «είδους» εκλογική αναμέτρηση στη χώρα το 1981 η αποχή ήταν μόλις στο 21,5%, το ποσοστό αυτό πλησίασε στον τριπλασιασμό του το 2024, «αγγίζοντας» στις πρόσφατες ευρωεκλογές το 59%. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι μέχρι και τις ευρωεκλογές του 1999, το ποσοστό αποχής δεν ξεπέρασε το 30%. Ρόλο βέβαια σε αυτό -εκτός άλλων που θα αναφερθούν παρακάτω- έπαιξε το γεγονός ότι οι ευρωεκλογές τόσο του 1981 όσο και του 1989 έγιναν ταυτόχρονα με τις βουλευτικές εκλογές. 


            Πίνακας 2


   Ακόμη δε κι εάν το ποσοστό αποχής του 36,8% των ευρωεκλογών της «χρονιάς των Ολυμπιακών αγώνων» του 2004 μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ανεκτό», δεν παύει να αποτελεί σαφή ένδειξη αυτού που θα επακολουθούσε. Έτσι, στις αμέσως επόμενες εκλογές του 2009 καταγράφηκε το μεγαλύτερο μέχρι και φέτος ποσοστό αποχής (47,4%), με το ποσοστό αυτό να μην πέφτει κάτω από το 40% και στις δύο επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις του 2014 και του 2019, παρά το ότι οι δεύτερες διεξήχθησαν μαζί με τον Α’ γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών.

  Με βάση τα παραπάνω, μπορεί να τεθεί το ερώτημα: τι άλλαξε στη χώρα αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε μετά το 1999 τα ποσοστά αποχής να αγγίζουν και ξεπερνούν κατά πολύ το 40%;

  Παράγοντες που είναι πολύ πιθανό να συνέβαλαν καθοριστικά σε αυτό, μπορεί να είναι:

  • το έλλειμμα πολιτικών ηγετών όπως οι Καραμανλής, Παπανδρέου, Αντενάουερ, Κολ, Σμιτ, Σιράκ, ντ’ Εσταίν, Μιτεράν, Σπάακ, Ντελόρ κ.α, που με το προσωπικό και πολιτικό τους κύρος κατάφερναν να συσπειρώνουν και να πείθουν τους πολίτες, καθορίζοντας ταυτόχρονα και την πορεία της ΕΕ
  • η προσήλωση των διαδόχων τους στις απόλυτα συμβατές με την ελεύθερη οικονομία της αγοράς δημόσιες πολιτικές, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές επιπτώσεις τους
  • εξαιρετικής σημασίας διεθνή αλλά και ευρωπαϊκά γεγονότα όπως η έντονη πλέον επέκταση του φαινομένου της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, η ανάληψη δράσης από το ΝΑΤΟ στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, η υιοθέτηση του ευρώ ως κοινού νομίσματος των χωρών μελών της ΟΝΕ και η συνεπαγόμενη υιοθέτηση του μοντέλου οικονομικής διακυβέρνησης (κ.α.), που συνέβαλλαν καταλυτικά στην προσπάθεια των οικονομικών και πολιτικών ελίτ της ΕΕ να προχωρήσουν πιο γρήγορα τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε πληθώρα σημαντικών τομέων πολιτικής, κάτι που δεν γινόταν εύκολα ούτε αντιληπτό, ούτε αποδεκτό από τους πολίτες της (πχ καταψήφιση με δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία του σχεδίου συντάγματος της ΕΕ
  • η αποτυχία ορθής και με κατανοητά από τους πολίτες αποτελέσματα εφαρμογής της πολιτικής συνοχής της ΕΕ, που αποσκοπεί στη μείωση του φαινομένου της περιφερειακής ανισότητας τόσο μεταξύ των κρατών όσο και μεταξύ των περιφερειών του
  • οι διαδοχικές κρίσεις που έπληξαν (σε διαφορετικό βαθμό) τις χώρες-μέλη της ΕΕ (οικονομική και χρηματοπιστωτική, μεταναστευτική, Covid-19) που ανέδειξαν την ισχυροποίηση του διακυβερνητικού και όχι υπερεθνικού χαρακτήρα της, μέσω της ανεπάρκειάς της να τις αντιμετωπίσει συλλογικά με πνεύμα αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης, κάτι που απομάκρυνε έτι περαιτέρω τους πολίτες πολλών χωρών από την ιδέα του «ευρωπαίου πολίτη
  • η αποτυχία αντιμετώπισης ενός άκρατου και σε πολλές περιπτώσεις με σαφή πολιτική-κρατική υποκίνηση μεταναστευτικού ρεύματος από χώρες της Αφρικής και της Ασίας

