Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Στόχος τους, η «Εμπιστοσύνη»

Την 1η Μαρτίου που μας πέρασε, στο άρθρο με τίτλο «Κερδίσαμε ;» έγραφα ότι « … η νέα ελληνική κυβέρνηση, στο άμεσο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να «διαλέξει τις θέσεις μάχης της» και ποιοι θα είναι απέναντί της. Το σενάριο μιας  -κατ’ αρχήν- «βελούδινης σύγκρουσης» με τους «εταίρους» και δανειστές μας είναι υπαρκτό, αλλά δεν  πρόκειται να μείνει εκεί», προσπαθώντας να δώσω το «στίγμα» όσων πρόκειται να συμβούν στο άμεσα προσεχές μέλλον.

Ένα ακριβώς μήνα πριν, την 1η Φεβρουαρίου σε άρθρο με τίτλο «Μια κυνική ομολογία ;», είχα επισημάνει ότι η δημόσια δήλωση του κ. Σουλτς ότι θα προτιμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να είχε συνεργαστεί με «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ» και όχι με τους Ανεξάρτητους Έλληνες για το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, ουσιαστικά σηματοδοτούσε « … την αρχή (ίσως) μιας υπόγειας προσπάθειας για τη διάλυση αυτής της κυβερνητικής συνεργασίας, η οποία δε βολεύει με τίποτε, τόσο τους εγχώριους όσο και τους εκτός Ελλάδος διαχρονικά ωφελούμενους, από τις πολιτικές αποφάσεις των πολιτικών ταγών της χώρας. Μία προσπάθεια που, κατά τη γνώμη μου, ίσως κατευθυνθεί προσπαθώντας να βρει ευήκοα ώτα, όσο περίεργο κι αν ακουστεί σε κάποιους, κυρίως προς την (λεγόμενη) αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, παροτρύνοντας τους εκφραστές της στη σκλήρυνση της στάσης τους, όσον αφορά τις θέσεις και ιδέες τους, με τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμφωνήσουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες».

Συνδυάζοντας κανείς τις δύο πάνω παρατηρήσεις, και με δεδομένο μέχρι σήμερα ότι με τις κατάλληλες και αναγκαίες για την κυβερνητική σταθερότητα εσωτερικές πολιτικές αποφάσεις ισορροπίας, τόσο από πλευράς του ΣΥΡΙΖΑ αλλά κυρίως των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, με στόχο την διατήρηση του άκρως απαραίτητου κλίματος εμπιστοσύνης προς τη νέα κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και την μετάδοση του «μηνύματος» προς τους «εταίρους» και δανειστές μας, πως η κυβέρνηση αυτή διαθέτει εκτός της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού, το απαραίτητο εκείνο κύρος και αξιοπιστία που την εδραιώνουν πολιτικά, η στόχευση όσων αντιδρούν στη νέα πολιτική ανάταξης όχι μόνο της οικονομίας, αλλά και της εθνικής αξιοπρέπειας της Ελλάδας μέσω της «εκμετάλλευσης» ΚΑΙ του γεωπολιτικού της ρόλου, έχει πλέον αλλάξει.

Κατανοώντας, οι «εταίροι» μας, ότι μία ανατροπή της παρούσας κυβερνητικής συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι άμεσα εφικτή, έχουν ρίξει όλο το βάρος της πίεσής τους στην προσπάθεια δημιουργίας ενός κλίματος εσωτερικής αστάθειας, με τον ίδιο ακριβώς όμως πραγματικό στόχο. Την προσπάθεια αλλαγής -σταδιακά αυτή τη φορά- της πολιτικής ατζέντας της (όποιας) κυβέρνησης υπάρχει στην Ελλάδα.

Και πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ;
Με τη δοκιμασμένη τεχνική της «πίεσης μέχρι να υποκύψει το θύμα».
Μοχλός φυσικά της πίεσης, η οικονομική αδυναμία της χώρας να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των δανειστών της.

Πρόθυμοι εκφραστές, και για τα δικά του συμφέροντα ο καθένας, τόσο οι θεσμικοί και όχι εκπρόσωποί τους και, επίσης φυσικά, κεντρικά ΜΜΕ τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού.
Δημοσιεύματα επί δημοσιευμάτων για την «επικείμενη πτώχευση της Ελλάδας», το «επικείμενο Grexit» ή «Graccident» που επρόκειτο να συμβεί από μέρα σε μέρα ή από εβδομάδα σε εβδομάδα, που όλο και αναβαλλόταν !

Δηλώσεις επί δηλώσεων για τον «κίνδυνο να μην καταβληθούν μισθοί και συντάξεις», για το ότι «οι τράπεζες μένουν από ρευστό» και φυσικά για το ότι οι «εταίροι» μας έχουν ήδη επεξεργασθεί σενάρια για την έξοδο της χώρας από το ευρώ, που αυτοδιαψεύδονταν τόσο από τους ίδιους όσο και από την πραγματικότητα !

Αποτέλεσμα όλων αυτών ;

Το μήνυμα του φόβου και της ανασφάλειας σταδιακά επανέρχεται στην ελληνική κοινωνία. Η εμπιστοσύνη προς τη νέα κυβέρνηση σταδιακά φθείρεται.

 Επόμενο βήμα, η πρόκληση εσωτερικών αναταραχών, σε περίπτωση που τελικά επιμείνουμε στην «αδιάλλακτη» κατ’ αυτούς στάση μας. Αναταραχών και επεισοδίων που τα πρώτα τους δείγματα είδαμε στις οθόνες των τηλεοράσεών μας, στις συνήθεις περιοχές της Αθήνας, για άλλους φυσικά λόγους. Επεισόδια που θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα, εάν εκείνοι που τα προκαλούσαν αντιμετωπίζονταν με την πρακτική της καταστολής. Κάτι που ευτυχώς δεν έγινε.

