Εκείνοι που μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τα πραγματικά μηνύματα πίσω
από δημόσιες δηλώσεις και κινήσεις/δράσεις των κομματικών στελεχών τον
τελευταίο καιρό, δεν αμφιβάλλουν πλέον για το γεγονός πως η χώρα βρίσκεται σε
μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Μία περίοδος που το πιο πιθανό είναι να
λήξει το Φθινόπωρο του 2026, μετατρέποντας έτσι τη ΔΕΘ σε βήμα προεκλογικού
χαρακτήρα συγκεντρώσεων και εξαγγελιών. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ζήτημα που
απασχολεί τους πολίτες της χώρας δεν είναι ο χρόνος των εθνικών εκλογών, αλλά η
επιλογή της ψήφου τους. Κι εδώ είναι που αυτό το κείμενο φιλοδοξεί να βοηθήσει.
Αρχικά θα πρέπει να δηλωθούν τα δεδομένα της σημερινής πολιτικής και
κομματικής κατάστασης της χώρας. Και η πρώτη διαπίστωση δεν μπορεί να είναι
άλλη από αυτή του πολιτικού και κομματικού κατακερματισμού. Τόσο πολιτικά
λοιπόν, με κάθε λογής ρεύμα ή ιδεολογία, από την εξωκοινοβουλευτική/ακτιβιστική
αριστερά και την άκρα, τη λαϊκή και ελληνορθόδοξη δεξιά να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από
κοινοβουλευτικά και όχι κόμματα, το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό της χώρας,
μοιάζει με πύργο της Βαβέλ που προσπαθεί να «χωνέψει» μέσα του κάθε λογής
πολιτική έκφραση. Η διαπίστωση αυτή τεκμηριώνεται μέσω της πληθώρας των
κομματικών σχηματισμών που έχουν δημιουργηθεί την τελευταία δεκαετία. Κόμματα
που ουσιαστικά και τυπικά ευελπιστούν, ή δηλώνουν ότι εκφράζουν τον παραπάνω
περιγραφόμενο ιδεολογικό/πολιτικό κατακερματισμό.
Από πού και για ποιον λόγο όμως προέκυψε τόσο εμφατικά αυτός ο
πολιτικό/κομματικός κερματισμός; Κατά τη γνώμη μου η όλη κατάσταση μπορεί να
αιτιολογηθεί με δύο και μόνο λέξεις: έλλειμμα εμπιστοσύνης.
Ως έλλειμμα εμπιστοσύνης, κυρίως των πολιτών προς τα κόμματα ως
ιδεολογικούς φορείς αλλά και τα πολιτικά τους στελέχη, μπορεί να περιγραφεί η
συναισθηματική εκείνη κατάσταση των μη δογματικά σκεπτόμενων πολιτών, που
κατανοούν πως κανείς δεν είναι άξιος της ψήφου και άρα της εμπιστοσύνης του. Δεν
θα πρέπει δε να θεωρηθεί παράξενο και το έλλειμμα εμπιστοσύνης από τα κόμματα
και τα στελέχη τους προς τους πολίτες. Μία κατάσταση που βρίσκει το έρεισμα της
στη σαφή πλέον έλλειψη της διαχρονικής πεποίθησης που είχαν τα κομματικά
στελέχη προς τους ψηφοφόρους τους για το δεδομένο της ψήφου τους, λόγω των
πελατειακών σχέσεων που είχαν αναπτύξει.
