Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Ας πιστέψουμε στη συνεργασία


Είναι -δυστυχώς- δεδομένο πως κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στη χώρα μας, κυριαρχεί η αοριστολογία και η προσπάθεια κάλυψης όσο το δυνατόν περισσότερων τομέων πολιτικής αναφοράς από τους υποψηφίους, με προτάσεις που ικανοποιούν τους πάντες και τα πάντα.

Αυτό όμως που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα δε στις επικείμενες εκλογές για την ανάδειξη των αυτοδιοικητικών αρχών της χώρας, ίσως και να μην έχει προηγούμενο.

Το σύνολο, σχεδόν, των υποψηφίων αυριανών «αρχόντων» μας, έχοντας ως δεδομένη την διάθεση των ψηφοφόρων να μην εντρυφούν στις ειλικρινείς προτάσεις και στα προγράμματα των συνδυασμών, καλύπτουν αυτή τους την ένδεια με κινήσεις εντυπωσιασμού, με ανούσιες προεκλογικές ατάκες και κλακαδόρους χειροκροτητές να τις επικροτούν αναφανδόν.

Στην προσπάθειά τους δε αυτή, αγνοούν πως η αυριανή ημέρα των εκλογών, ειδικά αυτών, επιβάλει με τον πιο αδήριτο τρόπο τη συνεργασία, ίσως και αντίθετων μεταξύ τους ανθρώπων, όσον αφορά την ιδεολογική τους προσέγγιση για την επίλυση σημαντικών ζητημάτων.

Επικαλούνται τη «σύνθεση» χωρίς στην ουσία να την εννοούν.

Προβάλουν το «νέο», όταν οι ίδιοι και οι ιδέες τους προέρχονται απ’ ό,τι πιο πολιτικά παρωχημένο έχει υπάρξει.

Αναζητούν την «δράση», ενώ με την ίδια ζέση, καλύπτονται κάτω από τα «φτερά» του κομματικού τους φορέα.

Προσπαθούν μάταια να στηριχθούν στην ψευδεπίγραφη «ανεξαρτησία» τους, ενώ και η δική τους «πρωτοβουλία», έχει λάβει ανεπιφύλακτα τις «θωπείες» κομματικού μηχανισμού.

Ίσως με όλα τα παραπάνω να γίνομαι αρκετά επικριτικός.

Δεν αρνούμαι πως στο σύνολο των ανωτέρω, υπάρχουν κι εκείνοι που με ειλικρινή διάθεση συνεργασίας, αναλύουν με σοβαρότητα κι ευθύνη την αυριανή ημέρα.

Αρκούν όμως;

Πώς θ’ αντιμετωπίσουμε μία αυριανή φυσική καταστροφή, αν δεν υπάρξει ένα συγκεκριμένο Σχέδιο Στρατηγικής Συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων φορέων, που να αφορά την έγκυρη και έγκαιρη προειδοποίηση;

Πώς θ’ αντιμετωπίσουμε μια πιθανή αύξηση της εγκληματικότητας, αν με τη συνεργασία όλων δεν απαιτήσουμε την επαναλειτουργία των πάνω από 75 Αστυνομικών Σταθμών που έκλεισαν τα τελευταία χρόνια στην Περιφέρεια ΑΜΘ;

Πώς θ’ αντιμετωπίσουμε την εντεινόμενη αύξηση του ανταγωνισμού των εμπορικών επιχειρήσεων, αν δεν επενδύσουμε στην Έρευνα και την Καινοτομία, αν δεν ενσωματώσουμε την ψηφιακή τεχνολογία σε κάθε στάδιο του συνόλου των παραγωγικών τομέων;

Πώς, όχι μόνο θα αυξήσουμε, αλλά και θα καλυτερεύσουμε το παραγόμενο στην Περιφέρειά μας τουριστικό προϊόν, αν δεν βελτιώσουμε τις ήδη υπάρχουσες υποδομές, δημιουργώντας παράλληλα νέες;

Πώς θα δώσουμε αξία στα μοναδικά, τοπικά παραγόμενα προϊόντα, αν δε συμφωνήσουμε πως μόνο με την εξεύρεση αποτελεσματικών τρόπων μείωσης του κόστους παραγωγής τους, και την ποσοτικά και ποιοτικά άριστη τυποποίησή τους, μπορούν να «σταθούν» στις διεθνείς αγορές;

Με ποιους συγκεκριμένους τρόπους, θα δείξουμε την έμπρακτη προσοχή μας στα Άτομα με Ειδικές Ανάγκες, βελτιώνοντας την καθημερινότητά τους;

Πότε θ’ αποφασίσουμε συλλογικά, πως θα πρέπει να επενδύσουμε στα πρώτα ακόμα στάδια της κοινωνικοποίησης των μουσουλμάνων συμπολιτών μας, ώστε να τους δώσουμε κάθε ευκαιρία για την πραγματική ενσωμάτωσή τους στον παραγωγικό ιστό της Περιφέρειας;

Πώς, με ποιους τρόπους, πότε…;

Είναι λοιπόν καιρός, έχουμε ακόμη το χρόνο μπροστά μας, εγκαταλείποντας τις τακτικές του εντυπωσιασμού, της αοριστολογίας και των ανέξοδων υποσχέσεων, κατανοώντας πως το αύριο δεν πρόκειται να μας περιμένει, ν’ αδράξουμε τη μέρα.

Να πιστέψουμε στις ασύγκριτα μοναδικές δυνατότητες, τόσο της Περιφέρειας ΑΜΘ, όσο και τις δικές μας.

Να πιστέψουμε ειλικρινά σε μια συνεργασία χωρίς δεσμεύσεις.
Με απόλυτα συγκεκριμένους στόχους και αναπτυξιακή προοπτική.