Με ποιο τρόπο λοιπόν μπορεί να πιεσθεί η κυβέρνηση να αλλάξει την διακηρυγμένη πολιτική της ;

Μοναδικός τρόπος, η ταύτισή της στη συλλογική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, με τις εφαρμοσμένες μνημονιακές πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων, μέσω της λήψης μέτρων που θα παραπέμπουν ευθέως σε αυτές, όπως πχ η συνέχιση της καταβολής του ΕΝΦΙΑ, η επιβολή ειδικών εισφορών σε επαγγελματικές ομάδες, η αναβολή μέτρων οικονομικής ανακούφισης των Ελλήνων κλπ.

Μόνο έτσι, και με την κατάλληλη κάθε φορά καθοδήγηση, μία συντονισμένη αντίδραση υπό τη μορφή μαζικών διαδηλώσεων θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική ή, φυσικά, να προσφύγει και πάλι στις κάλπες με τη διεξαγωγή εθνικών εκλογών ή δημοψηφίσματος.

Αυτός είναι και ο λόγος που (κατά την καθαρά προσωπική μου γνώμη) τα σενάρια εκλογών ή δημοψηφίσματος, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, στην πραγματικότητα εκπορεύονται από τα ίδια ακριβώς κέντρα εξουσίας που επιθυμούν την αλλαγή πολιτικής στην Ελλάδα.

Και εξηγούμαι.

Σε οποιοδήποτε σενάριο διεξαγωγής εκλογών ή δημοψηφίσματος, μέσα σε ένα ήδη φορτισμένο και άκρως κατευθυνόμενο κλίμα φόβου και ανασφάλειας στην Ελλάδα, το οποίο φυσικά θα ενταθεί κατά την περίοδο αμέσως πριν τη διεξαγωγή τους, είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε μείωση της εκλογικής επιρροής ή της αξιοπιστίας των κυβερνώντων κομμάτων και -κατ’ επέκταση- στην αλλαγή πολιτικής στη χώρα, μέσω είτε της δημιουργίας μιας πειθήνιας κυβέρνησης με διαφορετικούς εταίρους, είτε την επικράτηση του φόβου που θα εκφρασθεί ως δημοψηφισματική εντολή για αλλαγή των πολιτικών αποφάσεων, προς μία πιο υποχωρητική στάση απέναντι στους «εταίρους», κάτι που ουσιαστικά θα σημάνει την ολική αλλαγή της πορείας της χώρας, από την πραγματική ανάπτυξη σε εκείνη υπό την απόλυτη δέσμευση και εκμετάλλευσή της για τα επόμενα χρόνια.

Μοναδική «έξοδος διαφυγής» από τον ως άνω σχεδιασμό και την άκρως εκβιαστική πολιτική που ασκούν οι «εταίροι» μας, είναι η εκδήλωση της απόλυτης εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση.

Εκεί και θα πρέπει να στοχεύει κάθε επόμενη ενέργεια της παρούσας κυβέρνησης.

Μιας εμπιστοσύνης που, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ήταν και συνεχίζει να είναι το ισχυρότερο «όπλο» στα χέρια της. Μιας εμπιστοσύνης που η καταρράκωσή της έχει γίνει ο Νο 1 στόχος των δανειστών μας, από την πρώτη ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της.
Μιας εμπιστοσύνης που θα πρέπει να συνεχίσει να απολαμβάνει η συγκυβέρνηση εθνικής σωτηρίας των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μέχρι την πραγματική εκπλήρωση των διακηρυγμένων εδώ και χρόνια στόχων της.


Της πραγματικής ανάταξης της εθνικής οικονομίας και αξιοπρέπειας, μέσω της συνολικής εφαρμογής ενός διακηρυγμένου, τόσο από το ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τους Ανεξάρτητους Έλληνες,  Στρατηγικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ Κ.ΔΑΜΑΒΟΛΙΤΗ & Ν.ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ «ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ»


Με πολλά προβλήματα συνεχίζεται το πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών «Εξοικονόμηση κατ’ οίκον», το οποίο έχει κολλήσει εξαιτίας της έλλειψης κονδυλίων, αλλά και της ελληνικής γραφειοκρατίας.

Μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί ο προηγούμενος κύκλος του προγράμματος, αφού 10.000 νοικοκυριά δεν έχουν λάβει τα χρήματα που δικαιούνται με συνέπεια να αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας πολλοί από τους 30.000 επαγγελματίες που υλοποίησαν το πρόγραμμα.

Ωστόσο, το ενδιαφέρον για ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών παραμένει ισχυρό, αφορά χιλιάδες νοικοκυριά, με τις ερωτήσεις από ενδιαφερόμενους για το πότε θα ξεκινήσει η ένταξη στο νέο πρόγραμμα να είναι συνεχείς.

