Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Σε οριακό σημείο η μεταναστευτική κρίση στην Ελλάδα

  Η δημιουργία κλειστών και ελεγχόμενων δομών για τη φιλοξενία των παρανόμως εισελθόντων στην Ελλάδα μεταναστών, είναι κατά τη γνώμη μου τόσο αυτονόητη, όσο αναμενόμενη και απόλυτα δικαιολογημένη είναι και η αντίδραση των κατοίκων -κυρίως- των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου σε αυτά.
  
  Αυτονόητη, γιατί θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει από τις αρχές της μεταναστευτικής κρίσης το 2015, δίνοντας έτσι το -ελάχιστο- μήνυμα, πως η Ελλάδα λειτουργεί ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος κι όχι ως «ξέφραγο αμπέλι» στο οποίο «κάνουν κουμάντο» οι κάθε είδους Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.
  
  Δικαιολογημένη, γιατί ενώ θα έπρεπε, από τα πρώτα σημάδια δημιουργίας της κρίσης, να λειτουργήσουμε οργανωμένα και όχι «πελαγωμένα» υπό την πίεση των γεγονότων, εν τούτοις, αφήσαμε τα γεγονότα να καθορίσουν τις εξελίξεις, με αποτέλεσμα το γνωστό «μπάχαλο» που ακολούθησε.
  
  Είναι τραγικά αστείο, να ζητά κανείς σήμερα από τους κατοίκους των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, να πιστέψουν πως οποιαδήποτε άλλη λύση τους προτείνεται, πλην της άμεσης και ολοκληρωτικής αποσυμφόρησης των νησιών τους, είναι ικανή να δημιουργήσει τις ομαλές εκείνες συνθήκες διαβίωσης, που οι ίδιοι επιθυμούν και δικαιούνται για τον τόπο τους.
  
  Στο σημείο που σήμερα βρισκόμαστε, δυστυχώς δεν υπάρχει περίπτωση ομαλής μετάβασης από το λανθασμένο μοντέλο των ανοιχτών δομών φιλοξενίας, σε αυτό των κλειστών και ελεγχόμενων.
  
  Ακόμη κι εάν, υπό την πίεση των γεγονότων, κρίνει κανείς ως ορθή την επίταξη κτιρίων και εκτάσεων για την δημιουργία των νέου τύπου δομών, είναι απολύτως βέβαιο πως εάν α) δεν υπάρξει παράλληλα αυστηρότατος έλεγχος στις νέες ροές μεταναστών β) οι νέου τύπου δομές, δεν υιοθετήσουν ένα αυστηρό σύστημα λειτουργίας, φύλαξης και ελέγχου στην είσοδο-έξοδο γ) δεν υπάρξει απόλυτος διαχωρισμός και μη επικοινωνία μεταξύ των μη ταυτοποιημένων, των παραβατικών και των προς επιστροφή μεταναστών και δ) δεν επιταχυνθούν στον μέγιστο βαθμό οι διαδικασίες ταυτοποίησης και ελέγχου των αιτημάτων ασύλου, και αυτό το μοντέλο πρόκειται να αποτύχει.
  
  Και αυτή τη φορά, η αποτυχία θα είναι οριστική και αμετάκλητη, με τις συνέπειες να μην είναι δυνατό να περιγραφούν.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Από τη συνδιαχείριση στη συνεκμετάλλευση;


Ήταν στα μέσα Οκτωβρίου του 2017, όταν ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Α. Τσίπρας έφθανε μπροστά από την πύλη του Λευκού Οίκου, όπου τον περίμενε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ. 

Ακολούθησε η καθιερωμένη φωτογραφία, η σύντομη επίσημη δήλωση μπροστά στις κάμερες, το δείπνο εργασίας και οι δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού και του Αμερικανού Προέδρου στον Κήπο των Ρόδων.

Τα θέματα που συζητήθηκαν είχαν να κάνουν με τις μεγάλες δυνατότητες που έχει η Ελλάδα στον τομέα των επενδύσεων, ειδικά στο πεδίο της ενέργειας και ειδικότερα στα κοιτάσματα στα ανοικτά της νότιας Κρήτης, και στην αμυντική συνεργασία των δύο χωρών, κυρίως δε με την επέκταση της συμφωνίας για τη χρήση της αμερικανικής ναυτικής βάσης στη Σούδα αλλά και την αναβάθμιση των ελληνικών αεροσκαφών F-16.

Αυτά τουλάχιστον έγραφαν τα διεθνή μέσα, υπογραμμίζοντας ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε πολύ καλό κλίμα.