  Θα μπορούσαν ίσως να αναφερθούν σειρά άλλων παραγόντων. Το σίγουρο είναι πάντως ότι παράγοντες όπως το έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας η οποία να εμπνέει εμπιστοσύνη αλλά και η σπουδή των σύγχρονων οικονομικό-πολιτικών ελίτ της ΕΕ όσον αφορά στη λήψη αποφάσεων που προωθούν μια ασύμβατη -τουλάχιστον- πολιτική, τόσο με τις θελήσεις των πολιτών, όσο και με τις αρχές και αξίες πάνω στις οποίες «οικοδομήθηκε» η ΕΕ, μπορούν να θεωρηθούν ως οι κατ’ εξοχήν αιτίες που απομάκρυναν τους λαούς της από την έκφραση της γνώμης τους στην κάλπη, θεωρώντας πως η όποια αντίδρασή τους μέσω της ψήφου, απλά δεν λαμβάνεται υπ’ όψη.

  Αξίζει να σημειωθεί ότι παράλληλη αλλά όχι ταυτόσημη πορεία ακολουθούν τα ποσοστά αποχής και στις βουλευτικές εκλογές της χώρας. 

  Ενώ δηλαδή ήδη από τις ευρωεκλογές του 2004 το ποσοστό αποχής είχε ξεπεράσει το 35%, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 3, έπρεπε να φτάσουμε στις βουλευτικές εκλογές του 2012 στην Ελλάδα για να «συναντήσουμε» τα ίδια ποσοστά.

                                                                    Πίνακας 3


  Αναλύοντας λίγο περισσότερο τα στοιχεία του Πίνακα 3, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα «χρόνια της ευημερίας» μέχρι και το 2007, διαδέχθηκε η οικονομική κρίση του 2009-2015. Κάτι που φαίνεται να επηρέασε άμεσα τους πολίτες της χώρας καθώς το 29% της αποχής από τις κάλπες που σημειώθηκε στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου του 2009 (που χαρακτηρίστηκαν από το «λεφτά υπάρχουν» του Γ. Παπανδρέου), ξεπέρασε το 43% σε αυτές του Σεπτεμβρίου του 2015 μετά την υπογραφή και του 3ου Μνημονίου. Ένα ποσοστό που έμεινε κοντά στο 40% και στις εκλογές του Μαΐου του 2023, για να φτάσει στο 47% έναν μήνα αργότερα στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου.

  Χαρακτηριστικός είναι δε ο Πίνακας 4, με βάση τον οποίο τα μικρότερα (αν και πάνω από 30%) ποσοστά αποχής στη χώρα, παρατηρούνται ακριβώς επάνω στη διαδρομή του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ.

  Κι αν με αυτό δημιουργείται κάποια απορία, θα πρέπει να επισημανθεί πως έχει παρατηρηθεί και αποτελεί βασική συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το γεγονός ότι οι πιο ανεπτυγμένες περιοχές-περιφέρειες μιας χώρας βρίσκονται πάνω ή γύρω από βασικούς οδικούς άξονες, καθώς εκεί συγκεντρώνεται η παραγωγική-οικονομική δραστηριότητα της χώρας, για προφανής λόγους μείωσης του κόστους. Μία ακόμη απόδειξη της αποτυχίας της ΕΕ, αλλά και του ελληνικού πολιτικού συστήματος στην ορθή διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων που στοχεύουν ακριβώς στη μείωση των ενδοπεριφερεικών ανισοτήτων.