Με την κατάθεση της υπ’ αριθμ. Πρ. 2112 Ερώτησης, οι βουλευτές των ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ κ.κ. Κώστας Δαμαβολίτης και Νικόλαος Νικολόπουλος, με βάση ενημερωτικό κείμενο του πολιτευτή Καβάλας του κινήματος κ. Γ. Τσακίρη, ζητούν την άμεση εφαρμογή του προγράμματος που θα αποτελέσει και τη μοναδική τόνωση σε μια οικοδομική δραστηριότητα, η οποία έχει πληγεί ανεπανόρθωτα τα τελευταία χρόνια της κρίσης που μαστίζει τη χώρα.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Ερώτησης:



ΕΡΩΤΗΣΗ

ΠΡΟΣ: ΥΠΟΥΡΓΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ KAI ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

ΘΕΜΑ « Συνέχιση ή διακοπή του Προγράμματος «Εξοικονόμηση κατ’ οίκον»;

Κύριε Υπουργέ,

Το ενδιαφέρον για ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών παραμένει ισχυρό, αφορά χιλιάδες νοικοκυριά, με τις ερωτήσεις από ενδιαφερόμενους για το πότε θα ξεκινήσει η ένταξη στο νέο πρόγραμμα να είναι συνεχείς.

Η εφαρμογή του προγράμματος αποτέλεσε και αποτελεί τη μοναδική τόνωση σε μία οικοδομική δραστηριότητα, η οποία έχει πληγεί πιθανόν ανεπανόρθωτα στα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, καταβαραθρώνοντας έναν κύκλο εργασιών με κρίσιμα και άμεσα οφέλη για την Ελληνική οικονομία.

Καθότι είναι γνωστό, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ωφελούμενων του προγράμματος, με ήδη εγκεκριμένες αιτήσεις στις συνεργαζόμενες τράπεζες οι οποίες δεν «προχωρούν» λόγω της έλλειψης πόρων, είτε του ίδιου του προγράμματος, είτε ακόμη και του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ειδικότερα δε και όσον αφορά την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, και σύμφωνα με την από 10/11/2014 απάντηση με αρ. πρωτ. 3581 β του πρώην υπουργού κ. Μανιάτη, στην οποία επισυνάπτεται το υπ. αρ. πρωτ. Φ4.1/2504/5.11.2014 έγγραφο της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού καιΕφαρμογής Δράσεων στους τομείς Ενέργειας, Φυσικού Πλούτου καιΚλιματικής Αλλαγής (ΕΥΣΕΔ-ΕΝ/ΚΑ) /ΥΠΕΚΑ, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «Τα διαθέσιμα κονδύλια του Προγράμματος «Εξοικονόμηση κατ’ Οίκον» για νέες εντάξεις ωφελουμένων στο ΕΠΑΝ ΙΙ και κατά συνέπεια και στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, έχουν εξαντληθεί από τις αρχές του 2014.

Στο υφιστάμενο Πρόγραμμα δεν υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς κονδυλίων για την κάλυψη των αναγκών της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης από άλλους άξονες του ΠΕΠ Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, καθώς η χρηματοδότηση της δράσης για την Περιφέρεια γίνεται από πόρους του ΕΠΑΝ ΙΙ. Ως  εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να ενταχθούν στο Πρόγραμμα, νέες αιτήσεις ωφελουμένων». 

Αναγνωρίζοντας το τεράστιο πρόβλημα που δημιουργείται, η ίδια υπηρεσία και στο ίδιο ως άνω έγγραφό της, συνεχίζοντας, αναφέρει ότι τα πρώην υπουργεία ΥΠΕΚΑ και ΥΠΑΝ συνεργαζόμενα « …μεριμνούν για την ομαλή μετάβαση του Προγράμματος «Εξοικονόμηση κατ’ Οίκον» στη νέα Προγραμματική Περίοδο 2014-2020 και τη συνέχιση της επιτυχούς υλοποίησής του, προκειμένου όλες οι εκκρεμούσες αιτήσεις, να προχωρήσουν και τελικά να υλοποιηθούν» σημειώνοντας παράλληλα ότι « … οι εκκρεμούσες αιτήσεις των ωφελούμενων δεν ακυρώνονται αλλά παραμένουν σε αναμονή στην ΕΤΕΑΝ ΑΕ, προκειμένου να προωθηθούν στο νέο Πρόγραμμα …».

Επιπρόσθετα, οφείλουμε να επισημάνουμε μεγάλες καθυστερήσεις σε πληρωμές αιτήσεων στην Περιφέρεια της Κρήτης, με περιπτώσεις να εκκρεμούν από το 2012, ενώ με βάση και την εμπειρία του προγράμματος, απαιτούνται κατά μέσον όρο 10 μήνες από την ημέρα έγκρισης μιας αίτησης μέχρι και την αποπληρωμή του προμηθευτή των υλικών και των συνεργείων.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι, το πρόγραμμα «Εξοικονομώ κατ’ οίκον» δεν έχει ενταχθεί στα πλαίσια της νέας προγραμματικής περιόδου ΕΣΠΑ (ΣΕΣ) 2014-2020, τις χιλιάδες αιτήσεις που βρίσκονται σε αναμονή της υπαγωγής τους στα πλαίσια του ΕΣΠΑ 2007-2013, καθώς και όλα τα ανωτέρω.

Ερωτάσθε κ. Υπουργέ:

1. Αποτελεί προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης η ενεργειακή αναβάθμιση και αποδοτικότητα των κτιρίων της χώρας μέσω και του Προγράμματος «Εξοικονόμηση κατ’ Οίκων» ή άλλου αντίστοιχου νέου Προγράμματος;
2. Καθότι το υψηλό ενεργειακό κόστος αποτελεί σοβαρό κίνητρο για εξοικονόμηση ενέργειας και αυτό το κριτήριο αποτελεί μέρος της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής, και με δεδομένο ότι οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων και κυρίως του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ρυθμίζονται από την αγορά, σε ποιες άμεσες ενέργειες προτίθεσθε να προβείτε για την επανεκκίνηση και εφαρμογή προγραμμάτων ενεργειακής αποδοτικότητας (όπως το Πρόγραμμα «Εξοικονόμηση κατ’ Οίκον»), που αποδεδειγμένα έχουν την δυνατότητα εξοικονόμησης μερικών δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως για τη χώρα από την μείωση εισαγωγής καυσίμων;
3. Σε ποιες επίσης άμεσες ενέργειες προτίθεσθε να προβείτε ώστε να μηδενισθούν οι μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές κατά την εφαρμογή του ήδη υφιστάμενου Προγράμματος «Εξοικονόμηση κατ’ Οίκον», οι οποίες στερούν πολύτιμη ρευστότητα από την αγορά και έχουν φέρει σε απόγνωση ένα πλήθος εμπλεκομένων του οικοδομικού και Τεχνικού τομέα;