Κανείς τότε, ή ακόμη και σήμερα, δεν μπορούσε και δεν μπορεί να υποστηρίξει, ότι ανάμεσα στα θέματα που συζητήθηκαν, δεν ήταν και η εντατικοποίηση του διαλόγου μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων.

Δύο μήνες αργότερα όμως, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2017, στη συνάντηση του Μ. Νίμιτς με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, ο διαμεσολαβητής του ΟΗΕ είχε εκφράσει την αισιοδοξία ότι «…εντός του 2018 μπορεί να βρεθεί λύση στο ζήτημα της ονομασίας» και ανήγγειλε την εντατικοποίηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας.

Μόλις έναν μήνα αργότερα, στις 17 Ιανουαρίου 2018 στη Νέα Υόρκη, και αφού είχε προηγηθεί μία μυστική συνάντηση μεταξύ των υπουργών εξωτερικών των δύο χωρών Ν. Κοτζιά και Ν. Δημητρωφ στη Θεσσαλονίκη, ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ μετά τη συνάντηση με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών, πρέσβεις Α. Βασιλάκη και Β. Ναουμόφσκι, έβγαινε από αυτή δηλώνοντας πολύ αισιόδοξος, εκτιμώντας μάλιστα πως το ζήτημα μπορεί να λυθεί εντός των προσεχών έξι μηνών.

Πέντε μόλις μήνες αργότερα, και αφού είχαν μεσολαβήσει αλλεπάλληλες συναντήσεις και επικοινωνίες μεταξύ των υπουργών εξωτερικών, αλλά και των πρωθυπουργών, των δύο χωρών, στις 17 Ιουνίου 2018 στο χωριό Ψαράδες της Φλώρινας, υπογράφηκε η Συμφωνία των Πρεσπών.

Μια συμφωνία η οποία -το λιγότερο- επέβαλε τη «συνδιαχείριση» του ονόματος (και της Ιστορίας και του Πολιτισμού; ) της «Μακεδονίας», και από της δύο χώρες.

Στα τέλη πια του 2019, με άλλη πλέον κυβέρνηση στην Ελλάδα, αυτή της Νέας Δημοκρατίας, είναι ήδη προγραμματισμένη η επίσκεψη του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, στις 7 Ιανουαρίου, για τη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντ. Τράμπ, με την ατζέντα των συζητήσεων να επικεντρώνεται, όπως έχει ανακοινωθεί, σε θέματα που άπτονται των διμερών σχέσεων και της οικονομίας.

Χωρίς τίποτε από τα παραπάνω να μπορεί να ερμηνευθεί απόλυτα ως ένα «κακό προηγούμενο», θα πρέπει ίσως να θυμηθούμε ένα από τα «ισχυρά» επιχειρήματα της κυβέρνησης Τσίπρα, όσον αφορά την αναγκαιότητα της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό της αυξανόμενης επιρροής της Τουρκίας στην γειτονική χώρα.

Μία φοβική δηλαδή, κατά τη γνώμη μου, προσέγγιση, που δε λάμβανε όμως καθόλου υπόψιν της την ιδεολογική-θρησκευτική επιρροή, ταυτόχρονα με την οικονομική διείσδυση, της Τουρκίας, τόσο στον μουσουλμανικό πληθυσμό της γειτονικής χώρας, όσο και στην προσέλκυση-επιρροή στο σημαντικό μειονοτικό στοιχείο του αλβανικής καταγωγής πληθυσμού της, μέσω των άριστων σχέσεων μεταξύ Αλβανίας-Τουρκίας.

Μία φοβική προσέγγιση που, αν ισχύει κι εάν τυχόν κυριαρχεί ακόμη στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ίσως μας οδηγήσει και σε άλλες υποχωρήσεις, όπως η συνεκμετάλλευση των ορυκτών πόρων της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Ελλάδας.

Όπως γράφει και ο δημοσιογράφος Σ. Λυγερός σε άρθρο του τον περασμένο Ιούλιο, «…μετά την δήλωση Ν. Κοτζιά τον Μάρτιο στο Φόρουμ των Δελφών περί «μοναχοφάηδων», την δήλωση, στη συνέχεια, του διαδόχου του στο υπουργείο Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλου για τα δικαιώματα της Τουρκίας, η οποία είχε κινηθεί σε παρεμφερές μήκος κύματος, είχαμε (και) την αμφίσημη δήλωση του (νυν υπουργού Εξωτερικών) Ν. Δένδια στο Blooberg, ο οποίος αναφερόμενος στη δυνατότητες ελληνοτουρκικής συνεργασίας, είπε ότι υπάρχουν χιλιάδες συνέργειες από τον τουρισμό έως την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Τρεις δηλώσεις που μυρίζουν συνεκμετάλλευση».