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Και σήμερα, τι;


Θα πρέπει κανείς, επιστρέφοντας νοητά στην αρχική κατάσταση που τον βοήθησε να πάρει σοβαρές για την υπόλοιπη ζωή του αποφάσεις, να μπορεί να κρίνει, με απόλυτη όμως ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του, εάν οι αποφάσεις εκείνες τον βοήθησαν ή όχι να πάει ένα βήμα πιο πέρα, όχι μόνο (ή τόσο) την προσωπική του ζωή, αλλά και αυτή εκείνων που, λόγο αυτής του της απόφασης, επηρέασε.

Η απομάκρυνση από κάθε ενεργή κομματική ταυτότητα, αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για ν’ ασκηθεί αυτού του είδους η αυτοκριτική, έτσι ώστε οι αλήθειες και τα λάθη, να μπορούν να «ειδωθούν κατάματα».

Κι εάν δεν ήταν λάθος η σύμπραξη για το σχηματισμό της κυβερνητικής συμμαχίας, τόσο στις εκλογές του Ιανουαρίου, όσο και του Σεπτεμβρίου του 2015, θα έπρεπε από τον Ιούνιο του 2018 οι ΑΝ.ΕΛΛ. να είχαν απομακρυνθεί από αυτή την εξαιρετικά ετεροβαρή και μη ειλικρινή (όπως αποδείχθηκε) κυβερνητική σύμπραξη.

Όταν βασικές αρχές και αξίες ξεκίνησαν να καταπατούνται, υπό το πρόσχημα της διατήρησης της κυβερνητικής σταθερότητας, με σκοπό την επίτευξη των αρχικών μεγάλων στόχων της εξόδου της χώρας από τα μνημόνια και της κάθαρσης του πολιτικού συστήματος από την διαφθορά και την διαπλοκή, οι πρώτοι «σπόροι» της πολιτικής αλλοτρίωσης των ΑΝ.ΕΛΛ. είχαν ήδη μπει. Τόσο ομαλά και ανεπαίσθητα μάλιστα, ώστε οποιαδήποτε άλλη φωνή να μοιάζει ως «ξένη» ή και… κατευθυνόμενη από εκείνους που δε συμφωνούσαν με τους μεγάλους στόχους (!)

Η σταδιακή εξασθένηση των αντιστάσεων, που θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να εμφανιστούν, οδήγησαν στην αναθάρρηση του τμήματος εκείνου των κυβερνητικών στελεχών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που, πιστεύοντας ότι μπορούσαν πλέον να εφαρμόσουν μία καθαρά αριστερής ιδεολογίας και κατεύθυνσης κυβερνητική πολιτική και πρακτική, εκδήλωναν αυτή τους την πρόθεση με την κατάθεση όλο και περισσότερων τέτοιων τροπολογιών και νομοσχεδίων, που (φευ) κι αυτά «περνούσαν» με την ίδια «δυσκολία» που είχαν περάσει και όλα τα προηγούμενα.

Για να φτάσουμε στην… αχαρακτήριστη, Συμφωνία (προσύμφωνο ή ότι άλλο θέλετε) των Πρεσπών, με την Βόρεια γείτονα.

Η πίστη στην απλή «συμφωνία κυρίων» και το «δόσιμο των χεριών», αποδείχθηκε ότι μπροστά στην κομματική ιδεοληψία, τον πολιτικό τακτικισμό και το «κυνήγι της ψήφου» για την παραμονή στην εξουσία, αποτελούν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, δείγματα μη γνώσης του πώς «κινείται» η κεντρική πολιτική σκηνή.

Και σήμερα, τι ;

Κατά τη γνώμη μου, σήμερα, εάν σκοπός του ψηφοφόρου είναι (τουλάχιστον) να προκαλέσει την προσοχή του  πολιτικού συστήματος της χώρας, πάντα με ειρηνικό τρόπο, η μόνη εφικτή και απόλυτα νόμιμη αντίδρασή του, θα ήταν να ενεργοποιηθεί με την απλή διαδικασία της ψήφου του. Μιας ψήφου όμως η οποία θα κατευθυνόταν σε οποιοδήποτε από τα μικρά κόμματα. Σε καμία περίπτωση σ’ εκείνες κι εκείνους που μ’ ένα συμπλεγματικό κομματικό αυτοπροσδιορισμό, εξαρτώνται ακόμη -ετερόφωτοι γαρ- από τις «ηγετικές» μορφές που τους «ανέδειξαν». Όχι φυσικά σε εξτρεμιστικούς πολιτικούς σχηματισμούς που έχουν αναδείξει σε πολιτική πλατφόρμα ένα ιδιότυπο «αντάρτικο πόλεων», ή άλλων που με τις «πολιτικές» τους θέσεις, προκαλούν τα χρηστά ήθη των Ελλήνων. Και φυσικά όχι σε μυθοπλάστες, συνωμοσιολόγους τηλε-οτιδήποτε-πώλες.

Αρκεί να αναφερθεί κανείς στο 40% και πλέον που στις τελευταίες εθνικές εκλογές δεν προσήλθαν για να ψηφίσουν. Στο 20% και πλέον που σήμερα εμφανίζονται ως «αναποφάσιστοι». Είναι αυτοί που δίνοντας την ψήφο τους σε οποιοδήποτε μικρό κόμμα, βοηθώντας το έτσι να ξεπεράσει το 3% για την είσοδό του στην Βουλή, θα αποπροσανατολίσει και θα μπλοκάρει οποιαδήποτε προσυνεννόηση για συμπράξεις κυβερνητικών συνασπισμών. Μία Βουλή με 10, με 15 κομματικούς σχηματισμούς, θα αναγκαστεί να οδηγηθεί είτε σε νέες εκλογές, και αυτή τη φορά με απλή πλέον αναλογική, είτε σε κυβερνητικούς συνασπισμούς τόσο ευρείς, που κάθε προσπάθεια ελέγχου από οποιοδήποτε (εξωθεσμικό ή όχι) κέντρο, θα απέβαινε εντελώς άκαρπη, ή τουλάχιστον θα την δυσκόλευε απεριόριστα.