Οι ερωτώντες βουλευτές

Κωνσταντίνος Δαμαβολίτης


Νικόλαος Νικολόπουλος

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Η Νέα προσπάθεια ηγεμονισμού της Γερμανίας

«Το 1882 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη η πρώτη, μετά το 1839, γερμανική στρατιωτική αποστολή για την αναδιοργάνωση του ηττημένου (1878) σουλτανικού στρατού … Μαζί με τη στρατιωτική αποστολή, το 1882, εγκαταστάθηκε και η γερμανική τράπεζα Deutsche Bank, η οποία αγόρασε τα δικαιώματα για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Νικομήδειας – Άγκυρας … Η Μικρά Ασία έγινε το σημαντικότερο πεδίο δράσης του γερμανικού κεφαλαίου με κινητήρια δύναμη τη γερμανική τράπεζα, η οποία καθόριζε και τη γερμανική οικονομική πολιτική στην Ανατολή» [1]

«Οι συμμετέχοντες στη διάσκεψη της Μεσίνας (Ιούνιος 1955) ήταν οι έξι χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα & Χάλυβα, καθώς και κάποιος (κατώτερης βαθμίδας) Βρετανός «παρατηρητής» … Ύστερα από τη Μεσίνα, οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν σε μια διεθνή επιτροπή σχεδιασμού, υπό την προεδρία του Πωλ Ανρί Σπάακ (υπουργό εξωτερικών του Βελγίου), η οποία είχε ως καθήκον να υποβάλει προτάσεις για μια πιο ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή οικονομία, μια «κοινή αγορά» … Μέχρι το Νοέμβριο του 1955, οι Βρετανοί είχαν αποχωρήσει από τις συζητήσεις, τρομαγμένοι από την προοπτική να δημιουργηθεί ακριβώς εκείνο το είδος της προ-ομοσπονδιακής Ευρώπης που πάντα υποψιαζόταν …  Το Μάρτιο του 1956 η Επιτροπή Σπάακ υπέβαλε έκθεση με επίσημη πρόταση τη συγκρότηση μιας Κοινής Αγοράς … Όπως παρατηρούσε σε απόρρητη έκθεσή της μια βρετανική κυβερνητική επιτροπή, μόλις μερικές εβδομάδες πριν τη δημοσιοποίηση των προτάσεων Σπάακ « Αν οι δυνάμεις της Μεσίνας επιτύχουν την οικονομική ολοκλήρωση χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο, αυτό θα σημαίνει γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη» … Η νεότευκτη Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα εξαρτιόταν απολύτως για την ασφάλειά της από τις αμερικανικές εγγυήσεις, χωρίς τις οποίες τα μέλη της δε θα μπορούσαν να επιχειρήσουν την οικονομική τους ολοκλήρωση, δίχως να ανησυχούν καθόλου για την κοινή άμυνά τους» [2]

 Αν και τα δύο γεγονότα χωρίζουν 74 χρόνια και –κυρίως – δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, εν τούτοις αποτελούν πρόσφατα ιστορικά παραδείγματα ενός οικονομικού πολέμου ο οποίος ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει. Ενός οικονομικού πολέμου που ουσιαστικά κινεί και κατευθύνει την παγκόσμια ιστορία, εάν δε τη συγγράφει κιόλας, μέσω των κάθε φορά εμφανών και αφανών πρωταγωνιστών του.
Ειδικότερα δε, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της γερμανικής νοοτροπίας που ίσως δεν ξέφυγε ποτέ από  την «… βασική φιλοσοφία του μπισμαρκικού ευρωπαϊκού συστήματος (που) ήταν να δημιουργήσει ένα "δίχτυ" στο οποίο θα εγκλωβίζονταν όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, ώστε καμία να μην μπορεί να αυτονομηθεί και να απειλήσει το status quo» [3]

Και είναι πιθανό, αυτό ακριβώς το, μπισμαρκικής-Πρωσικής έμπνευσης του 19ου αιώνα, «δίχτυ εγκλωβισμού των ευρωπαϊκών δυνάμεων» με σκοπό τη δημιουργία ενός καθαρά γερμανικού «ευρωπαϊκού συστήματος» (γιατί έτσι εξασφαλιζόταν η γερμανική υπεροχή στην ήπειρο), να κατεύθυνε και τις πολιτικές αποφάσεις των ηγετών της Γερμανίας που ακολούθησαν, με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, τόσο για την Ευρώπη, όσο και γενικότερα για όλο τον κόσμο.
 Αυτό που δεν κατάφεραν (για να πάρουμε την γνωστή πλευρά της ιστορίας) να κατανοήσουν οι «διάδοχοι» του Μπίσμαρκ, που με διπλωματική μαεστρία και προνοητικότητα, είχε αποφύγει ο Πρώσος ηγέτης και οραματιστής της ενοποιημένης Γερμανίας, ήταν ότι δεν επιδίωξε ισχυρό πολεμικό στόλο ή αποικιακή αυτοκρατορία, για να μην προκαλέσει την τότε μεγάλη ακόμη δύναμη και αντίπαλο δέος της εποχής (από μία σταδιακά πλέον παρακμάζουσα πολιτικά και στρατιωτικά Γαλλία), τη Μεγάλη Βρετανία.