Κανείς σήμερα, δεν μπορεί να ισχυρισθεί με βεβαιότητα, πως την δυσμενέστατη, κατά την γνώμη μου, εθνική υποχώρηση του 2018, θα ακολουθήσει άλλη μία εντός του 2020.

Αυτό που μπορεί όμως να κάνει, είναι με κάθε ευκαιρία και με κάθε ειρηνικό τρόπο, να διατρανώνει την εθνική ομοψυχία που επιβάλλεται να μας διακρίνει, τις καθοριστικές για το μέλλον της χώρας αυτές ημέρες.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Πρόσφυγας ή Μετανάστης : Οι οπτικές


Είναι άραγε απορίας άξιο πώς τόσα άρθρα, τόσος διάλογος, τόσες απόψεις, δεν έχουν καταφέρει μέχρι και σήμερα να δώσουν μία οριστική απάντηση στο ζήτημα;

Πώς χαρακτηρίζεται κάποιος που εγκαταλείπει τη χώρα του και περνά τα σύνορα μιας άλλης; 

Πρόσφυγας ή Μετανάστης;

Η απάντηση λοιπόν, δεν μπορεί να είναι μία και οριστική, ακριβώς επειδή εκείνος που θα επιχειρήσει να την δώσει, θα το κάνει χρησιμοποιώντας την δική του, αποκλειστικά και μόνον, οπτική.

Εάν επιχειρήσει να το κάνει ένας νομικός, θα δώσει το σαφή ορισμό του «πρόσφυγα», όπως αυτός αναφέρεται στη Σύμβαση της Γενεύης, απορρίπτοντας ταυτόχρονα να δώσει τον ίδιο, ή κάποιο παρόμοιο, ορισμό, για τον «μετανάστη», ακριβώς επειδή ένας τέτοιος,     -αποδεκτός από όλους τους νομικούς κύκλους- ορισμός, δεν υπάρχει σε κανένα απολύτως κείμενο που να δεσμεύει νομικά εκείνον ή εκείνους που θα τον χρησιμοποιήσουν.

Με δυο λόγια. Ενώ υπάρχει νομικά αποδεκτός ορισμός του «πρόσφυγα», δεν υπάρχει για τον «μετανάστη». Και αυτό, είναι κάτι που αποδέχεται ακόμη και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Εάν τον ίδιο «διαχωρισμό» των χαρακτηρισμών, επιχειρήσει να τον κάνει κάποιος που εξετάζει το όλο ζήτημα αποκλειστικά και μόνο υπό την οπτική του «ανθρωπισμού» και της «αλληλεγγύης των λαών», τότε δεν πρόκειται να μπει καν στον «κόπο» να το πράξει, μιας και -για τον ίδιο- είτε «πρόσφυγας» είτε «μετανάστης», έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα, ανεξάρτητα από το ποιος είναι, από πού κατάγεται, τι τον οδήγησε στο να εγκαταλείψει τη χώρα του, ή ό,τι άλλο. Κατά συνέπεια, δε χρειάζεται καν να υπάρξει τέτοιος διαχωρισμός.

Εάν πάλι για το ίδιο ζήτημα, επιχειρηθεί μία προσέγγιση από κάποιον που εξετάζει τα πάντα κάτω από το πρίσμα του «πατριωτισμού» και της αναλλοίωτης διατήρησης της προσωπικής, οικογενειακής ή και -γενικότερα- της πολιτισμικής και εθνολογικής του ταυτότητας, τότε είναι σχεδόν βέβαιο πως το βάρος της αξιολόγησής του, θα τον στρέψει προς την κατεύθυνση του χαρακτηρισμού των πάντων, ή τουλάχιστον των συντριπτικά περισσότερων, ως «μεταναστών».

Τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, τρία διαφορετικά συμπεράσματα.

Κι εάν κάποιος αναγνώστης σκεφτεί πως, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που νομικοί εξετάζουν το ζήτημα είτε υπό το πρίσμα του «ανθρωπισμού», είτε υπό αυτό του «πατριωτισμού», τότε, κατά τη γνώμη μου, ναι μεν θα δώσουν την τεκμηριωμένη (ως άνω) νομική τους άποψη επί του θέματος, θα την «χωρέσουν» όμως ερμηνεύοντάς την, μέσα στο «κουτί των συναισθημάτων τους».