Με δυο λόγια, στις επόμενες εθνικές εκλογές, κανένα από τα κόμματα εξουσίας δεν πρέπει να ξεπεράσει σε αντιπροσώπευση το 25% των ψηφοφόρων.

Είναι όμως δυνατό να συμφέρει τη χώρα η κυβερνητική αστάθεια; Είναι δυνατόν η «ιταλοποίηση» της πολιτικής ζωής της χώρας, να αποτελεί τη μόνη λύση σήμερα; Θα αντέτειναν  κάποιοι.

Είναι δυνατόν να περιμένει κανείς να σωθεί η χώρα από εκείνους που την οδήγησαν στην καταστροφή, υπό το πρόσχημα της κυβερνητικής σταθερότητας; Έχει λογική η αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου, με τη θυσία κάθε έννοιας προσωπικής αξιοπρέπειας; Θα αντέτεινα.

Τόσο πολύ έχουμε αλλοτριωθεί; Τόσο αδιανόητα έχουν εκμαυλίσει τις συνειδήσεις μας; Κι αλήθεια, πόσα πρέπει να θυσιάσει κανείς, μέχρι να κληθεί να θυσιάσει ότι πιο ιερό έχει στην ζωή του;

Ας απαντήσει ο καθένας, ακόμη και από τη νιρβάνα του καφέ στον καναπέ του.

Πρώτα λοιπόν θα πρέπει να γίνει συνείδηση σε κάθε Έλληνα και σε κάθε Ελληνίδα, ότι η υποχρεωτικότητα της ψήφου, καθίσταται πλέον επιτακτικό καθήκον. Κι έπειτα, η επιλογή στήριξης οποιουδήποτε μικρού κόμματος.

Μπορούμε να αντιδράσουμε. Μπορούμε να το κάνουμε ειρηνικά. Μπορούμε να απαγκιστρωθούμε από παλαιοκομματικές πρακτικές και ιδεολογίες.

Αρκεί να το πιστέψουμε και να το εφαρμόσουμε.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΠΙΘΑΝΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΜΙΑ ΚΥΡΩΣΗΣ


Ένα από τα σοβαρότερα και πιο αρνητικά ζητήματα που είναι πιθανό να θέτει η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών αυτές τις ημέρες από τους αντιπροσώπους μας στο ελληνικό κοινοβούλιο, είναι οι ισχυρές παρακαταθήκες που αυτή θα θέσει, τόσο όσον αφορά την αυτοτελή οικονομική ανάπτυξη της χώρας, όσο και τη συνέχιση της σταθερότητας και ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή.

Γιατί, ποιος εχέφρων νους μπορεί να διανοηθεί πως, αυτοί που ορίζουν τις τύχες του κόσμου, θα επέτρεπαν ποτέ στην Ελλάδα να αποκτήσει την οικονομική εκείνη αυτοτέλεια που θα της επέτρεπε τον ρόλο ενός παράγοντα που «θα όριζε τις τύχες» των λαών της περιοχής, όταν σήμερα, μετά από 10 χρόνια οικονομικής κρίσης, τα δημόσια οικονομικά της χώρας και οι διεθνείς εξελίξεις, δεν της επιτρέπουν ακόμη την -ελεύθερη- έξοδο της στις «αγορές» ;

Γιατί είναι εκείνοι ακριβώς οι εξωτερικοί παράγοντες που συνέβαλαν καθοριστικά και οδήγησαν τη χώρα στην οικονομική -και όχι μόνον- εξαθλίωση, οι οποίοι μετά και την πιθανή κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, θα έχουν έναν ακόμη λόγο να «κρατήσουν χαμηλά» τις προσδοκίες της χώρας, εφόσον κάτι τέτοιο θα εξυπηρετεί τα ευρύτερα σχέδιά τους για την περαιτέρω δέσμευση των πλουτοπαραγωγικών της πόρων. Πόρων που είναι σίγουρο ότι θα μπορούσαν (και μπορούν) να αναβαθμίσουν θεαματικά την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας στις αμέσως επόμενες δεκαετίες.

Γιατί τότε, μετά από δεκαετίες μέσα στην οικονομική και ανθρωπιστική κρίση η οποία θα συνεχίζεται αμείωτη, ποιοι και πόσοι θα μπορούσαν να διατηρήσουν ακόμη την άσβεστη εκείνη ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο ;

Ποιοι και πόσοι, μη βλέποντας καμία πλέον ελπίδα, θα μπορούσαν να προβάλλουν σθεναρή αντίσταση, στα -πιθανά- σχέδια για την ομαλή και με βάση… μελλοντικές Διεθνείς Συνθήκες, αναγνώριση εθνικών μειονοτήτων και -ίσως- αλλαγή συνόρων στην περιοχή ;

Ποιοι και πόσοι θα είχαν τη σφοδρή επιθυμία να παραμείνουν ενεργοί πολίτες ενός κράτους χωρίς ευοίωνες προοπτικές ; Που και οι αιρετοί του αντιπρόσωποι θα συνεχίζουν  να μη λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τη θέλησή τους ;

Ενός κράτους που συνεχώς γερνά ;

Που αλλοιώνεται ιστορικά, πληθυσμιακά και πολιτισμικά, παραδίδοντας προαιώνια χαρακτηριστικά της ταυτότητάς του ;

Ας το σκεφτούν λοιπόν, όλες και όλοι, εκείνες κι εκείνοι που κρατούν δια της ψήφου τους στα δικά τους χέρια τη μελλοντική πορεία ενός κράτους που, περνώντας μέσα από τεράστιες και μακροχρόνιες κακουχίες και αλληλοσπαραγμούς, κατάφερε σήμερα να μπορεί ειρηνικά να τους δώσει την ευθύνη ν’ αποφασίσουν, όχι απλά για τη θέση του στην ευρύτερη περιοχή ως παράγοντα ειρήνης και σταθερότητας, αλλά και την ίδια τη σημερινή του ύπαρξη, με τα ίδια ιστορικά, πληθυσμιακά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Τυπικότητες ( ; )



