Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Το δικό μας μερίδιο ευθύνης


Η εντύπωση που έχουν οι πολίτες για τους θεσμικούς τους εκπροσώπους, είναι πως στην πλειονότητά τους, αντί πραγματικά να εκπροσωπούν και να μάχονται για τα συμφέροντά τους, αποφασίζουν με γνώμονα το προσωπικό τους συμφέρον, θέτοντας ως πρώτιστο στόχο την επανεκλογή τους, «υποκύπτοντας» στις «σειρήνες» της εξουσίας, αγνοώντας τις «Ερινύες» της ηθικής τους κατάπτωσης.

Η σχεδόν βεβαιότητά τους για τα κεντρικά ΜΜΕ, είναι πως λειτουργούν ως φερέφωνα των ιδιοκτητών τους, οι οποίοι κάθε φορά προσεταιρίζονται σ’ εκείνα τα συμφέροντα, πολιτικά ή οικονομικά, που τους εξασφαλίζουν ή θα τους εξασφαλίσουν περισσότερο κέρδος.

Η γνώμη τους δε για τους λειτουργούς της δικαιοσύνης, τείνει πλέον να είναι πως αποφασίζουν με αποκλειστικό γνώμονα το γράμμα και όχι το πνεύμα των νόμων, δείχνοντας συχνά το σκληρό τους πρόσωπο απέναντι σ’ εκείνους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα ώστε να διαθέτουν στρατιά δικηγόρων.

Κι ο ίδιος ο λαός, «βουτηγμένος» στα δυσεπίλυτα προβλήματα της καθημερινότητας, άγεται και φέρεται από του θεσμικούς ή όχι εκπροσώπους του, παρασύρεται από την καθημερινή «επίθεση» των ΜΜΕ στο συλλογικό του υποσυνείδητο, και τρέμει στην ιδέα ότι μπορεί κάποια στιγμή να βρεθεί ενώπιον των ευθυνών του.

Κι έτσι, ο καθένας από εμάς, έρμαιο μεταξύ «σφύρας και άκμονος», ζαλισμένος από τις υποσχέσεις, έχοντας υποστεί την ανάλογη πλύση εγκεφάλου και μην αντέχοντας καν στην ιδέα πως κάποια πράξη ή λέξη του μπορεί να τον οδηγήσει στις δικαστικές αίθουσες, αναζητά την δική του κρυψώνα μέσα στη μάζα. Ανώνυμος μεταξύ ανωνύμων, άβουλος ως ύπαρξη, μέσα σ’ έναν πολτό ομοειδών «προϊόντων».

Εάν οι ανωτέρω διαπιστώσεις φαντάζουν τραγικές, είναι το πλέον βέβαιο ότι είναι εξίσου αληθινές, με τις εξαιρέσεις απλά να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Κι εάν εμείς, όσο το δυνατό συντομότερα, ξεχωριστά ο καθένας κι όλοι μαζί, δε συνειδητοποιήσουμε πως έτσι έχουν τα πράγματα σήμερα, τόσο περισσότερο συντομεύουμε την έλευσή του επερχόμενου «αποκαλυπτικού» τέλους της Δημοκρατίας μας.

Στα εξαιρετικά δύσκολα χρόνια που πέρασαν και στα επίσης δύσκολα χρόνια που μας περιμένουν, αποτελεί αδήριτη υποχρέωση όλων μας ν’ αναλάβουμε το μέρος των ευθυνών που μας αναλογούσαν και μας αναλογούν.

Η αποχή από το εκλογικό μας δικαίωμα, κι όχι υποχρέωση, καθώς και η αποχή από το δικαίωμα της ενεργής ενασχόλησής μας με τα κοινά, δεν μπορούν πλέον ν’ αποτελούν δικαιολογίες.

Μόνο η μαζική, έλλογη και ειρηνική συμμετοχή μας, μπορεί ν’ ανατρέψει τα σημερινά δεδομένα.