Γιατί, στο τέλος, ο ήδη διαμορφωμένος από τις εμπειρίες, τις επιρροές και τα διαβάσματα που επιλέγουμε χαρακτήρας μας, επικρατεί -στις περισσότερες των περιπτώσεων- των θεωρητικών επιστημονικών μας γνώσεων.

Κι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε μόνο στο απλό επίπεδο μιας καθημερινής συζήτησης, μετατρέπεται σε πρόβλημα προς επίλυση, όταν συμβαίνει στο επίπεδο μιας πολιτικής συζήτησης, πόσω δε μάλλον όταν αυτή η συζήτηση έχει ως στόχο της την καθιέρωση συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής.

Γι’ αυτό λοιπόν, μην απορείτε.

Στο ερώτημα «πρόσφυγας ή μετανάστης», δεν υπάρχει μία και μόνη απάντηση.

Πάντα θα παίζει ρόλο ο «χαρακτήρας» αυτού που απαντά, ακόμη κι εάν αυτός είναι… Διεθνής Οργανισμός.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Πρόσφυγας ή μετανάστης;


Σε πρόσφατη δημοσίευσή μου σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, έθεσα τον εξής προβληματισμό. «Με ποιον θεσμικά ή νομικά ορθό τρόπο μπορεί να ισχύει η σύγκριση μεταξύ των προσφύγων, προγόνων αρκετών από εμάς που, έχοντας την Ελλάδα ως χώρα προορισμού, έφτασαν τελικά εδώ για να γλυτώσουν τις ζωές τους από τις ορδές του Κεμάλ ή των υποχρεωτικά ανταλλάξιμων του ΄23, με τους πρόσφυγες που, εγκαταλείποντας εμπόλεμες ή όχι χώρες, φτάνουν -αισίως- στην Τουρκία, η οποία σαφώς και θεωρείται ασφαλής χώρα, με μία εύρωστη οικονομία, αλλά… δεν παραμένουν εκεί και συνεχίζουν να μετακινούνται προς άλλους προορισμούς;»

Σημειώνω πως σχετικά πρόσφατα (Αύγουστος 2019), με αφορμή περίπτωση Σύρου πρόσφυγα που συνελήφθη στη Γερμανία, δικαστήριο στο Μόναχο με απόφασή, του δεν επιτρέπει την επαναπροώθησή του στην Ελλάδα, υπό τον φόβο ότι θα επιστρέψει στην Τουρκία. Το δικαστήριο στην απόφασή του, θεωρεί πως η Τουρκία δεν αποτελεί ασφαλή χώρα για τους πρόσφυγες, λόγω του ότι δεν εφαρμόζει επαρκώς τη συνθήκη της Γενεύης για τους πρόσφυγες (θα δούμε γιατί παρακάτω), κάτι που ουσιαστικά «βάζει φωτιά» στη συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας του 2016.

Παράλληλα, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως σε φυλλάδιο που κυκλοφόρησε η αντιπροσωπεία του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, με τον τίτλο «Πρόσφυγας ή Μετανάστης, η επιλογή των λέξεων έχει σημασία», ενώ τις 9 από τις 10 ερωταπαντήσεις που θέτει, φροντίζει να τις τεκμηριώσει και νομικά, καταλήγει στο 10ο ερώτημα το οποίο είναι «Τι γίνεται με τους πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τη μία χώρα υποδοχής και εισέρχονται σε άλλη; Στην περίπτωση που συνεχίζουν το ταξίδι τους από την πρώτη χώρα όπου διέμεναν δεν περιγράφονται καλύτερα ως «μετανάστες;» για να απαντήσει με το εντελώς αυθαίρετο (κατά τη γνώμη μου) νομικό συμπέρασμα πως «Ένας πρόσφυγας δεν παύει να είναι πρόσφυγας ή δεν γίνεται «μετανάστης» απλώς και μόνο επειδή αφήνει μία χώρα υποδοχής για να ταξιδεύσει σε άλλη…  Το άτομο που πληροί τα κριτήρια για το καθεστώς του πρόσφυγα παραμένει πρόσφυγας, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη διαδρομή και τα διάφορα στάδια του ταξιδιού αναζήτησης προστασίας ή ευκαιριών για να ξαναχτίσει τη ζωή του/της». Μία τέτοια απάντηση όμως, εκτός του ότι δε στηρίζεται σε κανένα απολύτως νομικό έρεισμα, εάν υιοθετηθεί ως έχει, τότε, με βάση και τον ορισμό που δίνει η Σύμβαση της Γενεύης για τους πρόσφυγες (δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων (και) ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα …. κλπ), θα πρέπει (πχ) να προκαλέσει αυτόματα την κατάργηση του όρου «μετανάστης», καθώς οι πάντες που απλά μεταναστεύουν για οποιοδήποτε λόγο, θα μπορούν να επικαλεστούν πως φοβούνται την δίωξή τους στη χώρα καταγωγής τους, λόγω (πχ) της κοινωνικής τους τάξης ή των πολιτικών τους πεποιθήσεων, και να ζητήσουν… άσυλο σε οποιαδήποτε χώρα της αρεσκείας τους!