Εγκλωβισμένοι αρχικά στο δόγμα του ίδιου «Πάντα να προσπαθείς να είσαι ο ένας από τους τρεις σε έναν κόσμο πέντε δυνάμεων», ανέτρεψαν τις λεπτές ισορροπίες ισχύος και ζωνών επιρροής, προσπαθώντας να επιβάλουν με κάθε τρόπο (στρατιωτικό, οικονομικό ή άλλο) την ηγεμονική τους παρουσία, τουλάχιστον στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, ερχόμενοι σε σύγκρουση με ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία αλλά και τη διάδοχο της τελευταίας στην παγκόσμια πολιτική σκηνή μετά το ΒΠΠ, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Με το τέλος του ΒΠΠ, έγινε σταδιακά κατανοητό από τους σύγχρονους ηγέτες της Γερμανίας του 20ου και 21ου αιώνα, ότι το «νέο μέσο επιβολής» της «γνώμης» ενός κράτους, δεν ήταν άλλο από την οικονομική ισχύ. Η μόνη άλλωστε δύναμη που σε κάθε σχεδόν επίπεδο, σίγουρα όμως στο οικονομικό, βγήκε «κερδισμένη» από τη μεγαλύτερη στη σύγχρονη ιστορία (από πλευράς τουλάχιστον των εμπλεκομένων δυνάμεων) πολεμική σύγκρουση, δεν ήταν άλλη από τις ΗΠΑ.
Κατά συνέπεια, δε θα μπορούσε οποιαδήποτε σύγχρονη γερμανική ηγεσία, να μη λάβει υπ’ όψιν της τη νέα αυτή πραγματικότητα.

Στα πρώτα (και ανανεωμένα) της όνειρα για την ανασύσταση (εν καιρώ) μιας νέας γερμανικής υπεροχής, με αρωγό και ίσως αφανή συμπαραστάτη ένα παγκόσμιο οικονομικό κατεστημένο που, μπορεί να έλκει τις ρίζες του από την ευρωπαϊκή ήπειρο, βρήκε όμως εύφορο έδαφος στην πέραν του Ατλαντικού και ελεύθερη από ηθικούς οικονομικούς φραγμούς (λόγω δομικών στοιχείων της κοινωνίας της ) υπερδύναμη, η γερμανική ηγεμονική νοοτροπία, έστω και προσδεδεμένη με έναν αόρατο αραχνοΰφαντο ιστό, στο «άρμα» των ΗΠΑ, είναι πιθανό να αναγεννά εκείνο το «δίχτυ εγκλωβισμού των ευρωπαϊκών δυνάμεων» για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω.

Αυτό όμως που, «τυφλωμένη» ίσως από την ζωτική της επιθυμία να κυβερνήσει την Ευρώπη, δεν έχει υπολογίσει η νέα γερμανική ηγεσία, όσο παράξενο κι αν φαίνεται κάτι τέτοιο, είναι η παγκοσμιοποιημένη πλέον οικονομία μέσα στην οποία θέλει να λειτουργήσει, λαμβάνοντας θέση «μεγάλου παίκτη».

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την έκθεση του National Intelligence Council (NIC) των ΗΠΑ, από τον Δεκέμβριο του 2000, με τίτλο «Παγκόσμιες Τάσεις 2015», στην οποία η CIA αναφέρει ότι «Η πλημμυρίδα της παγκόσμιας οικονομίας, θα δώσει πολλούς νικητές, αλλά δεν θα τραβήξει όλες τις «βάρκες». Θα προκαλέσει συγκρούσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, επιβεβαιώνοντας ακόμη περισσότερο το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των περιφερειακών νικητών και των χαμένων που ισχύει σήμερα. Η εξέλιξη της [παγκοσμιοποίησης] θα είναι γεμάτη εμπόδια, θα στιγματιστεί από χρόνια οικονομική αστάθεια και διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων. Περιφέρειες, χώρες και ομάδες που αισθάνονται ότι έχουν μείνει πίσω, θα αντιμετωπίσουν βαθιά οικονομική στασιμότητα, πολιτική αστάθεια και πολιτική αποξένωση. Θα υποθάλψουν πολιτικό, εθνικό, ιδεολογικό και θρησκευτικό φανατισμό, μαζί με τη βία που συχνά των συνοδεύει» [4], είναι περισσότερο από εμφανές ότι η ίδια πλέον η Γερμανία βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί, κυρίως όσον αφορά τις γεωπολιτικές αναταράξεις (και πιθανές ανακατατάξεις) που προκαλούνται, κάθε φορά που η ίδια πιέζει τις καταστάσεις, μη λαμβάνοντας (ίσως) σοβαρά υπ’ όψιν της τα, πέραν της οικονομικής πολιτικής, αποτελέσματα των αποφάσεών της.

Όλ’ αυτά βεβαίως, βασισμένα στην παραδοχή ότι οι σύγχρονοι εκφραστές των αποφάσεων αυτών, έλκουν την πολιτική «καταγωγή» τους, από τη χώρα την οποία εκπροσωπούν, και δεν αντιδρούν απλά όταν ο «αόρατος» εκείνος «αραχνοΰφαντος ιστός», πάλλεται κάθε φορά μετά από τα αδιόρατα αγγίγματα τους παγκόσμιου οικονομικού κατεστημένου.