 Η ηθελημένη (τελικά) αοριστία και ασάφεια των προβλέψεων της Συμφωνίας των Πρεσπών, με σκοπό την κατά το δοκούν ερμηνεία τους, ξεπερνιέται σήμερα και με την παραβίαση ακόμη και ρητών της όρων !
Α) με την τροποποίηση-προσθήκη στον εφαρμοστικό Συνταγματικό νόμο «…η οποία δεν ορίζει ούτε προκαθορίζει την εθνότητα…» έχει παραβιαστεί ο ρητός όρος της ΜΗ αναφοράς εθνότητας στη Συμφωνία, παρά ΜΟΝΟ ιθαγένειας
Β) η «εσωτερική διαδικασία» στην πΓΔΜ η οποία ορίζεται ως «δεσμευτική και αμετάκλητη» στη Συμφωνία, παραβιάσθηκε από τη ΜΗ υπογραφή των Συνταγματικών τροποποιήσεων από τον Πρόδρο της γειτονικής χώρας
Γ) η πΓΔΜ, έστω και για κάποιες ημέρες, ΔΕΝ ολοκλήρωσε τις Συνταγματικές τροποποιήσεις μέχρι το τέλος του 2018, παραβιάζοντας συγκεκριμένο όρο της Συμφωνίας
Δ) η ρηματική διακοίνωση που κοινοποιήθηκε από το υπουργείο εξωτερικών της γείτονος στο αντίστοιχο της Ελλάδας, δεν έπρεπε να σταλεί ΠΡΙΝ ολοκληρωθούν ΟΛΕΣ οι «εσωτερικές νομικές διαδικασίες» της πΓΔΜ, προκειμένου η Συμφωνία να τεθεί σε ισχύ. Ακόμη κι εάν ο Πρόεδρός της παραβιάζει το Σύνταγμά τους, ΜΗ υπογράφοντας τον εφαρμοστικό Συνταγματικό νόμο, αυτό σημαίνει πως ΟΛΕΣ οι απαραίτητες «δεσμευτικές και αμετάκλητες» διαδικασίες, ΔΕΝ έχουν ολοκληρωθεί.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Οι 6 μύθοι των θετικών σημείων της Συμφωνίας των Πρεσπών*


      1.       Με τη Συμφωνία λύνεται ένα μείζον εθνικό θέμα που ταλαιπωρούσε την Ελλάδα για πολλές δεκαετίες.

Κατ’ αρχήν η Ελλάδα, λόγω της μη επίλυσης του ονοματολογικού ζητήματος με τη γειτονική χώρα, δεν αντιμετώπισε ποτέ θέματα τέτοια που να της δημιουργούσαν προβλήματα, τόσο στις διεθνείς σχέσεις της, όσο και στο εσωτερικό της. Αντιθέτως, η μόνη χώρα που όντως αντιμετώπιζε τέτοια ζητήματα, ήταν η πΓΔΜ. Δυστυχώς δε, η Συμφωνία των Πρεσπών κάθε άλλο παρά δίνει λύσεις τέτοιες που θα μπορούσαν να γίνουν διαχρονικά και καθολικά αποδεκτές από την πλειοψηφία των πολιτών και των δύο χωρών. Λύσεις δηλαδή που να είναι εξ ίσου και αποδεκτά σύμφωνες με το πνεύμα της Συμφωνίας, ακριβώς λόγω του ότι αυτό ερμηνεύεται και αποδίδεται διαφορετικά από και στους πολίτες των δύο χωρών, ή να αποτελέσουν την επίσης διαχρονικά σταθερή εκείνη βάση, πάνω στην οποία θα μπορέσουν να οικοδομηθούν μακροχρόνιες σχέσεις ειλικρινούς φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών.

      2.       Με τη Συμφωνία δεν αναγνωρίζεται καμία «Μακεδονική» εθνότητα στη γειτονική χώρα.

Τυπικά, στη Συμφωνία, όντως δεν αναγνωρίζεται η ύπαρξη καμίας «Μακεδονικής» εθνότητας στην πΓΔΜ.

Εάν όμως προσέξει κανείς καλά την διατύπωση στην παράγραφο 3 του Άρθρου 7 της Συμφωνίας, θα διαπιστώσει ότι ο κάθε πολίτης της γειτονικής χώρας, θα μπορεί να δίνει την δική του ερμηνεία στους όρους «Μακεδονία», «Μακεδόνας» και «Μακεδονικός/ή/ό», με τους οποίους θα μπορεί να χαρακτηρίζει την δική του «επικράτεια, γλώσσα και πληθυσμό με τα χαρακτηριστικά του» καθώς επίσης και την δική του «ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά». Κι εάν κανείς σήμερα απευθυνθεί στο σύνολο των ιστορικών ή/και των κοινωνιολόγων, ζητώντας τους να ορίσουν κάποια από τα κοινά χαρακτηριστικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να «μοιράζεται» ένας λαός, ώστε να του αποδοθεί ο όρος «έθνος», η γλώσσα, η  ιστορία, ο πολιτισμός και η κληρονομιά του και ένα κοινό όραμα μιας ιστορικής αποστολής, όπως αυτή της αναγνώρισης μιας «Μακεδονικής εθνότητας», θα είναι η σίγουρη απάντηση που θα πάρει. Αυτά ακριβώς αναγνωρίζει και ενισχύει η Συμφωνία των Πρεσπών, δίνοντας τόσο τυπικά, όσο και ουσιαστικά το γλωσσικό, ιστορικό και πολιτισμικό εκείνο υπόβαθρο, πάνω στο οποίο βασίζεται η «ιστορική αποστολή» του (λεγόμενου) «Μακεδονικού έθνους».