Κι όσο εμείς δεν αναλαμβάνουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης, εκείνοι που επιλέγουν να το κάνουν, θα συνεχίσουν ν’ αποφασίζουν για όλους μας.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

Συμπεράσματα δημοψηφίσματος πΓΔΜ


Πολλαπλές οι «αναγνώσεις» του δημοψηφίσματος στην πΓΔΜ. Σε πρώτο χρόνο, διακρίνω τις εξής τέσσερις :

Α) Το ποσοστό της αποχής, όσο μεγάλο κι αν ήταν, δεν επηρεάζει κατά κανέναν τρόπο τα όσα προβλέπονται γι’ αυτό το ζήτημα στη Συμφωνία των Πρεσπών. Η μόνη πρόβλεψη που υπάρχει στο σχετικό κείμενο, βρίσκεται στην παρ.4 (β, ii) του Άρθρου 2, όπου περιγράφονται οι προϋποθέσεις-όροι που πρέπει να εκπληρωθούν από την πΓΔΜ, ώστε η Ελλάδα να κυρώσει το πρωτόκολλο εισδοχής της χώρας στο ΝΑΤΟ. Ένας εξ αυτών των (δύο) όρων, προβλέπει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος πρέπει απλά να συνάδει με τα όσα προβλέπονται στη Συμφωνία, να είναι δηλαδή θετικό (ο άλλος είναι η ολοκλήρωση των Συνταγματικών αλλαγών στην πΓΔΜ). Καμία αναφορά δηλαδή σε εγκυρότητα ή μη του δημοψηφίσματος.

Β) Η καθαρά πολιτική ανάγνωση του δημοψηφίσματος όπου άνετα μπορεί να διακρίνει κανείς την δύσκολη (τουλάχιστον) θέση στην οποία από σήμερα κιόλας βρίσκεται η κυβέρνηση Ζάεφ, τόσο έναντι του προέδρου της χώρας κ. Ιβάνοφ ο οποίος πρόσφατα, ακόμη και από το βήμα του ΟΗΕ, είχε καλέσει τους πολίτες της χώρας του να απέχουν, όσο και έναντι των ίδιων των πολιτών της πΓΔΜ, οι οποίοι είτε από αδιαφορία, είτε κατά συνείδηση απείχαν από την πολύ σημαντική αυτή διαδικασία.

Γ) Η εθνοτική προέλευση των ψηφοφόρων που συμμετείχαν στο δημοψήφισμα, παίζει τεράστιο ρόλο στην ανάγνωση του αποτελέσματός του. Διότι εάν αληθεύουν οι πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες στην πλειονότητά τους όσοι προσήλθαν στις κάλπες προέρχονται από την αλβανική μειονότητα, εκτός του ότι αυτό θα σήμαινε πως οι ψηφοφόροι αυτοί υπακούν «τυφλά» στις "παραινέσεις" του πρωθυπουργού της Αλβανίας κ. Ράμα, ο οποίος επέλεξε την ημέρα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος για να παρέμβει καταλυτικά, όχι απλά προτρέποντας τους ομοεθνείς του να συμμετέχουν σε αυτό αλλά, προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, να επισημάνει πως «…όποιος δεν λάβει μέρος ουσιαστικά απειλεί τις επόμενες γενεές», ταυτόχρονα όμως προοικονομεί, επισημαίνει ή και δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες που είναι πιθανό να οδηγήσουν σε πολιτική (και όχι μόνο) αποσταθεροποίηση της χώρας, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την ευρύτερη περιοχή (Αλβανία, Κόσσοβο, Σερβία), σε χρόνο που οι κατευθυνόμενοι αυτοί ψηφοφόροι θα επιλέξουν, κατόπιν σχετικών «παραινέσεων», όπως αυτή του κ. Ράμα.