Το παράδειγμα-επιχείρημα που έφερε διαδικτυακός φίλος στη συζήτηση που αναπτύχθηκε «κάτω» από την αρχική δημοσίευση στο κοινωνικό δίκτυο, πως ένα μέρος του προσφυγικού ελληνισμού του 1922, είχε καταφύγει στη Συρία, αν και αρκετά καλό, «πάσχει» κατά τη γνώμη μου σε ένα -κυρίως- σημείο. Προσέχοντας (θέλω να πιστεύω) καλά το πώς διατυπώνω τις σκέψεις μου, γράφω στο αρχικό δημοσίευμα «με ποιο θεσμικά ή νομικά ορθό τρόπο…». Πού λοιπόν εντοπίζω το λάθος του επιχειρήματος. Αφού σημειώσω πως (όπως αναφέρει και ο Β. Αγτζίδης σε άρθρο του), στα εδάφη αυτά «είχαν καταλήξει διάφορα κύματα Ελλήνων και Αρμενίων που είχαν υποστεί τις εθνικές εκκαθαρίσεις από τους νεότουρκους την περίοδο 1914-1918. Αλλά και στη συνέχεια, κατά την κεμαλική εποχή (1919-1923)», θα πρέπει να πούμε πως οι εκτοπισμένοι και διωκόμενοι από τις εστίες τους Έλληνες, ουσιαστικά αλλά και τυπικά, δεν έφτασαν ποτέ στη Συρία, απλά διότι… το 1922 δεν υπήρχε Συρία. Τα εδάφη στα οποία προσωρινά (οι περισσότεροι) ή μόνιμα εγκαταστάθηκαν, ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία (κατ’ αρχήν) με τη μυστική Συμφωνία Σάϊκς-Πικό το 1916, είχαν περάσει, άλλα υπό βρετανικό και άλλα υπό γαλλικό έλεγχο, και μετά τη Συνθήκη των Σεβρών το 1920, πέρασαν υπό την γαλλική εντολή, «λειτουργώντας» ουσιαστικά ως… προτεκτοράτα. Μόνο μετά το 1946 η Συρία απέκτησε την ανεξαρτησία της. Οι Έλληνες πρόσφυγες λοιπόν, μετακινήθηκαν μέσα στα όρια της, διαμελισμένης μετά τον Α΄ΠΠ, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, περνώντας -τυπικά- τα «αδιόρατα σύνορα» μιας Συνθήκης (Σεβρών), για να βρεθούν σε ένα… γαλλικό προτεκτοράτο, το οποίο μάλιστα κάθε άλλο παρά μπορούσε να χαρακτηρισθεί (ακόμη και τότε) ως «ασφαλής χώρα». Ο ίδιος δε ο Β. Αγτζίδης σημειώνει στο άρθρο του πως «στην περιοχή κατοικούσε και μια μεγάλη ελληνορθόδοξη κοινότητα αραβόφωνων, απογόνων των Βυζαντινών». Σαφώς και όσοι βρέθηκαν εκεί, χρωστούν ευγνωμοσύνη για την ελεημοσύνη των ντόπιων κατοίκων και του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως τους αναγνωρίσθηκαν οποιαδήποτε δικαιώματα, όπως αυτά -ορθά και δίκαια- τα γνωρίζουμε και τα εννοούμε σήμερα.