                                                                    Πίνακας 4


  Κι αν οι διαδοχικές κρίσεις (οικονομική, μεταναστευτική, Covid-19) μπορούν να εξηγήσουν σε μεγάλο βαθμό το φαινόμενο της αυξημένης αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες και στην Ελλάδα, ήταν η «κούραση» την οποία διαδέχθηκε η απογοήτευση των πολιτών από την εμφανή απομάκρυνση των κομμάτων από τη γνήσια εκπροσώπησή τους, σύμφωνα με τις αξιακές και ιδεολογικές τους αναφορές.

  Ένα σύγχρονο με βάση τα δυτικά πρότυπα κοινωνικό φαινόμενο, που εξηγείται με βάση τη στροφή των κομμάτων προς μία σχεδόν άνευ όρων πολυσυλλεκτικότητα, με στόχο την κατάκτηση της εξουσίας.

   Ένα φαινόμενο που παρατηρείται πλέον έντονα και στη χώρα μας, κυρίως δε τόσο στη Νέα Δημοκρατία, όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ.

  Η απομάκρυνση των παραπάνω κομμάτων από τις αρχικές ιδεολογικές τους «μήτρες», τα οδήγησαν σταδιακά αλλά σταθερά σε μία αξιακή απίσχναση και στη δημιουργία πολυσυλλεκτικών μορφωμάτων, με μοναδικό στόχο την κατάκτηση και διατήρηση της εξουσίας.

  Φτάνοντας στο σήμερα και σύμφωνα με τα όσα παραπάνω έχουν αναφερθεί, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως τόσο η αποχή του 58% στις ευρωεκλογές, όσο και αυτή του σταθερά άνω του 40% στις βουλευτικές εκλογές στη χώρα τα τελευταία χρόνια, μπορεί να εξηγηθεί απόλυτα καθώς οι πολίτες αισθάνονται πλέον πως τίποτε και κανείς δεν τους εκπροσωπεί. Σε τέτοιο τουλάχιστον βαθμό που θα τους κάνει να εκφράσουν τη γνώμη τους στην κάλπη.

  Κι αν η εξήγηση μοιάζει οικεία, αυτό που θα πρέπει η καθεμία και ο καθένας από εμάς να κατανοήσει είναι πως, ανεξάρτητα από το αίσθημα απογοήτευσης που την ή τον διακατέχει, η έκφραση γνώμης μέσω της ψήφου τόσο στις ευρωπαϊκές, όσο και στις εθνικές εκλογές, παρά το ότι μεταφράζεται ως «γράμμα κενό» για τους αποδέκτες της, αποτελεί τον μόνο ειρηνικό τρόπο αλλαγής των πραγμάτων και της τύχης τους.

  Διότι οι άλλες εναλλακτικές, απαιτούν βίαια μέσα. Κι αν κάποιοι ελπίζουν σε αυτό, ίσως θα πρέπει να αναθεωρήσουν. Γιατί θα είναι οι ίδιοι που θέλουν σήμερα να καταδικάσουν με την αποχή τους, που θα βγουν κερδισμένοι από αυτό.

 

 

 

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

https://github.com/GreeceInFigures/greeceinfigures-data/blob/main/elections/participation.csv

https://greeceinfigures.com/eklogiki-symmetoxi

https://results.elections.europa.eu/el/simmetochi/

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Περί της προστασίας των πολιτιστικών μνημείων του τόπου

 

  «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του, το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα, στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας».