Δ) Η διπλή ήττα. Τόσο οι επιλογές του κ. Ζάεφ και του ΥΠΕΞ του κ. Δημητρώφ, αλλά και της κυβέρνησης γενικότερα (η οποία στηρίζεται στη συμμετοχή των Αλβανικών κομμάτων σε αυτή), όσο και της Ε.Ε. αλλά και των Η.Π.Α., κορυφαίοι εκπρόσωποι των οποίων επισκέφθηκαν τη γειτονική χώρα για να στηρίξουν και να προωθήσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών, προτρέποντας ουσιαστικά τους πολίτες της χώρας, όχι απλά να συμμετέχουν αλλά και να στηρίξουν με τη θετική τους ψήφο το ερώτημα του δημοψηφίσματος, ηττήθηκαν με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι που δεν πρόκειται να «ξεχαστεί» από τους Δυτικούς συμμάχους, όσον αφορά το πολιτικό μέλλον του κ. Ζάεφ.

Σε κάθε περίπτωση, επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι η ύπαρξη και μόνο αυτού του κειμένου της «Συμφωνίας», δημιουργεί καταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, από τις οποίες η χώρας μας δε μένει ανεπηρέαστη.

(photo από την ιστοσελίδα newpost.gr)

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Πολιτικές ακροβασίες

Εάν οι ΑΝ.ΕΛΛ. υλοποιήσουν την υπόσχεση για απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς την κυβέρνηση, πριν το κείμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών έρθει προς κύρωση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, και δεν προκηρυχθούν άμεσα εθνικές εκλογές, αυτό θα σημαίνει πως ο κ. Τσίπρας έχει επιλέξει να συνεργασθεί με το κομμάτι εκείνο της πολιτικής και κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της κατεστημένης και διαχρονικής διαφθοράς, που φέρει ακέραια την ευθύνη για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική πτώχευση της χώρας.

Αυτή όμως η (πιθανή) επιλογή, ακυρώνει στην πράξη έναν εκ των βασικών πυλώνων συνεργασίας του με τους ΑΝ.ΕΛΛ., αλλά και διακαή πόθο της πλειονότητας των Ελλήνων, για την πλήρη διερεύνηση των σκανδάλων και την κάθαρση του πολιτικού (και όχι μόνο) συστήματος της χώρας, από το τμήμα εκείνο της πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ που την οδήγησαν στη σημερινή της κατάσταση, υποθηκεύοντας ουσιαστικά το μέλλον των επόμενων γενεών των Ελλήνων.

Μοναδικός σκοπός, η -με κάθε τρόπο- κύρωση της Συμφωνίας, αλλά και η παραμονή του στην εξουσία για λίγους ακόμη μήνες, με την ελπίδα ότι θα καταφέρει να ανατρέψει τις σημερινές δυσμενείς προβλέψεις, προβάλλοντας το «κοινωνικό» του «πρόσωπο», εις βάρος όμως της εθνικής αξιοπρέπειας χάριν της μελλοντικής οικονομικής «ευρωστίας».

Θα έχει θέσει όμως παράλληλα τις βάσεις, για την αμφισβήτηση της ιστορικής συνέχειας και συνοχής της χώρας, υποθηκεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο έστω και ένα τμήμα της αέναης πολιτιστικής και πολιτισμικής της κληρονομιάς.

Η τελική επιλογή, ήταν και παραμένει πάντα στους πολίτες.

(photo από δημοσίευμα της ιστοσελίδας kathimerini.gr)