Κατά συνέπεια, οι Έλληνες πρόσφυγες του ’22 και των προηγουμένων ετών, είτε μετακινήθηκαν εξ΄ αρχής σε άλλο ανεξάρτητο κράτος (Ελλάδα), το οποίο είχε κάθε θεσμική και νομική δυνατότητα να τους προσφέρει υπηρεσίες ασύλου, όπως τουλάχιστον αυτές εννοούνταν και περιγράφονταν τότε από την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία -σημειωτέων- δημιουργήθηκε μόλις ένα χρόνο πριν (1921) και κυρίως για να επιβλέψει την επιστροφή στις εστίες τους των προσφύγων του Α΄ΠΠ, είτε μετακινήθηκαν εντός των ορίων της -τότε- Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, περνώντας τυπικά τα σύνορα ενός -μη ασφαλούς- προτεκτοράτου υπό την γαλλική εντολή, ευρισκόμενοι μάλιστα μεταξύ και μιας ελληνορθόδοξης κοινότητας αραβόφωνων, εάν αυτό παίζει κάποιο ρόλο.

Και αυτό, με φέρνει στο δεύτερο αντεπιχείρημά μου. Όπως σωστά αναφέρει ο διαδικτυακός μου φίλος, τα γεγονότα αυτά «έλαβαν χώρα» στις αρχές της δεκαετίας του ΄20 (και λίγο πριν). Όπως είναι γνωστό, μόλις το 1951 υπογράφηκε η Σύμβαση της Γενεύης για τα δικαιώματα των προσφύγων, η οποία και αναθεωρήθηκε-διευρύνθηκε με το Πρωτόκολλο του 1967 (Ν. Υόρκη). Τόσο στη Σύμβαση, όσο και στο Πρωτόκολλο, η Τουρκία φρόντισε να συμπεριλάβει την διευκρίνιση πως ως «πρόσφυγα», η ίδια εννοεί εκείνον που «επηρεάστηκε» από «τα γεγονότα που συνέβησαν στην Ευρώπη πριν την 1η Ιανουαρίου του 1951». Κατά συνέπεια, μέχρι και σήμερα, όσοι βρίσκονται στο έδαφος της Τουρκίας, για την ίδια -νομικά- δεν αποτελούν πρόσφυγες. Τουλάχιστον τέτοιους στους οποίους να μπορούν να αναγνωριστούν τα δικαιώματα που προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης και η αναθεώρησής της. Ως μέλος όμως του ΟΗΕ και έχοντας υπογράψει την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υποχρεούται να προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια προς όσους βρίσκονται στο έδαφός της.

Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε θεσμικά ή/και νομικά ορθή σύγκριση περί των μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών, μπορεί να γίνει μόνο μετά την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) και κυρίως μόνο μετά τη Σύμβαση της Γενεύης (1951) και της αναθεώρησής της (1967).

Καταλήγοντας, γνώμη μου είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση μεταξύ των Ελλήνων προσφύγων του ’22 (και προγενέστερα) που κατέφυγαν στα εδάφη της σημερινής Συρίας (και αλλού), με όσους σήμερα φθάνουν στη χώρα μας, προερχόμενοι από άλλες ασφαλείς χώρες της περιοχής.

Αν αυτό μπορεί να γίνει για συναισθηματικούς λόγους, είναι μια άλλη συζήτηση που αφορά την υποχρέωσή μας, την υποχρέωση κάθε δημοκρατικού πολίτη, για ανθρωπιστικούς λόγους, να προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια αξιοπρεπούς διαβίωσης, σε κάθε άνθρωπο (ειδικά δε στα ανήλικα παιδιά) που, χωρίς δόλο, φτάνει «στην πόρτα του». Και μέχρι εκεί.

Όσον αφορά την πολιτική όμως, πολύ δε περισσότερο τη διεθνή, είμαι υποχρεωμένος να τονίσω πως δεν ασκείται, ούτε μπορεί ποτέ να ασκηθεί, με συναισθηματικούς όρους.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

ΒΑΙΝΟΜΕΝ ΠΡΟΣ ΕΚΛΟΓΑΣ...


Η βραδιά μετά το τέλος των εκλογών για την ανάδειξη των εκπροσώπων της χώρας στο  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με διαπιστωμένη πλέον την μεγάλη διαφορά μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ, «έκρυβε» μία απρόσμενη και βιαστική -κατά τη γνώμη μου- έκπληξη. Μία έκπληξη που, αν και συζητιόταν στα τραπέζια των πολιτικών αναλύσεων, και εναγωνίως περίμεναν τα στελέχη κυρίως της ΝΔ, δεν περίμεναν με τίποτε τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, και όσοι με ψύχραιμο τρόπο ανέλυαν την πολιτική κατάσταση στη χώρα, αλλά και διεθνώς.

Ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, προσπαθώντας -πιθανόν- να κερδίσει τις εντυπώσεις εκείνο το δύσκολο, για τον ίδιο, βράδυ, ανήγγειλε την πρόθεσή του, αμέσως μετά το τέλος της 2ης Κυριακής των αυτοδιοικητικών εκλογών, να επισκεφθεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Παυλόπουλο, με σκοπό να του ανακοινώσει την παραίτηση της κυβέρνησής του, ώστε ο δεύτερος να προβεί στην προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών.

Πιστεύοντας πως θα αιφνιδιάσει -ίσως- τους πολιτικούς του αντιπάλους, ή και επηρεασμένος από έναν  στενό κύκλο κομματικών του συμβούλων, αυτό που πιθανόν δεν έλαβε υπ’ όψιν του, είναι πως η κίνησή του αυτή, εκτός του ότι δεν αιφνιδίασε καθόλου, αντιθέτως, έβαλε τη χώρα σε μία άκρως παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, εφόσον αυτή διαδέχεται εκείνη των ευρωπαϊκών και των αυτοδιοικητικών εκλογών, ταυτόχρονα όμως και εν μέσω μιας ρευστής, τόσο πολιτικά, όσο και γεωστρατηγικά χρονικής περιόδου.

Με τις κυβερνήσεις σημαντικών ευρωπαϊκών χωρών (Μεγ.Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία) να αντιμετωπίζουν εξαιρετικά σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, γειτονικές προς Βορρά πρωτεύουσες να βρίσκονται σε πολιτική εγρήγορση (Τύρανα, Σκόπια) και την γειτονική Τουρκία να βρίσκεται μπροστά στις -παρανόμως ακυρωμένες- δημοτικές εκλογές στην Κωνσταντινούπολη, κυρίως όμως να εντείνει τις προσπάθειές της για την επιβολή των απαιτήσεών της στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου στην Νότιο-Ανατολική Μεσόγειο, και στην ΑΟΖ της Κύπρου, η προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα, μόνο ως λογική κίνηση δεν μπορεί να εκληφθεί.

Είναι πιθανό ο κ. Τσίπρας, να πιστεύει πως ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους η Ελλάς να χρειάζεται μία όσο το δυνατόν πιο σταθερή νέα κυβέρνηση, η οποία να μπορεί να αντιπαρατεθεί στα μεγάλα διεθνή ζητήματα που την περιμένουν.

Ποιος όμως εγγυάται πως η σημερινή κυβέρνηση, έχοντας στην «πλάτη» της την -κατά τη γνώμη μου- εντελώς λανθασμένη υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, μπορεί να διαχειριστεί επιτυχώς και αποκλειστικά προς την επίτευξη του μέγιστου εθνικού συμφέροντος, όλα τα ανωτέρω εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής;

Και ποιος μπορεί αλήθεια να ξεχάσει την πολιτική του «kazan-kazan», των κουμπαριών, των ζεϊμπέκικων και των «καραβιών που θα κινούνται ελεύθερα στο Αιγαίο», κάποιων προηγούμενων από τους σημερινούς κυβερνώντες;

Μπορεί τελικά η καθημερινότητα και το αίσθημα της «δικαιοσύνης κατ’ ισότητα και ισονομία», τομείς που η σημερινή κυβέρνηση διατείνεται πως έχει το πλεονέκτημα,  ν’ αποτελέσουν τους μοναδικούς παράγοντες επιλογής της επόμενης κυβέρνησης από τους πολίτες;

Και ποιος εγγυάται πως στο χρονικό διάστημα μέχρι την διενέργεια των βουλευτικών εκλογών, δεν πρόκειται κάποιος άλλος, εξωγενής «αιφνιδιασμός», ν’ αλλάξει άρδην όλα τα δεδομένα;

Από την άλλη, είναι τα στελέχη αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος της ΝΔ, που προσπαθούν  ανεπιτυχώς να κρύψουν την «δίψα» τους για την ανακατάληψη της εξουσίας.

Το επικοινωνιακό επιτελείο του κ. Μητσοτάκη, με κόπο προσπαθεί να συγκρατήσει τόσο τον ίδιο, όσο και τα στελέχη του κόμματος που βλέπουν την ημέρα των βουλευτικών εκλογών ως… «λύτρωση» από τα δεινά που η σημερινή κυβέρνηση συσσώρευσε στη χώρα(!)