Πώς προέκυψε όμως αυτό το σχετικά αμφίδρομο έλλειμμα εμπιστοσύνης;
Τεράστιο ρόλο έπαιξε και παίζει η δυνατότητα μιας όλο και πιο διευρυμένης και
πολύπλευρης πλέον ενημέρωσης των πολιτών, από την πληθώρα των μέσων μαζικής
ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Μια δυνατότητα που από τα τέλη της
δεκαετίας του ’90 και μετά έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, με τα ανάλογα
αποτελέσματα. Οι πολίτες ανταλλάσσουν πλέον πληροφορίες σε άμεσο χρόνο, ενώ τα
κομματικά στελέχη επικοινωνούν τα μηνύματά τους σε πολλαπλούς και μη
«ελεγχόμενους» πλέον αποδέκτες. Με δεδομένο δε πως οι «κακές ειδήσεις»
λαμβάνουν τη μεγαλύτερη προσοχή και κυκλοφορούν πιο άμεσα και σε μεγαλύτερο
βαθμό, εντείνει το φαινόμενο του ελλείμματος εμπιστοσύνης. Η έλευση δε της
τεχνητής νοημοσύνης, έχει ήδη και αναμένεται έτι περαιτέρω να αυξήσει εκθετικά
αυτό το έλλειμμα. Ως δευτερεύοντες παράγοντες θα πρέπει να αναφερθούν τόσο η
διαρκείς κρίσεις (χρηματοπιστωτική, υγειονομική, ενεργειακή κ.α.) που
δημιούργησαν ασφυκτικές καταστάσεις στην κοινωνία αυξάνοντας διαχρονικά το
κόστος ζωής των πολιτών δημιουργώντας παράλληλα ανασφάλεια στην επικοινωνία των
κομματικών στελεχών, όσο και το ελλιπές (sic) εκπαιδευτικό σύστημα/μοντέλο της χώρας το οποίο είναι
εστιασμένο στην παροχή μιας παρωχημένης σε μεγάλο βαθμό εκπαίδευσης και όχι
παιδείας, με στόχο την «παραγωγή» πτυχιούχων άνευ -τελικά- αντικειμένου.
Σκιαγραφώντας με τα λίγα παραπάνω λόγια τη σημερινή κοινωνικοπολιτική
και κομματική κατάσταση της χώρας, δικαιολογείται νομίζω η πληθώρα των κομμάτων
που θα διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών στις αμέσως επόμενες εθνικές εκλογές.
Ο λόγος είναι πως καθένα από αυτά, ιδιαίτερα δε τα νεοπαγή, προσπαθούν να
καλύψουν αυτό ακριβώς το έλλειμμα εμπιστοσύνης, παρουσιαζόμενα είτε ως
«αδιάφθορα», είτε ως «πολιτικά έμπειρα», απέναντι σε ένα κομματικό κατεστημένο
που, αν και ευθύνεται για τα δεινά της χώρας, επικαλείται την πολιτική και
κοινωνική σταθερότητα, απέναντι σε αλόγιστες υποσχέσεις.
Κι εδώ πλέον, κι επειδή η ανάκτηση ή το κέρδος της εμπιστοσύνης των
πολιτών μέσω της ψήφου αποτελεί το «Α» και το «Ω» μιας δημοκρατικής και
ευνομούμενης λειτουργίας της χώρας, θα πρέπει «κάθε κατεργάρης» να πάει στον
«πάγκο» του.
Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν μπορεί να
εναποτεθεί είτε σε μαθητευόμενους μάγους χωρίς καμία πολιτική εμπειρία, είτε σε
αμετροεπείς κι αμετανόητους πολιτικούς αρχηγούς που με περίσσιο πολιτικό θράσος
εμφανίζονται ως άρτι αφιχθέντες κοινωνικοπολιτικοί σωτήρες. Πολλώ δε μάλλον σε κομματισμούς
σχηματισμούς με βεβαρυμμένο πολιτικό παρελθόν που εξακολουθούν να «βλέπουν» τη
χώρα ως διεθνές asset προς διαπραγμάτευση. Κι αυτό διότι στην πρώτη μεν περίπτωση -κι
έχει αποδειχθεί- η εμπιστοσύνη αυτή γρήγορα προδίδεται όταν έρχεται αντιμέτωπη
με την πολύπλοκη πολιτική πραγματικότητα, στη δε περίπτωση των «από μηχανής
θεών» εξαντλείται σταδιακά έως του σημείου ταύτισης με την ήδη προϋπάρχουσα
πολιτική ιστορία των εκπροσώπων τους.
Εκείνος τελικά ο κομματικός σχηματισμός που θα καταφέρει να εκφράσει σε
ιδεολογικό/πολιτικό επίπεδο της ανησυχίες κι ελπίδες των πολιτών μέσω της
στελέχωσής του με έμπειρα πολιτικά και κοινωνικά στελέχη που θα είναι ικανά να
εμπνεύσουν, παράλληλα με ένα ορθά δομημένο και κοστολογημένο πρόγραμμα
διακυβέρνησης, θα είναι κι εκείνος που θα πρέπει να τύχει και της εμπιστοσύνης
της ψήφου των πολιτών.
Κι αν τέτοιος κομματικός σχηματισμός δεν υπάρχει σήμερα, τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει τη δημιουργία του. Κι αν συγκεντρώσει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, είναι βέβαιο πως θα συμβάλλει καταλυτικά στην πλήρη αναδιαμόρφωση του μεταπολιτευτικού σκηνικού της χώρας.