Εάν λοιπόν δεν πρόκειται για μία απλή επανάληψη της πρόσφατης ιστορίας, είναι αδήριτη ανάγκη να γίνει άμεσα κατανοητό απ’ όλους ότι «… οι άσχημοι απόγονοι του χρέους – φτώχεια, ανισότητα, αδικία – χρησιμοποιούνται προκειμένου να δικαιολογηθούν, ακόμη και να νομιμοποιηθούν, δράσεις ειδεχθούς βιαιότητας» [4], ώστε να μην επαληθευθεί (για δεύτερη φορά) η ρήση του Τζον Μέιναρντ Κέινς, όταν κατέγραφε με πάθος την εναντίωσή του στη Συνθήκη των Βερσαλλιών που έβαζε τέλος στον ΑΠΠ, «Τολμώ να προβλέψω πως η εκδίκηση δε θα αργήσει» [5]

Μία «εκδίκηση» που ίσως (και κάθε φορά) ήταν καλά σχεδιασμένη να έλθει, ως φυσικό αποτέλεσμα «λανθασμένων» πολιτικών αποφάσεων.


Βιβλιογραφία
[1] Κ.Ε. Φωτιάδη «Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», Α’ τόμος
[2] T. Judt «Postwar – A history of Europe since 1945»
[3] Π. Τσακαλογιάννης «Σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ιστορία» Α' Τόμος
[4] N. Hertz «The debt threat. How debt is destroying the developing world»

[5] J.M. Keynes «The economic consequences of the peace» 

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Δελτίο Τύπου για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

194 χρόνια πριν, μια χούφτα αποφασισμένοι Έλληνες, με την ευλογία της Υπεραγίας Θεοτόκου και κάτω από ένα λάβαρο με τη φράση «Ελευθερία ή Θάνατος», ρίχτηκαν «ψυχή τε και σώματι», στον απελευθερωτικό αγώνα του Έθνους.

Κι όπως χρόνια αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου του 1838, ο Θ. Κολοκοτρώνης στην ομιλία του στην Πνύκα προς τους μαθητές του Γυμνασίου ανέφερε «Όταν αποφασήσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά, ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας …», έτσι και σήμερα, που μια νέα προσπάθεια αγωνίζεται να βρει «τα πατήματά» της, μέσα σ’ ένα αντίξοο, από κάθε σχεδόν άποψη, περιβάλλον, σε μια ρημαγμένη από την ύφεση ελληνική κοινωνία, σε μια άνευ προηγουμένου, σε χρόνια ειρήνης, ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει τη χώρα, η εθνική ομοψυχία πρέπει και πάλι «ως μια βροχή» να «πέσει» σε όλους μας, δίνοντας ξεκάθαρο το μήνυμα της ενότητας των Ελλήνων.

Της ενότητας που μπορεί ν’ αποκαταστήσει την πληγείσα υπερηφάνεια κι αξιοπρέπεια κάθε Έλληνα, κάθε Ελληνίδας.
Της ενότητας που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα, σε νέους ορίζοντες.


Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

«Κερδίσαμε ;»

Έχοντας πλέον ως δεδομένα, τόσο το έγγραφο της «μη διαφωνίας» του Eurogroup της Παρασκευής 20/2, όσο και αυτό της (επονομαζόμενης) «λίστας Βαρουφάκη» που εγκρίθηκε από το ίδιο αυτό σώμα την Τρίτη 24/2, είναι ίσως καιρός να προσεγγίσει κανείς, όσο πιο ψύχραιμα και αναλυτικά του επιτρέπουν οι γνώσεις αλλά και ο … χαρακτήρας του, τις ως άνω εξελίξεις.

Θα πρέπει κατ’ αρχήν να επισημάνουμε ότι και τα δύο αυτά κείμενα ακολουθούν την ίδια ακριβώς τακτική της «δημιουργικής ασάφειας», με άλλα λόγια … διαβάζοντάς τα κανείς μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα που ο ίδιος επιθυμεί, τον «συμφέρουν» ή του επιτρέπουν να τα παρουσιάσει στο κοινό του με τρόπο που δε θα ανατρέπει τις γενικές πολιτικές του (ή όποιες άλλες) δεσμεύσεις.

Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι είναι η πρώτη ίσως φορά που στα δύο αυτά κείμενα, δεν υπάρχει καμία απολύτως σαφής δέσμευση, καμία απολύτως αναφορά σε αριθμούς, πίνακες ή όποια άλλα τέτοια στοιχεία ή εκφράσεις ήταν συνηθισμένοι να διαβάζουν, εγκρίνουν ή απορρίπτουν οι τεχνοκράτες υπουργοί οικονομικών του Eurogroup. Κι όμως … τα ενέκριναν.

Δε θα πρέπει να διαφεύγει της αντίληψής μας επίσης ότι, έως το τέλος του 2015, η χώρα μας, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, καλείται να πληρώσει προς τους πιστωτές της τόκους και χρεολύσια που ξεπερνούν τα 29 δις ευρώ !

Με βάση τα παραπάνω, και με το σκεπτικό ότι αυτά θεωρούνται δεκτά, ας προσπαθήσουμε να «δούμε» ποιες μπορεί να είναι οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη χώρα μας, λαμβάνοντας όμως παράλληλα υπ’ όψιν ότι οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να «ειδωθούν» ανεξάρτητα από ότι συμβαίνει, ή δυνητικά μπορεί να συμβεί, σε μία αρκετά πιο ευρεία περιοχή, που περιλαμβάνει τόσο την Ουκρανία, όσο και χώρες στην Β. Αφρική, τη Συρία και γενικότερα την περιοχή της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.