Είναι τόσο σίγουροι πως πλησιάζει η ώρα που θ’ αναλάβουν και πάλι τα «ηνία» της χώρας, ώστε προβαίνουν σε τέτοιες δηλώσεις αλαζονικής υπεροψίας, που αφήνουν έκπληκτους ακόμη κι εκείνους που είχαν αρχίσει -ματαίως- να πιστεύουν, πως η ΝΔ και τα στελέχη της έχουν αλλάξει τη νοοτροπία των «εκ Θεού ηγεμόνων» που τους διακατέχει.

Κι ενώ στις εσωτερικές συζητήσεις τους, αρκετά από τα στελέχη του κόμματος, τόσο παλιά, όσο και νέα, εκφράζουν ανοιχτά την ανησυχία τους (το λιγότερο) για την ικανότητα του προέδρου τους να κυβερνήσει, οι αναστολές τους αυτές εξαφανίζονται «ως δια μαγείας» στον δημόσιο λόγο τους, με την προσμονή ίσως κάποιας... «θεσμικής» ανταμοιβής.

Στο όλο «σκηνικό», πρέπει να προστεθεί το «νέο» ΠΑΣΟΚ, το οποίο υπό τον «πολιτικό μανδύα» του «Κινήματος Αλλαγής», προσπαθεί να αποκτήσει κάποια από την παλιά «αίγλη» των επαναλαμβανόμενων κυβερνητικών θητειών του.

Η κα Γεννηματά, έχοντας πιθανότατα αντιληφθεί πως η όποια επόμενη κυβέρνηση θα χρειαστεί τους εκλεγμένους βουλευτές της ώστε να συγκροτηθεί μία σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, προβαίνει σε κινήσεις που στην ουσία την οδηγούν στο να «πατά σε δύο βάρκες».

Κι αυτό είναι κάτι που, εάν δεν διαθέτει κανείς άριστες γνώσεις «πολιτικών ισορροπιών», συχνά οδηγεί σε… πτώση.

Κι ενώ υιοθετεί την ρητορική της ΝΔ περί «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ, ταυτόχρονα απομακρύνει από το κόμμα, εντελώς άκαιρα και στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, τον κ. Βενιζέλο, «κόκκινο πανί» για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Μια κίνηση που, όσες αντιρρήσεις κι εάν έχει κανείς για την πολιτική φυσιογνωμία του τελευταίου, κάθε άλλο παρά συσπειρώνει το εκλογικό «κοινό» του ΚΙΝΑΛ, σ’ έναν προεκλογικό αγώνα που ακόμη καλά-καλά δεν έχει αρχίσει.

Χωρίς έτι περαιτέρω να έχει δοθεί ένα, σαφές και εύκολα κατανοητό από τους πολίτες, νόημα σε αυτή τη «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ, εκτός εάν με αυτό εννοούν την -εντελώς ανέφικτη σήμερα- επιστροφή του τελευταίου στα ποσοστά που είχε τον Μάϊο του 2012, η κα Γεννηματά προσπαθεί να εμφανιστεί ως… «βασιλικότερη του βασιλέως», επιβάλλοντας το δικό της «θέλω» σ’ έναν κομματικό μηχανισμό και τα στελέχη του που ακόμη… δεν έχουν αποδεχθεί πλήρως την ίδια ως αρχηγό του κόμματος(!)

Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, τόσο σε αυτή του κ. Μητσοτάκη, όσο και αυτή της κας Γεννηματά, οι επίδοξοι διάδοχοί τους περιμένουν το απόλυτο «στραβοπάτημα» που θα οδηγήσει τους ίδιους στην αρχηγία (ή ανακατάληψη) του κόμματος.

Συνοψίζοντας, η εντελώς ακατάλληλη χρονική στιγμή για την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών, έρχεται να συμπληρωθεί, τόσο από την αβεβαιότητα συγκρότησης μιας σταθερής και με σαφή πολιτικό προσανατολισμό κυβέρνησης την επόμενη μέρα των εκλογών, κάτι άκρως απαραίτητο στην μετά μνημονίων εποχή, όσο και από τις αναταράξεις στο εσωτερικό των κομμάτων, όλων των προαναφερόμενων κύριων διεκδικητών της εξουσίας.

Εν μέσω θέρους, με τους πολίτες να είναι αμφίβολο εάν θα «τείνουν ευήκοα ώτα» στους κομματικούς εκπροσώπους, οι βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου, αν και για κάποιους λειτουργούν ως «Σειρήνες της εξουσίας», είναι πιθανό τελικά το αποτέλεσμά τους να βρει τη χώρα «δεμένη στο κατάρτι» του πλοίου, που την ταξιδεύει στα ταραγμένα νερά του παγκόσμιου γίγνεσθαι.

Ίδωμεν…