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

Επί του πρακτέου

 Η σχετική ελευθερία κινήσεων στις πολιτικές αποφάσεις της ελληνικής κυβέρνησης, μετά την τυπική έξοδο της χώρας με την ολοκλήρωση των προβλέψεων του 3ου μνημονίου, έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την δημοσιονομική πολιτική και τις παρεμβάσεις της στην αγορά εργασίας. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.
Κι εάν το «όπλο» για την εφαρμογή των προβλέψεων του (των) μνημονίου, ήταν οι δανειακές συμβάσεις, η έξοδός μας από αυτό δε σημαίνει ότι εκείνοι που ακόμη επιθυμούν τη συνέχιση της ασφυκτικής εποπτείας της χώρας, με σκοπό το δικό τους κέρδος, μένουν… «άοπλοι».
Τα «νέα όπλα» έχουν και αυτά όνομα και μάλιστα έχουν άμεση σχέση με το προηγούμενο. Λέγονται «Οίκοι Αξιολόγησης» και «Αγορές».
Κι εάν , λόγω ευρώ, δεν ασκούμε κρατική νομισματική πολιτική, εν τούτοις συνεχίζουμε να εκδίδουμε κρατικά ομόλογα.
Η τυπική (λοιπόν) έξοδος της Ελλάδας από την εποχή των μνημονίων, δίνει μεν ένα κίνητρο για μία καινούργια αρχή, αυτό όμως δεν παύει να είναι -κατ’ αρχήν- ψυχολογικό και με καθαρά συμβολικό χαρακτήρα.
Από την άμεση κατάρτιση, κοινή αποδοχή και την -όσο το δυνατόν- ταχύτερη εφαρμογή ενός Ορθολογικού και με μακρόπνοο Στρατηγικό Σχεδιασμό πλάνου πραγματικής και σε στέρεες βάσεις Ανάπτυξης της χώρας, θα μπορέσουμε κάποια στιγμή, στο μέλλον, ν’ αποκτήσουμε και πάλι την Αξιοπρέπεια που δικαιούται να έχει κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνας πολίτης αυτής της χώρας.
Μέχρι τότε… καλόν αγώνα.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Στη Δημοκρατία των χαρακτηρισμών


Αρκεί ένα εξαιρετικά τραγικό γεγονός για να φέρει στην επιφάνεια σκέψεις, λέξεις,  συναισθήματα και πράξεις που η κάθε μία και ο καθένας από εμάς κρύβει καλά μέσα του. Έτσι και με την πρόσφατη πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική. Εκεί όπου το αρχικό σοκ διαδέχθηκε ο θρήνος κι αμέσως μετά -όπως παλιά και με την ίδια ταχύτητα- μια ανενδοίαστη πολιτική κόντρα που διεκδικεί τους ακροατές της μόνο ανάμεσα στους κομματικούς οπαδούς. Αφήνοντας αδιάφορη, εάν όχι εξοργισμένη, τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών.

Διάλογοι που θα διεκδικούσαν άνετα τη θέση τους σ’ ένα ιδιότυπο Θέατρο του Παραλόγου, ζωντανεύουν ξανά μπροστά στα έκπληκτα μάτια, όσων δεν έχουν συνηθίσει στην ποιότητα του πολιτικού διαλόγου που διεξάγεται εδώ και χρόνια στην Ελλάδα. Διάλογοι που θα μπορούσαν επίσης άνετα, να αλλάξουν αντικείμενο ενδιαφέροντος κι από το τραγικό γεγονός του θανάτου δεκάδων συνανθρώπων μας, να αφορούν, αλλάζοντας κάποιες λέξεις, την οικονομία, την εκπαίδευση, την εξωτερική πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη έκφανση  πολιτικής κατεύθυνσης, ιδεολογίας και πρακτικής.

Το μόνο όμως που μένει πλέον ανέπαφο, είναι οι χαρακτηρισμοί.

Όχι εκείνοι που χρησιμοποιούνται στη συνήθη πολιτική αντιπαράθεση, αλλά αυτοί που απευθύνονται ευθέως στο θυμικό των ακροατών της αντιπαράθεσης. Όχι τόσο στον πολιτικό αντίπαλο, αλλά κυρίως στον ψηφοφόρο. Αυτήν ή αυτόν που πρέπει να φοβηθεί, να τρομάξει, να έρθει στην ψυχολογική εκείνη κατάσταση που η λογική του θα δώσει τη θέση της στο συναίσθημα. Και με βάση αυτό το τελευταίο, να επιλέξει και τον δυνάστη του.

Επικίνδυνος, λαϊκιστής, φασίστας, ναζιστής, ακροδεξιός, εθνικιστής και τόσα άλλα, περιοδεύουν στη φρασεολογία της πολιτικής αντιπαράθεσης. Κι αν για μία μερίδα της πρόσφατης πολιτικής πραγματικότητας της χώρας, αυτοί οι χαρακτηρισμοί θα μπορούσαν να έχουν κάποιο νόημα (αν όχι μια σίγουρη τοποθέτηση), στην πλειονότητά τους χρησιμοποιούνται χωρίς φειδώ, απλά και μόνο για να ενεργοποιήσουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, του φόβου και της αποστροφής προς εκείνον ή εκείνους εναντίον των οποίων χρησιμοποιούνται.