Κατά συνέπεια, η αναγνώριση κοινής «ταυτότητας», μέσω της αναγνώρισης κοινής γλώσσας, ιστορίας, πολιτισμού και κληρονομιάς, αλλά και της «ιστορικής αποστολής» έτσι όπως αυτή περιγράφεται τόσο στο Προοίμιο του Συντάγματος της πΓΔΜ, όσο και στο Άρθρο 36 το οποίο «για ιστορικούς λόγους» παραμένει αναλλοίωτο, παρέχει κάθε δικαίωμα στους πολίτες της χώρας, οι οποίοι δεν ανήκουν σε κάποια από τις άλλες «κοινότητες-εθνότητές» της, να διεκδικούν πλέον απολύτως νόμιμα το δικαίωμα να καλούνται και να αναγνωρίζονται ως «εθνικά Μακεδόνες».

      3.       Με τη Συμφωνία, η πΓΔΜ υποχρεώνεται να χρησιμοποιεί το όνομα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» erga omnes, δηλαδή για όλες τις χρήσεις, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό.
     
      Το ερώτημα όμως εδώ έχει να κάνει με το πότε και το πώς. Διότι η ίδια η Συμφωνία προβλέπει εξαιρέσεις.

      Αν εξετάσουμε αρχικά τη χρήση του νέου ονόματος στο εσωτερικό της χώρας, θα διαπιστώσουμε πως μπορεί μεν στην παράγραφο 9 του Άρθρου 1 της Συμφωνίας να αναφέρεται ότι η πΓΔΜ «χωρίς καθυστέρηση, σύμφωνα με τη χρηστή διοικητική πρακτική, θα πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι αρμόδιες Αρχές της χώρας στο εξής εσωτερικά να χρησιμοποιούν το όνομα και τις ορολογίες του Άρθρου 1, παράγραφος 3 της παρούσας συμφωνίας σε όλα τα νέα επίσημα έγγραφα, αλληλογραφία και συναφές υλικό», αλλά ποιος βεβαιώνει και (αλήθεια) μπορεί να ελέγξει ή και να παρέμβει στο πώς, πότε και εάν η πΓΔΜ ακολουθεί ή πρόκειται να ακολουθήσει τη «χρηστή διοικητική πρακτική» όπως την εννοούμε και την εφαρμόζουμε στην Ελλάδα, ή ακόμη κι εάν όντως μια άλλη κυβέρνηση αποφασίσει να καθυστερήσει με διάφορα προσχήματα αυτή την πρόβλεψη της Συμφωνίας ;

      Αν δε, λάβουμε υπ’ όψιν και την πρόβλεψη της παραγράφου 10(β) του ίδιου Άρθρου, όπου αναφέρεται ότι «Η “πολιτική” μεταβατική περίοδος θα αφορά όλα τα έγγραφα και υλικό αποκλειστικά για εσωτερική χρήση στο Δεύτερο Μέρος. Η έκδοση των εγγράφων και υλικού που εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία σύμφωνα με το Άρθρο 1, παράγραφος 3, θα ξεκινά στο άνοιγμα κάθε διαπραγματευτικού κεφαλαίου της Ε.Ε. στο συναφές πεδίο, και θα ολοκληρωθεί εντός πέντε ετών από τότε», καταλαβαίνουμε ότι οποιοδήποτε εσωτερικό έγγραφο φέρει σήμερα την ένδειξη «Δημοκρατία της Μακεδονίας», δεν είναι απαραίτητο να αλλάξει άμεσα με την έναρξη της ισχύος της συμφωνίας, αλλά ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ η πΓΔΜ ξεκινήσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της με την Ε.Ε., και ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ «ανοίξει» συναφές με το αντικείμενο κεφάλαιο, και ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ περάσουν πέντε χρόνια από τότε. Αρκεί νομίζω να αναφέρω ότι οι διαπραγματεύσεις αυτές μπορεί να διαρκέσουν αρκετά χρόνια, τόσα όσα θα κρίνει η πΓΔΜ ότι τη συμφέρει να καθυστερήσει ή όχι.

     Το σίγουρο είναι πως η ίδια η Συμφωνία, μετά και την κύρωσή της από το ελληνικό κοινοβούλιο, δεν παρέχει κανένα δικαίωμα στην Ελλάδα να ελέγξει αυτήν την διαδικασία, πέραν της προσφυγής της στο Διεθνές Δικαστήριο.

      Εξετάζοντας τώρα τη χρήση του νέου ονόματος της γειτονικής χώρας στο εξωτερικό, διαπιστώνουμε ότι στο εδάφιο (ζ) της παραγράφου 3 του Άρθρου 1, γίνεται αναφορά για το τρόπο χρήσης του (ή των) επιθετικού προσδιορισμού των όρων «Μακεδονία», «Μακεδόνας» και «Μακεδονικός/η/ο» τόσο από το κράτος της πΓΔΜ και τους οργανισμούς ή/και φορείς που εξαρτώνται από αυτό, όσο όμως και από ιδιωτικούς φορείς οι οποίοι « … δεν έχουν σχέση με το κράτος και τις δημόσιες οντότητες, δεν έχουν συσταθεί με νόμο και δεν απολαμβάνουν οικονομικής υποστήριξης από το κράτος για για δραστηριότητες στο εξωτερικό… », οι οποίοι ΔΥΝΑΝΤΑΙ να ευθυγραμμίζονται με το Άρθρο 7 παράγραφος 3 και 4.