       Σύνταγμα της Ελλάδας, Άρθρο 24 παρ.1

  Στην αρχή αυτού του κειμένου θα πρέπει να γίνουν κάποιες παραδοχές. Η πρώτη από αυτές έχει να κάνει με τη ρητή αναφορά του Συντάγματος στην ενεργή και διαρκή υποχρέωση του Κράτους, όσον αφορά στην προστασία (και) του πολιτιστικού περιβάλλοντος της χώρας. Ένα περιβάλλον το οποίο έχει δικαίωμα να απολαμβάνει ο κάθε πολίτης. Η δεύτερη παραδοχή αφορά στα επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα τα οποία απολαμβάνουν οι πολίτες ενός δημοκρατικού κράτους. Η τελευταία δε από τις παραδοχές μας, έχει να κάνει με την ίδια την έννοια του Κράτους, συστατικό στοιχείο του οποίου αποτελεί ο λαός επί του οποίου αυτό «άρχει» καθώς, αν και μπορεί να υπάρχει λαός χωρίς Κράτος, δεν μπορεί να υπάρξει Κράτος χωρίς λαό.

  Επί του προκειμένου, στο ανθρωπογενές πολιτιστικό περιβάλλον που το Κράτος καλείται ενεργά να προστατεύσει, ως αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής του κληρονομιάς, ανήκει το «σύνολο των δημιουργημάτων του ανθρώπου στο χώρο» δηλαδή οι αρχαιότητες, τα μνημεία, τα διατηρητέα κτήρια κλπ. Όπως καταλαβαίνει κανείς, η παρουσία κτιρίων όπως αυτά του παλιού Πρωτοδικείου και της παλιάς Μεραρχίας στην Καβάλα, χτισμένα στα τέλη του 19ου αι. και άμεσα συνδεδεμένα με τη νεότερη ιστορία της, αποτελούν όχι απλά «ζωντανούς» της μάρτυρες, αλλά και σημεία αναφοράς της.

  Στην έννοια όμως της προστασίας τους, ως σημαντικό μέρος (ας επαναληφθεί) της πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης μας υπεισέρχεται, εκτός από την υποχρέωση προστασίας τους από το Κράτος, και το δικαίωμα όλων μας όχι μόνο στην «απόλαυσή» τους, αλλά και στην εκπλήρωση της συνταγματικής επιταγής για τη διαρκή και ανεμπόδιστη παρουσία και «χρήση» τους από τους πολίτες. Και σε αυτήν ακριβώς την έννοια της προστασίας τους, «συναντώνται» τόσο το ατομικό, όσο και το κοινωνικό αλλά και το πολιτικό μας δικαίωμα για την απαίτηση ανάληψης από το Κράτος του συνόλου των ενεργειών που θα προστατεύσουν και θα διασφαλίσουν τη διαχρονική παρουσία τους.

   Ως ατομικό δικαίωμα διότι η παρουσία τους αποτελεί συστατικό στοιχείο  της ατομικής ταυτότητας-προσωπικότητας όλων μας, όπως αυτή διαμορφώνεται διαχρονικά μέσω της «επαφής» μας με την ιστορία της πόλης. Μία προσωπικότητα η ελεύθερη και ανεμπόδιστη ανάπτυξη της οποίας επίσης προστατεύεται με βάση το Άρθρο 5 (παρ.1) του Συντάγματος.

  Ως κοινωνικό δικαίωμα διότι όλες και όλοι μας αποτελούμε μέλη ενός κοινωνικού συνόλου με κοινές αναφορές στην κοινωνικό-πολιτική ιστορία του τόπου, αναπόσπαστο τμήμα της οποίας αποτελούν τα εν λόγω κτίρια. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος, το οποίο τελεί υπό την εγγύηση του Κράτους σύμφωνα με το Άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, εκφράζεται (και) μέσω της απαίτησης για την ενεργή προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

  Ως πολιτικό τέλος δικαίωμα διότι η ενεργή συμμετοχή μας στα πολιτικά δρώμενα του τόπου (και της χώρας), αποτελεί έκφραση της προεξάρχουσας συνταγματικής αρχής της λαϊκής κυριαρχίας (Άρ.1 παρ.2) που διασφαλίζει τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Μία συμμετοχή η οποία δεν εξαντλείται με την περιοδική άσκηση του εκλογικού μας δικαιώματος, αλλά εκφράζεται (και) μέσω της ενεργούς επαγρύπνησής μας για την προστασία των δικαιωμάτων όλων μας.