Ξεκινώντας από το ότι η «δημιουργική ασάφεια» σε ένα κείμενο, μπορεί μεν να δίνει την ευχέρεια ερμηνείας του κατά το δοκούν από εκείνους που το διαβάζουν, και θα πρέπει στη συνέχεια να το εξηγήσουν, στην πραγματικότητα όμως απλά παρατείνει στο σχετικά άμεσο μέλλον την αδήριτη ανάγκη της πλήρους εξήγησής του, σε συμφωνία και αγαστή συνεργασία μάλιστα όσων το έχουν υπογράψει. Το μόνο λοιπόν που προσφέρει στην παρούσα φάση η ασάφεια των όρων, των λέξεων και των προτάσεων των κειμένων του Eurogroup, είναι η δημιουργία ενός «κενού χρόνου», μιας … «ανακωχής» θα έλεγε κανείς, μέχρις ότου ο καθένας από τους υπογράφοντες κληθεί εκ των πραγμάτων να έρθει και πάλι στο σημείο της αντιπαράθεσης, που προϋπήρχε της υπογραφής τους. Θετικό μπορεί να χαρακτηρισθεί το γεγονός ότι για πρώτη φορά, τόσο ασαφή κείμενα τυγχάνουν της έγκρισης των Ευρωπαίων εταίρων μας και μάλιστα σε καθαρά τεχνοκρατικό επίπεδο, όπως αυτό των υπουργών οικονομικών των χωρών μελών της Ευρωζώνης. Θετικό επίσης και το γεγονός ότι αυτός ο «κενός χρόνος» μπορεί εκμεταλλευθεί από την ελληνική κυβέρνηση ώστε, βασιζόμενη στην ανωτέρω ασάφεια των όρων, προβεί στις πολιτικές και νομοθετικές εκείνες ενέργειες που θα ενισχύσουν τόσο το διαπραγματευτικό, όσο και το πολιτικό αλλά και  με κοινωνικό προσανατολισμό προφίλ της. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι ενέργειες αυτές να μην δημιουργήσουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, εντός του οποίου η ίδια θα κληθεί να λειτουργήσει σε λίγους μήνες.

Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση, στο άμεσο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να «διαλέξει τις θέσεις μάχης της» και ποιοι θα είναι απέναντί της. Το σενάριο μιας  -κατ’ αρχήν- «βελούδινης σύγκρουσης» με τους «εταίρους» και δανειστές μας είναι υπαρκτό, αλλά δεν  πρόκειται να μείνει εκεί.
Λεπτές σίγουρα οι ισορροπίες και δύσκολες οι αποφάσεις.

Ούτως ή άλλως, η προσωρινή απουσία αριθμών, πινάκων (ή ότι άλλο) σημαίνει απλά ότι θα έρθει η στιγμή που αυτά θα πρέπει να παρουσιασθούν. Όσες αντιρρήσεις και αν μπορεί να φέρει κανείς σε αυτό, αποτελεί μία πραγματικότητα την οποία αποδεχθήκαμε εντασσόμενοι σε μία ευρύτερη νομισματική (και όχι - ακόμη ; - οικονομική) «συμμαχία» κρατών.

Το ζήτημα της ηγεμονικής στάσης της Γερμανίας μέσα σε αυτή τη «συμμαχία», δεν είναι καινούργιο, ούτε κάτι που δεν γνωρίζαμε, ακόμη και όταν αυτή η νομισματική «συμμαχία» δεν υπήρχε καν. Την ίδια στάση άλλωστε κρατά η χώρα αυτή και στο επίπεδο των πολιτικών αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μία στάση που οδηγεί σε αποφάσεις που προκαλούν την έντονη αντίδραση όλο και περισσότερων πολιτών σε αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και όχι μόνο), οι οποίοι τελικά εκφράζουν την αντίδρασή τους αυτή, είτε επιλέγοντας να στηρίξουν με την ψήφο τους καινοφανείς πολιτικούς σχηματισμούς που η βασική ρητορική τους εδράζεται κυρίως στην άμεση και ολική ανατροπή των πολιτικών της άκρατης λιτότητας και του χρηματοοικονομικά δομημένου πολιτικού συστήματος, είτε (και δυστυχώς) πολιτικά κόμματα με νεοναζιστικές ή -έστω- ακροδεξιές ιδεολογικές τοποθετήσεις. 

Μία πολιτική κατάσταση δηλαδή που αρχίζει να θυμίζει έντονα (εάν δεν αντιγράφει), ανάλογες καταστάσεις που έζησε η ίδια η Γερμανία, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μία στάση που τα αποτελέσματά της ίσως δούμε αποτυπωμένα στις εθνικές και περιφερειακές εκλογές που πρόκειται να διεξαχθούν εντός του 2015, σε χώρες όπως η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία αλλά και η Ισπανία (και ίσως η Ιταλία).