      Τι ακριβώς σημαίνει αυτό ; Πολύ απλά ότι ενώ το επίσημο κράτος της πΓΔΜ και όσοι φορείς το αντιπροσωπεύουν ή/και εξαρτώνται οικονομικά από αυτό, θα πρέπει να συμμορφώνονται με τον τρόπο χρήσης των όρων «Μακεδονία», «Μακεδόνας» και «Μακεδονικός/η/ο», έτσι όπως αυτός διευκρινίζεται στο Άρθρο 7 παράγραφος 3 και 4, οι ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ φορείς, που δεν εξαρτώνται από το κράτος κατά κανένα λόγο για να λειτουργήσουν και δε χρηματοδοτούνται/επιχορηγούνται από την πΓΔΜ για δραστηριότητές τους ΜΟΝΟ στο εξωτερικό, μπορούν ΕΑΝ ΘΕΛΟΥΝ να ευθυγραμμιστούν με αυτή την πρόβλεψη. Δεν υποχρεώνει κανείς δηλαδή, ΟΠΟΙΑΔΉΠΟΤΕ φυσική ή νομική οντότητα η οποία θελήσει να αναλάβει ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ δραστηριότητα τόσο στο εσωτερικό της πΓΔΜ (χωρίς κανέναν περιορισμό), όσο και στο εξωτερικό (αρκεί να μη χρηματοδοτείται από την πΓΔΜ γι’ αυτό), να την προσδιορίσει ως «Μακεδονική», χωρίς την πρόσθεση του προσδιοριστικού «Βόρειο».

      Αυτό δε επιτείνεται (και εδραιώνεται), με την αμέσως επόμενη πρόταση της Συμφωνίας (στο ίδιο εδάφιο “ζ”), η οποία αναφέρει πως «Η χρήση επιθέτου για δραστηριότητες, ΔΥΝΑΤΑΙ να ευθυγραμμίζεται με το Άρθρο 7(3) και (4)». Ούτε από ποιους, ούτε ποιες «δραστηριότητες»… τίποτε !

      Στην δε παράγραφο 10 του Άρθρου 1, γίνεται αναφορά στην «τεχνική μεταβατική περίοδο», όσον αφορά τη χρήση του νέου ονόματος της πΓΔΜ στο εξωτερικό. Η πλήρης εισαγωγή της παρ. 10 στο κείμενο, είναι η εξής «Σε ότι αφορά την εγκυρότητα των υφιστάμενων εγγράφων και υλικού που εκδόθηκαν από τις αρχές του Δεύτερου Μέρους (της πΓΔΜ), τα μέρη συμφωνούν ότι θα υπάρξουν δύο μεταβατικές περίοδοι, μία “τεχνική” και μία “πολιτική”». Έχοντας αναφερθεί ήδη στην «πολιτική μεταβατική περίοδο», η «τεχνική» αφορά « … όλα τα επίσημα έγγραφα και υλικό της Δημόσιας Διοίκησης του Δεύτερου Μέρους, για διεθνή χρήση και εκείνα για εσωτερική χρήση που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξωτερικό. Αυτά τα έγγραφα και υλικό, θα ανανεώνονται σύμφωνα με το όνομα και τις ορολογίες που αναφέρονται στο Άρθρο 1 παράγραφος 3 της παρούσας Συμφωνίας, εντός πέντε ετών από τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας, το αργότερο».

      Μέχρι και το 2023-2024 λοιπόν, η Ελλάδα, ακόμη και μετά τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας, θα είναι υποχρεωμένη να δέχεται ακόμη (πχ) τα διαβατήρια των πολιτών της γειτονικής χώρας στα οποία δεν έχει ακόμη λήξει η διάρκεια ισχύος τους, που θα αναφέρουν «Δημοκρατία της Μακεδονίας», χωρίς καμία επιφύλαξη, σημείωση ή ότι άλλο. Όπως δε έχει προαναφερθεί, σε περίπτωση που μια άλλη κυβέρνηση στην πΓΔΜ αποφασίσει να καθυστερήσει αυτή την πρόβλεψη, δεν παρέχεται κανένα δικαίωμα στην Ελλάδα να ελέγξει αυτήν την διαδικασία, πέραν της προσφυγής της στο Διεθνές Δικαστήριο.

      Κατά συνέπεια, το erga omnes μπορεί μεν να αναφέρεται στη Συμφωνία, δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο ούτε το πότε, ούτε το πώς θα ισχύσει, τόσο στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας, όσο και στις διεθνείς της σχέσεις στο εξωτερικό, κυρίως δε από ιδιωτικούς φορείς οι οποίοι δεν ελέγχονται από την κυβέρνηση .

      4.       Η Συμφωνία των Πρεσπών αναγνωρίζει μεν την «Μακεδονική γλώσσα», ταυτόχρονα όμως η πΓΔΜ αναγνωρίζει πως η γλώσσα αυτή ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών

Με την απαραίτητη διευκρίνιση, εντός της Συμφωνίας, η οποία επιτρέπει στους πολίτες της γειτονικής χώρας να ερμηνεύσουν όπως θέλουν ακόμη και αυτήν την πρόβλεψη. Στην παράγραφο 3(γ) του Άρθρου 1 λοιπόν, γίνεται αναφορά στη γλώσσα του γειτονικού κράτους. Αναφέρεται εκεί ότι «συμφωνήθηκε και έγινε αμοιβαίως αποδεκτό» ότι «η επίσημη γλώσσα του δεύτερου μέρους θα είναι η «Μακεδονική γλώσσα», όπως αυτή αναγνωρίσθηκε από την 3η Σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για την Οριστικοποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων, η οποία έγινε στην Αθήνα το 1977, αλλά και όπως περιγράφεται στο Άρθρο 7(3) και (4) της Συμφωνίας».

Αφού αναφέρω ότι θεωρώ απόλυτα επαρκείς τις εξηγήσεις, όσον αφορά το ζήτημα της Συνόδου των Ηνωμένων Εθνών το 1977 στην Αθήνα, που έδωσε ο γλωσσολόγος κ. Μπαμπινιώτης, καθώς σε μία Σύνοδο του ΟΗΕ που αφορά τον ορισμό και την τυποποίηση του πώς θα μεταγράφονται σε διάφορες γλώσσες τα γράμματα μιας άλλης γλώσσας, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση και επίσημη αναγνώριση αυτής της τελευταίας, αξίζει να σταθούμε σ’ εκείνο το «όπως περιγράφεται στο Άρθρο 7(3) και (4) της Συμφωνίας».