  Όπως γίνεται αντιληπτό από όσα παραπάνω εντελώς συνοπτικά αναφέρθηκαν, η προστασία των πολιτιστικών μνημείων της πόλης, όπως το παλιό Πρωτοδικείο και η παλιά Μεραρχία, εκτός από υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός, για να γίνει πράξη πρέπει να αποτελέσει και αντικείμενο μιας διαρκούς πίεσης προς αυτό ώστε να αναλάβει τις ευθύνες του.

  Γιατί η εγκατάλειψη και η αδράνεια, οδηγούν στη λήθη.

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

ΕΤΑΔ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

 

  Επειδή η ΕΤΑΔ συμπεριφέρεται ως γενικός «δερβέναγας» των δημόσιων κτημάτων που της έχουν παραχωρηθεί, αυτό δεν σημαίνει ότι μοναδικός της σκοπός θα πρέπει να είναι η αποκόμιση εσόδων για το δημόσιο ταμείο από την εκμετάλλευσή τους. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε οικονομική απαίτησή της για την παραχώρηση χρήσης στους δήμους -ιδιαίτερα- των πολιτιστικών μνημείων που αποτελούν τοπόσημα και χαρακτηρίζουν την πολιτισμική, κοινωνική αλλά και ιστορική πορεία πόλεων και περιοχών της ελληνικής επικράτειας, δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή, από τη στιγμή που η όλη διαδικασία-διαπραγμάτευση θέτει σε άμεσο κίνδυνο ακόμη και τη φυσική ύπαρξη αυτών των μνημείων στον χρόνο.

  Αποτελεί απόλυτη συνταγματική (και δικαστική) ευθύνη της ΕΤΑΔ, και κατ’ επέκταση του κράτους, η προστασία και διαφύλαξή τους, αναλαμβάνοντας το σύνολο των θετικών ενεργειών προς αυτόν τον σκοπό. Σε καμία δε περίπτωση, οικονομικής φύσης απαιτήσεις, δεν είναι δυνατό να θέτουν σε άμεσο κίνδυνο την πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου. Ενδεικτικά το παρακάτω απόσπασμα παλαιότερου κειμένου που αφορά στο ζήτημα:

  «… το δικαίωμα στο πολιτιστικό περιβάλλον εντάσσεται στην κατηγορία εκείνων των δικαιωμάτων για την ικανοποίηση των οποίων απαιτείται η κρατική παρέμβαση, δηλαδή η εκ μέρους των κρατικών οργάνων θετική ενέργεια1 ώστε να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και να διατηρείται η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά στις επόμενες γενεές.2 Η άποψη αυτή, αποτυπώθηκε και στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την οποία, με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος διατυπώνονται επιταγές, απευθυνόμενες προς τον νομοθέτη για να προσδιορίσει, κατά την ιδιαίτερη κάθε φορά κρίση του το είδος και την έκταση της προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.3

Σκουλάς Γ. – Σκουλά Δ. ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, Τόμος ΙΕ, τεύχος 60 Καλοκαίρι 2011, Το Δικαίωμα του Πολίτη στο Πολιτιστικό Περιβάλλον: Η Συνταγματική και Νομική του Διάσταση στην Παιδεία και στον Πολιτισμό, σ.9

1. Σιούτη Τ. Η συνταγματική Κατοχύρωση της Προστασίας του Περιβάλλοντος, Εκ. Σάκκουλας, Αθήνα 1985, σσ. 51-52.

2. Καρακώστα Ι. Ένδικα Μέσα Προστασίας των Περιβαλλοντικών Αγαθών, ΕΔΔΔ 1990, σελ. 177.

3. Τάχος Α. Δίκαιο Προστασίας Περιβάλλοντος, 1998, όπου και η σχετική νομολογία: ΣτΕ 4576/77, 3047/80, 262/82, 1069/84.


Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

Ω της παραφροσύνης


   Είναι φορές, όπως αυτή μεταξύ διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων, που η διαστρέβλωση πραγματικών δεδομένων από εκείνους που διεκδικούν πάση θυσία την επίτευξη του στόχου τους, ξεπερνά κάθε όριο.

  Έτσι και σήμερα, λίγες ημέρες πριν τη διεξαγωγή των δεύτερων εκλογών της Κυριακής για την ανάδειξη του δημάρχου Καβάλας, η επίτευξη ποσοστού 36,7% από το συνδυασμό του Θεόδωρου Μουριάδη «Σύγχρονος δήμος», παρουσιάζεται από κάποιους ως… αποδοκιμασία των δημοτών επειδή (λέει) τον ψήφισαν μόλις… δύο στους δέκα!

  Και πώς καταλήγουν σε αυτόν τον παραλογισμό; Χρησιμοποιώντας το ποσοστό της αποχής!

  Εφόσον δηλαδή ένας στους δύο δεν πήγε να ψηφίσει, άρα το 36% του 47% που συμμετείχε, σημαίνει ότι το πραγματικό ποσοστό του συνδυασμού είναι… 17%!!

  Και ο πιο αδαής από τους δημότες, υιοθετώντας την ίδια «λογική», θα μπορούσε να συμπεράνει ότι οι υποστηρικτές του δεύτερου σε ψήφους συνδυασμού, δεν συγκέντρωσαν το 24%, αλλά μόλις το 11% των ψήφων.

  Ακριβώς με την ίδια λογική, συμπεραίνουμε ότι οι διοικήσεις που προέκυψαν από τις εκλογικές αναμετρήσεις των προηγούμενων 20 τουλάχιστον ετών, τόσο σε εθνικό όσο και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, εκπροσωπούν ποσοστό όχι μεγαλύτερο του 22 με 23%!

  Μόνο που οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες δεν λειτουργούν έτσι αγαπητοί.

  Οι εκπρόσωποι του λαού, αναδεικνύονται από εκείνους που εκφράζουν τη γνώμη τους μέσω της ψήφου. Όσοι απέχουν, αν δεν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας, κακώς απέχουν. Εφόσον όμως (είτε επέλεξαν είτε όχι να) απέχουν από τη μέγιστη αυτή στιγμή της δημοκρατίας, η γνώμη τους -θετική ή αρνητική- απλά δεν καταγράφεται. Το να τη μεταφράζει κανείς όπως ακριβώς τον συμφέρει για την εξυπηρέτηση των σκοπών του, μόνο ως διαστρέβλωση (επιεικώς) της πραγματικότητας μπορεί να χαρακτηριστεί.

  Γι’ αυτό λοιπόν, εξαιρώντας από τη λογική του κειμένου το γεγονός ότι το σύνολο των 21 πρώτων σε σταυρούς υποψηφίων του «Σύγχρονου δήμου», έχουν καθένας τους ξεχωριστά τους διπλάσιους από τους αντίστοιχους υποψηφίους του δεύτερου, αυτοί που αξίζει να εκλεγούν στο πλευρό του επόμενου δημάρχου Καβάλας, είναι αυτοί που οι συνδημότες τους εμπιστεύθηκαν.

  Ο συνδυασμός «Σύγχρονος δήμος» και οι υποψήφιοι του νυν δημάρχου Καβάλας Θεόδωρου Μουριάδη.

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2023

Επί τω(ν) έργω(ν)

 

Κοινό χαρακτηριστικό κάθε προεκλογικής περιόδου, αποτελεί η συζήτηση για το έργο που πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο πριν από αυτή. Στις αυτοδιοικητικές δε εκλογές, ιδιαίτερα αυτές του Α’ Βαθμού (δημοτικές) όπου όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, η συζήτηση αυτή συχνά παίρνει διαστάσεις πέραν του αναμενομένου.

  Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να εισάγει τον αναγνώστη του σε κάποιες βασικές έννοιες λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, ειδικά όσον αφορά στον τομέα λήψης διοικητικών αποφάσεων σε επίπεδο δήμου.

  Ξεκινώντας πρέπει να τονιστούν δύο δεδομένα. Αρχικά πως κανένα έργο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την προηγούμενη εξασφαλισμένη χρηματοδότησή του. Δεύτερον ότι ενώ το σύνολο των δήμων της χώρας έχουν επιφορτιστεί με σειρά αποκλειστικών αρμοδιοτήτων, δεν προβλέπεται και η αντίστοιχη χρηματοδότησή τους. Αποτέλεσμα αυτών η αναγκαστική προσφυγή κάθε δημοτικής αρχής σε πηγές χρηματοδότησης από Περιφερειακά, κρατικά και ευρωπαϊκά προγράμματα. Αυτά όμως απαιτούν μία ιδιαίτερη και αρκετά χρονοβόρα διαδικασία υλοποίησης (προμελέτες, μελέτες, εγκρίσεις, προκηρύξεις, ενστάσεις, προσφυγές κλπ).

  Εάν λοιπόν μία δημοτική αρχή θέλει να παρουσιάσει ένα πρωτογενές έργο υποδομής στα στενά πλαίσια μιας και μόνο διοικητικής θητείας, θα πρέπει εκ των προτέρων να το ξεχάσει.

  Αυτός είναι και ο λόγος που το σύνολο των βασικών έργων, ακολουθούν το προσαυξητικό μοντέλο αποφάσεων, όπου κάθε ενέργεια βασίζεται-πατά στις αμέσως προηγούμενες, ώστε τα έργα να προχωρήσουν και (κάποια στιγμή) να ολοκληρωθούν.

  Μια απλή ματιά στα βασικά έργα υποδομής των τελευταίων ετών (και) στην Καβάλα, ως προς το πότε εξαγγέλθηκαν, πότε ξεκίνησαν και πότε τελικά ολοκληρώθηκαν, αρκεί για να πείσει κάθε δύσπιστο.

  Όσοι λοιπόν «σηκώνουν το λάβαρο του αγώνα» εναντίον κάθε δημοτικής αρχής επειδή μεν πρότεινε αλλά δεν ξεκίνησε και (φευ) δεν ολοκλήρωσε κάποια από αυτού του τύπου έργα, είτε δεν έχουν ιδέα από τον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης σε επίπεδο δήμου, είτε απλά ψεύδονται.

  Αυτό που μένει λοιπόν, είναι η διαχείριση της καθημερινότητας. Έργα δηλαδή μικρού σχετικά κόστους τα οποία εκτελούνται συνήθως είτε με ίδια μέσα του δήμου, είτε μέσω συμβάσεων με ιδιώτες στα πλαίσια των απευθείας αναθέσεων. Για να φύγει δε κάθε «σκιά» από αυτά τα τελευταία, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι απευθείας αναθέσεις γίνονται πάντα εντός των νομικών προβλέψεων (ν.4412/2016 Άρθ.118 & 328), δηλαδή «κατόπιν έρευνας αγοράς [κατάθεση προσφορών] και διαβούλευσης» και οικονομικών περιορισμών (Αρθ. 109Α & 320Α) δηλαδή για έργα «με εκτιμώμενη αξία ίση ή κάτω των 20.000€ άνευ ΦΠΑ» ή σε ειδικές και σαφώς προβλεπόμενες νομικά περιπτώσεις «κοινωνικών και άλλων ειδικών υπηρεσιών με όριο κόστους στα  60.000 € άνευ ΦΠΑ».

  Στην πορεία μας λοιπόν προς την ημέρα των εκλογών κι επειδή πολλά γράφηκαν κι ακούστηκαν κι άλλα τόσα επίσης θα γραφούν κι ακουστούν, κρατήστε τις αποστάσεις σας απ’ όλους εκείνους που «τάζουν λαγούς» για να προσφέρουν τελικά «φύκια».