Μας προβληματίζει ; Σίγουρα ναι. Και σίγουρα όχι μόνον εμάς.
Μπορούμε, ή έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου, να περιμένουμε άπραγοι αυτές τις εξελίξεις ;
Μπορούμε να κάνουμε κάτι ώστε να ανατραπεί προς όφελός μας ο συσχετισμός δυνάμεων αυτής της, πολυεπίπεδα ανομοιογενούς από τη γένεσή της, Ένωσης ;

Εδώ πλέον το «παιχνίδι» αρχίζει να μεγαλώνει, ξεφεύγοντας από τα στενά πλαίσια όχι μόνο της χώρας μας, αλλά τόσο της Γερμανίας όσο και των κρατών μελών της Ευρωζώνης γενικότερα.
Εδώ, οι ισορροπίες δυνάμεων αλλά και παράγοντες όχι αποκλειστικά οικονομικοί, όπως πχ η γεωστρατηγική θέση της χώρας, η οποία της προσφέρει όχι μόνο πλεονεκτήματα αλλά και δυσεπίλυτα ζητήματα, τα ιστορικά προηγούμενα αλλά και οι δεσμοί φιλίας ή όχι των λαών που είναι δυνατό να προκαλέσουν πολιτικές εξελίξεις και ανατροπές, οι υπάρχουσες από χρόνια συμμαχίες σε επίπεδο κρατών και οι νέες που ενδέχεται να δημιουργηθούν στην ευρύτερη περιοχή για να εξυπηρετήσουν είτε βραχυχρόνια είτε μακροχρόνια συμφέροντα, η νομολογία και οι Συνθήκες που ορίζουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών (κ.α.) χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και πολύ καλά προετοιμασμένη στρατηγική προσέγγισης ή απομάκρυνσης (τακτικών ελιγμών με δυο λόγια) από γεγονότα ή και αποφάσεις που μπορούν ανά πάσα στιγμή να ωφελήσουν ή όχι τη χώρα μας σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Μπορεί μεν η Ελλάδα να αποτελεί ένα είδος «γέφυρας» μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και χωρών της Β. Αφρικής, και μάλιστα σε ένα αρκετά ευρύ πεδίο ζητημάτων, ταυτόχρονα όμως αυτή ακριβώς η θέση της, δημιουργεί θέματα που, μέχρι και σήμερα δυστυχώς, είτε καλείται να αντιμετωπίσει μόνη της, είτε προσπαθώντας κάθε φορά και για κάθε διαφορετικό θέμα, να βρει συμμάχους ή υποστηρικτές που τα δικά τους συμφέροντα (πιθανόν να) έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση μεταξύ τους. Ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, της ονομασίας της ΠΓΔΜ, του casus belli της Τουρκίας (κ.α.) δημιουργούν συνθήκες συμμαχιών για την επίλυσή τους που (πιθανόν να) έρχονται σε αντίθεση με αποφάσεις (πχ και για τα … εμφανή) για τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας για το ζήτημα της Ουκρανίας. Όλα αυτά βέβαια ιδωμένα, υπό το πρίσμα της συμμετοχής της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, τον ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ.

Στην παρούσα χρονική συγκυρία πάντως, κατά τη γνώμη μου, οι συνθήκες ευνοούν την ανάληψη πρωτοβουλιών από την Ελλάδα, σε κάθε επίπεδο και προς κάθε κατεύθυνση.

 Ίσως κάποιοι αναρωτηθούν, τι σχέση έχουν όλα αυτά με την οικονομική κατάσταση της χώρας, τη «μη διαφωνία» που σηματοδοτούν τα κείμενα του Eurogroup και την ηγεμονική στάση της Γερμανίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Νομίζω ότι η απάντηση θα μπορούσε να δοθεί, εάν σταματούσαμε να «κοιτάμε» τα ζητήματα που μας απασχολούν με τα δικά μας «μάτια», και διευρύναμε την οπτικής μας θέτοντας ερωτήματα όπως : ποια είναι η θέση (οικονομικά και πολιτικά) της Γερμανίας στον κόσμο ; Τι ισχύ έχουν και πόσο επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία οι αποφάσεις του Eurogroup σε μακροχρόνιο ορίζοντα ; Γιατί οικονομίες και κράτη, απείρως μεγαλύτερες/α από την Ελλάδα, ασχολούνται διεξοδικά (και διαχρονικά) μαζί μας ;

Ερωτήματα που συνδέονται άμεσα, τόσο με τη θέση της χώρας μας στο χάρτη, αλλά ταυτόχρονα και απόλυτα συνδυαστικά, με τις οικονομικές της προοπτικές στο άμεσο σχετικά μέλλον, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του το ρόλο που μπορεί να έχει στην παγκόσμια και διαρκή αναζήτηση ενεργειακών πόρων και του τρόπου μεταφοράς και διανομής τους.

Σε τελική λοιπόν ανάλυση, το ερώτημα που πλανάται τις τελευταίες ημέρες στα χείλη και το μυαλό όλων μας, «Κερδίσαμε ;», είναι κατά τη γνώμη μου όχι απλά πρόωρο αλλά και εκτός πραγματικότητας.

Η διαμόρφωση των ιστορικών εξελίξεων ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν πρόκειται να είναι στατική. 
Εξετάζεται και αναθεωρείται κάθε στιγμή, με κάθε απόφαση που καλούμαστε να πάρουμε.

Στη πορεία λοιπόν ενός έθνους, ενός κράτους αν θέλετε, στο διάβα των αιώνων, καταλυτικό ρόλο παίζουν εκείνοι που καλούνται να πάρουν τις πρέπουσες κάθε φορά αποφάσεις.

Και σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο εκείνο όπου οι αποφάσεις αυτές, είναι σε θέση να επηρεάσουν τις εξελίξεις όχι μόνο στο οικονομικό, αλλά σε ένα αρκετά πιο ευρύ πεδίο γεγονότων.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, ερωτήματα που οι απαντήσεις τους ικανοποιούν στατικές καταστάσεις, το πιο πιθανό είναι να δίνουν λανθασμένη εικόνα της πραγματικότητας, όπως αυτή μπορεί να προκύψει την αμέσως επόμενη στιγμή και, το χειρότερο, να δημιουργούν προσδοκίες ή απογοητεύσεις που βασίζονται σε λάθος συμπεράσματα.