Εξετάζοντας κυρίως το 7(4) σε σχέση με την αναγνώριση της «Μακεδονικής γλώσσας», και το επιχείρημα ότι η πΓΔΜ δέχθηκε ότι η γλώσσα αυτή «ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών», διαβάζοντας το τι πραγματικά αναγράφεται στο συγκεκριμένο σημείο, διαπιστώνουμε ότι η γειτονική χώρα απλά «ΣΗΜΕΙΩΝΕΙ (“notes” στο αγγλικό κείμενο) ότι η επίσημη γλώσσα του, η «Μακεδονική γλώσσα», ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών».

Κάτι που φυσικά παρέχει και το απόλυτα νόμιμο δικαίωμα στην κυβέρνηση της γειτονικής χώρας, να ΜΗ συμπεριλάβει αυτή την διευκρίνιση-σημείωση στις αλλαγές-τροποποιήσεις του Συντάγματος της πΓΔΜ, όπως φυσικά και πράττει.

      5.       Με τη Συμφωνία, η πΓΔΜ παραιτείται από την ιστορία και τον πολιτισμό της αρχαίας Μακεδονίας, τα οποία πλέον ανήκουν αποκλειστικά στην Ελλάδα.

      Επανεξετάζοντας το Άρθρο 7, διαβάζουμε ότι η Ελλάδα και η πΓΔΜ αναγνωρίζουν ότι «η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία», «Μακεδόνας» και «Μακεδονικός/η/ο» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά»

      Πώς όμως ; Όπως ακριβώς διευκρινίζεται στις παραγράφους 2 & 3 του Άρθρου 7.

Όσον αφορά δηλαδή την Ελλάδα «με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνον η περιοχή και ο πληθυσμός της Βόρειας περιοχής (της), αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά αυτής της περιοχής, από την αρχαιότητα έως σήμερα»

Όσον αφορά την πΓΔΜ «με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με την δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο Άρθρο 7(2)» δηλαδή την Ελλάδα.

Άρα, για την Ελλάδα, με την θέση σε ισχύ της Συμφωνίας, όταν αναφερόμαστε στους όρους «Μακεδονία», «Μακεδόνας» και «Μακεδονικός/η/ο», θα εννοούμε αποκλειστικά και μόνο την περιοχή της Βόρειας Ελλάδας και τον πληθυσμό της, με τα δικά τους χαρακτηριστικά (διακριτώς διαφορετικά από αυτά της πΓΔΜ), αλλά και τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ, από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Ποιος είπε όμως ότι η ιστορική και πολιτισμική προπαγάνδα  των Βορείων γειτόνων μας, διεκδίκησε ποτέ τον Ελληνικό πολιτισμό και ιστορία, ως τέτοιους ;

Ίσα, ίσα. Αυτό το οποίο μέχρι και σήμερα υποστηρίζουν, είναι ότι ο πολιτισμός και η ιστορία της περιοχής, ήταν εξ’ αρχής «Μακεδονικός» και όχι Ελληνικός.

Δεν διεκδικούν λοιπόν τον Ελληνικό πολιτισμό και ιστορία (από την αρχαιότητα έως σήμερα), αλλά την αναγνώριση αυτού του πολιτισμού και της ιστορίας ως «Μακεδονικούς», διακριτώς διαφορετικούς δηλαδή από αυτόν/ους της Ελλάδας !

Κατά συνέπεια, με τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας, θα υπάρχουν δύο «Μακεδονικοί πολιτισμοί», δύο «Μακεδονικές ιστορίες» και δύο «Μακεδονικές κληρονομιές» !!

Μία έτσι όπως την εννοεί η Ελλάδα, ως μέρος του Ελληνικού πολιτισμού, ιστορίας και κληρονομιάς, που θα αντλούν τη βάση τους «από τη Βόρεια περιοχή της χώρας», και μία έτσι όπως (θα) την εννοεί η πΓΔΜ.

Όποιος δε κάνει την (αυθόρμητη) ερώτηση «και ποια “Μακεδονική” ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά θα έχει δηλαδή η πΓΔΜ, και από πότε αυτή θα αρχίζει, σε ποιον/ποιους θα αναφέρεται» κλπ, η απάντηση που θα πάρει θα έχει άμεση σχέση… με τον ερωτώμενο.  Άλλη θα είναι από έναν πολίτη της πΓΔΜ, άλλη από έναν Έλληνα και (πιθανόν) άλλη από οποιονδήποτε «τρίτο».

Ακόμη και στην παράγραφο 2 του Άρθρου 8, το οποίο προβλέπει ότι «εντός έξι μηνών από τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας (η πΓΔΜ) θα επανεξετάσει το καθεστώς των μνημείων, δημόσιων κτιρίων και υποδομών στην επικράτειά του, και στο μέτρο που αυτά αναφέρονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην αρχαία Ελληνική Ιστορία και πολιτισμό, που συνιστούν αναπόσπαστο συστατικό της ιστορικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς του Πρώτου Μέρους (της Ελλάδας), θα προβεί στις κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το ζήτημα και να διασφαλίσει το σεβασμό στην προαναφερόμενη κληρονομιά», τα ερωτήματα που προκύπτουν από την ασάφεια αυτής της παραγράφου, είναι τόσα πολλά, που θα χρειαζόταν ίσως σελίδες επί σελίδων για να διατυπωθούν στην πληρότητά τους.