Κάπως έτσι, η καθεστηκυία τάξη των διαχρονικά κερδίζοντας τα προς το (ευ) ζην από τη,          -θεσμική πλέον- θέση τους, όχι μόνο στο ελληνικό κοινοβούλιο, αλλά σε όλες τις βαθμίδες εφαρμογής ή/και προώθησης οποιασδήποτε κυβερνητικής πολιτικής, διαχειρίζονται με εκπληκτική επιτυχία τη μάζα (έτσι ίσως μας θεωρούν) των πολιτών. Εκείνων ακριβώς που με περισσή αφέλεια αλλά και οίστρο, όταν κληθούν, θα επιλέξουν και πάλι να στηρίξουν με την ψήφο τους, αυτές και αυτούς που θα τους δώσουν (πχ) την άδεια να χτίσουν στην παραλία.

Κι εάν για κάποιους η επιδίωξη για την κατάληψη (με την πλήρη έννοια του όρου) της εξουσίας, είναι αυτοσκοπός, θα υπάρχουν πάντα κι εκείνοι που η απλή επαφή τους με αυτή, λειτουργεί ως αφροδισιακός ορός που διαχέεται στις φλέβες τους, καταλαμβάνοντας κάθε μόριο της σκέψης τους. 

Κι έτσι, μιμούμενοι τους προέδρους κι αρχηγούς τους, χρησιμοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο των χαρακτηρισμών, για να απευθυνθούν προς τους πολιτικούς τους αντιπάλους (αν όχι εχθρούς!).

Ήταν φυσικό επακόλουθο το σύνολο πλέον του πολιτικού διαλόγου στην Ελλάδα, να περιστρέφεται γύρω από το ποιος ή ποιοι θα βρουν και θα χρησιμοποιήσουν το χειρότερο χαρακτηρισμό εναντίον του κατέχοντος τη θέση εξουσίας που ο ίδιος ή οι ίδιοι διεκδικούν.

Κρατώντας για τους εαυτούς τους την ιδέα του δημοκράτη, του προοδευτικού, εκείνου που γνωρίζει τα πώς, πότε και γιατί, εκείνου που -εντέλει- αν δε σου (πχ) βγάλει την άδεια για την οικοδομή στην παραλία, θα είναι «λιγότερο επικίνδυνος» για την δική σου Δημοκρατία.

Κι ίσως αυτό τελικά να είναι το ζήτημα.

Η «δική μας» Δημοκρατία. Η συλλογική εκείνη έννοια που δημιουργείται από τη σύνθεση των μικρών και απόλυτα διαστρεβλωμένων σκέψεων, ιδεών κι επιδιώξεων που έχει η κάθε μία κι ο καθένας από εμάς, για τον τρόπο λειτουργίας αυτού του πολιτεύματος.
Και κάπου εδώ, ο φαύλος κύκλος της ευθύνης ξεκινά.

Γιατί, ποιος ή ποιοι άλλοι μπορούν να είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία μιας ορθά νοούμενης και λειτουργούσας Δημοκρατίας, εάν όχι εκείνοι που με τις αποφάσεις τους, κυρίως σε θέματα Παιδείας, από την βρεφική ακόμη ηλικία, σφυρηλατούν τους αυριανούς εκλέκτορές τους; Και ποιος ή ποιοι αλήθεια θα θυσιάσουν στον βωμό της λογικής, το δικό τους προσωπικό συμφέρον, απεμπολώντας δια παντός το στρεβλά εννοούμενο δικαίωμά τους να χαρακτηρίζουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, τροφοδοτώντας το θυμικό των κομματικών τους οπαδών;

Φοβάμαι ότι στη σημερινή Δημοκρατία των χαρακτηρισμών, οι Ιφιγένειες έχουν ήδη θυσιαστεί, και κανένας ούριος άνεμος δεν πρόκειται ποτέ να φυσήξει.