Ποια, δηλαδή, ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ μνημεία μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αναφορά στην Αρχαία Ελληνική Ιστορία και πολιτισμό ; Ποια «λίστα» τα αναφέρει και από ποιον έχει ή θα κριθεί η ορθότητά της ; Έχει προβλεφθεί κάποια «Κοινή Διεπιστημονική  Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων» για το ζήτημα , όπως «καλή ώρα» αυτή που προβλέπεται στην παρ. 5 του ίδιου Άρθρου, για ζητήματα αναθεώρησης των σχολικών βιβλίων ;! Ποιος εγγυάται ότι αυτά τα μνημεία θα δεχθεί η πΓΔΜ πως «αναφέρονται στην Αρχαία Ελληνική Ιστορία και πολιτισμό» ; Τι σημαίνει αυτό το «θα επανεξετάσει» της Συμφωνίας ; Και ποιο είναι αυτό το «μέτρο που αυτά (θα κριθεί ότι) αναφέρονται στην Αρχαία Ελληνική Ιστορία και πολιτισμό» ; Ποιες είναι αυτές οι «κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες» που θα αναλάβει η πΓΔΜ για να «αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το ζήτημα» ; Τι σημαίνει «αποτελεσματικά» ; Και ποιος θα κρίνει ότι οι ενέργειες αυτές συμβαδίζουν ή όχι με το «πνεύμα» των προβλέψεων αυτής της παραγράφου ; Και ποιος ο χρόνος της  αποτελεσματικής αντιμετώπισης αυτών των ζητημάτων από την πΓΔΜ, από τη στιγμή που η πρόβλεψη της παραγράφου κάνει λόγο ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για την ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗΣ μέσα σε έξι μήνες, ΚΑΙ ΟΧΙ για την ολοκλήρωση των ενεργειών της ;

Θα ήταν ικανοποιητικό δηλαδή για την Ελλάδα, και σύμφωνο με το πνεύμα της Συμφωνίας, μία επιγραφή η οποία θα προστεθεί  ίσως στο βάθρο του αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων, η οποία θα έγραφε «Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδών, γεννημένος στην Βόρεια περιοχή της Ελλάδας» ;!

Οι ηθελημένες -δυστυχώς-ασάφειες της Συμφωνίας, επιτρέπουν το συλλογισμό πως, ακόμη και μετά τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας, αυτό το οποίο θα συνεχίσει να υποστηρίζεται από την πλευρά της πΓΔΜ, θα είναι ότι ο πολιτισμός και η ιστορία της περιοχής, ήταν εξ’ αρχής «Μακεδονικός» και όχι Ελληνικός.

        6.       Αν δεν κυρωθεί η Συμφωνία, όλες οι χώρες του κόσμου θα αποκαλούν την πΓΔΜ ως σκέτο «Μακεδονία», όπως το κάνουν ήδη 140 από αυτές.

      Η πΓΔΜ σήμερα, σύμφωνα και με την επίσημη ιστοσελίδα της κυβέρνησης, διαθέτει προξενεία ή πρεσβείες σε 47 ξένα κράτη, ενώ διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με -συνολικά- 167 κράτη.

      Είναι ένα πράγμα κάποιο κράτος να έχει διπλωματικές σχέσεις με κάποιο άλλο, και εντελώς διαφορετικό το να έχει αναγνωριστεί το κράτος αυτό με το επίσημο όνομά του.

      Σε ΟΛΕΣ τις διμερείς αναγνωρίσεις, αυτές τουλάχιστον που έγιναν μετά το 1995, αναγράφεται ρητά ότι η αναγνώριση είναι προσωρινή και θα αλλάξει όταν συμφωνήσει και η Ελλάδα σε κάποιο νέο όνομα.

      Οι διμερείς δε αναγνωρίσεις δε φέρουν κανένα ειδικό νομικό βάρος, σε αντίθεση με τις διεθνείς αναγνωρίσεις.

      Και η πΓΔΜ, μπορεί μεν να είναι μέλος πολλών διεθνών οργανισμών, ΚΑΝΕΝΑΣ όμως από αυτούς δεν έχει αναγνωρίσει το κράτος αυτό με το «Συνταγματικό του όνομα»

      Οι χώρες τώρα που ΔΙΜΕΡΩΣ έχουν αναγνωρίσει την πΓΔΜ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ΔΕΝ είναι 140, αλλά 107. Ή καλύτερα 106, μιας και στις 107 συμπεριλαμβάνεται και το Κοσσυφοπέδιο, που δεν είναι μέλος του ΟΗΕ.

      Μεταξύ δε αυτών των 106 χωρών, περιλαμβάνονται και χώρες όπως το Μπαγκλαντές, η Μποτσουάνα, το Μπουρούντι, το Τζιμπουτί, το Ανατολικό Τιμόρ, το Σουρινάμ και το… Τουβαλού !

      Κατά συνέπεια, το επιχείρημα περί 140 χωρών που έχουν αναγνωρίσει την πΓΔΜ με το «Συνταγματικό της όνομα», είναι εντελώς αναληθές.

       Αντίθετα μάλιστα, ΚΑΝΕΙΣ διεθνείς οργανισμός δεν έχει αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας»


*Το κείμενο έχει σταλεί στα e-mail επικοινωνίας των βουλευτών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που εκλέγονται στις Περιφερειακές Ενότητες (νομούς) της Μακεδονίας, με το παρακάτω εισαγωγικό σημείωμα :

«Συνημμένα θα βρείτε ένα μικρό κείμενο στο οποίο αναλύω και (νομίζω ότι) καταφέρνω να ανατρέψω, τους έξι βασικούς λόγους-επιχειρήματα, τα οποία είναι πιθανό να έχετε χρησιμοποιήσει για να στηρίξετε τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Γνωρίζοντας ότι είναι πολύ πιθανό να διαφωνείτε, παρακαλώ κάντε τον κόπο να το διαβάσετε
Κι ύστερα, ως εκλεγμένοι εκπρόσωποι των νομών της Μακεδονίας στην Ελληνική Βουλή, γνωρίζοντας πλέον και την «δική μου» αλήθεια, όταν έρθει η στιγμή, θα μπορείτε ελεύθερα να καταθέσετε την ψήφο σας
Μια ψήφος που, ίσως όσο καμία άλλη στο σύνολο της κοινοβουλευτικής σας παρουσίας, θα καταγραφεί στην Ιστορία»