Ένα σοβαρό δίλημμα
που σε καιρούς έντονης αμφισβήτησης του κομματικού συστήματος γίνεται
εντονότερο, είναι η επιλογή μεταξύ των έμπειρων ή αυτή της εισόδου νέων και
άφθαρτων πολιτικών στην πολιτική κονίστρα. Κατά πόσο δηλαδή η εμπειρία, η γνώση
και η ικανότητα που αποκτά κάποιος/α μέσω της πολυετούς ενασχόλησής του/της με
την πολιτική, αποτελεί ορθότερη επιλογή έναντι των νέων ιδεών, του άφθαρτου και
χωρίς εξαρτήσεις πολιτικού προσώπου.
Εξετάζοντας το
ζήτημα με καθαρά ορθολογικά κριτήρια, τόσο η μία όσο και η άλλη επιλογή
παρουσιάζουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Είναι βέβαιο ότι σε περιπτώσεις
(πχ) διαχείρισης κρίσεων και διαπραγμάτευσης, η πολιτική εμπειρία που
αποκτήθηκε μέσω της τριβής με πρόσωπα και καταστάσεις σε εθνικό και διεθνές
επίπεδο, τόσο λόγω της γνώσης του πώς λειτουργεί το σύστημα αλλά και των σχέσεων
που έχουν πιθανόν δημιουργηθεί, αποτελεί πιο σίγουρη επιλογή για ένα αίσιο
αποτέλεσμα. Είναι όμως αυτή η πολύχρονη εμπειρία που δημιουργεί τις βάσεις για
τα μειονεκτήματα αυτής της επιλογής. Η αποξένωση από τα καθημερινά προβλήματα
μπορεί να προκαλέσει κόπωση και κυνισμό απομακρύνοντας τον/την πολιτικό από τον
απλό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν τις συνθήκες για τη διαμόρφωση ενός κυνικού
πολιτικού κατεστημένου που ευνοεί τη δημιουργία φαινομένων διαφθοράς.
Γιατί όμως αυτό το
ζήτημα επανέρχεται σήμερα ως θέμα συζήτησης μεταξύ των πολιτών της χώρας;
Με δεδομένη την έντονη
αμφισβήτηση του κομματικού συστήματος που έχει ήδη αναφερθεί, δύο επιπλέον
εξαιρετικά σημαντικοί για τη χώρα παράγοντες έχουν πλέον διαμορφώσει ένα
πλαίσιο, που καθορίζει τα όρια εντός των οποίων θα πρέπει να διεξαχθεί αυτή η
συζήτηση. Η αμφισβήτηση του κράτους δικαίου και οι περιφερειακές/διεθνείς
εξελίξεις.
Εξετάζοντας τον
πρώτο εκ των δύο, πάντα σε σχέση με το βασικό αντικείμενο αυτού του κειμένου, είναι
βέβαιο ότι μεγάλη μερίδα των πολιτών λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν της και
αξιολογεί πρόσωπα, δημόσιες δηλώσεις και πράξεις του πολιτικού και δικαστικού
συστήματος, στην προσπάθειά της να διαμορφώσει γνώμη. Μία γνώμη που θα οδηγήσει
και στην επιλογή κομματικών σχηματισμών και προσώπων για την «κατάθεση» της
εμπιστοσύνης της. Έτσι, ενώ η πολιτική εμπειρία προσφέρει τη γνώση (θεσμικής
και όχι) λειτουργίας του συστήματος και των προσώπων που τον συναπαρτίζουν,
αλλά και τους τρόπους επανοικοδόμησής του σε περίπτωση -μερικής ή όχι-
κατάρρευσής του, οι νέοι πολιτικοί με το θάρρος της ρήξης τους με ένα
κατεστημένο του οποίου δεν αποτελούν μέρος, αλλά και του ανόθευτου από
δεσμεύσεις κομματικού ανταγωνισμού, μπορούν να προσφέρουν την ορμή, τις φρέσκες
ιδέες αλλά και την ηθική πίεση που απαιτείται σε αυτές τις καταστάσεις.
Εάν λοιπόν στόχος
είναι η επιστροφή των απογοητευμένων ή/και θυμωμένων πολιτών στις κάλπες μέσω
(και) της επανάκτησης της εμπιστοσύνης τους προς ένα κοινωνικό κράτος δικαίου,
η πολιτική εμπειρία είναι απαραίτητη τόσο όσον αφορά στον τρόπο λειτουργίας των
θεσμών όσο και για το γεγονός πως, γνωρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις, μπορεί
να αντισταθεί στις πιέσεις και τους μηχανισμούς εσωτερικών και εξωτερικών
παραγόντων, ώστε να θωρακίσει νομικά και πρακτικά την ανεξαρτησία των
δικαστικών λειτουργών από πιθανές κομματικές (ή άλλες) παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα
όμως και με σκοπό την αποφυγή του συμβιβασμού με το σύστημα, της πολιτικής
κόπωσης αλλά και των φαινομένων του
πελατειακού κομματικού συστήματος, εξίσου απαραίτητη είναι η παρουσία νέων
πολιτικών που, ως «ηθική πυξίδα», μπορούν να λειτουργήσουν ως αναστολείς αυτών
των φαινομένων.
Μια «συμμαχία», ένας
συγκερασμός λοιπόν πολιτικής εμπειρίας και νέων πολιτικών, μπορεί να προσφέρει
τα εχέγγυα για την επιστροφή της εμπιστοσύνης των πολιτικών σε αυτόν τον
κρίσιμο τομέα λειτουργίας του κράτους. Με τους νέους πολιτικούς να λειτουργούν
ως διεμβολείς του παλιού και φορείς ενός διαρκούς αιτήματος για ορθή απονομή
της δικαιοσύνης, και τους έμπειρους σε θέσεις από τις οποίες, αντιστεκόμενοι σε
πιέσεις και χρησιμοποιώντας τις γνώσεις τους, θα μπορούν με θεσμικό τρόπο να καταπολεμήσουν
φαινόμενα διαφθοράς.
Εξετάζοντας τώρα το ζήτημα των περιφερειακών
και διεθνών εξελίξεων και τη θέση της χώρας μας σε αυτές, ως πρώτη παρατήρηση
θα πρέπει να αναφερθεί η παγκόσμια και πλήρως εμφανής πλέον πρόκληση που
αντιμετωπίζουν οι διεθνείς σχέσεις, με την
επιστροφή στο «δίκαιο του ισχυρού» έναντι της εφαρμογής των
συνθηκών/συμβάσεων του διεθνούς δικαίου. Ένα περιβάλλον εντός του οποίου τα
κράτη χάνουν τον ηθικό τους προσανατολισμό και αγνοούν τις διεθνείς τους
υποχρεώσεις, η αστάθεια γίνεται μεταδοτική και ο πάντα υπαρκτός κίνδυνος
γενικευμένων συγκρούσεων αυξάνεται. Η παράλυση (αν όχι διάβρωση) των διεθνών
οργανισμών, η απαξίωση των αποφάσεων διεθνών δικαστηρίων όταν αυτές δεν είναι
αρεστές, αλλά και η επιλεκτική επίκληση και ανάρμοστη ερμηνεία των κανόνων του
διεθνούς δικαίου σε συνδυασμό με καινοφανείς ορισμούς όπως αυτός της
«προληπτικής άμυνας», καταστρέφουν και τα τελευταία ίχνη εμπιστοσύνης των
πολιτών προς μία ανώτερη θεσμική μορφή απονομής του δικαίου. Μία κατάσταση
εντός της οποίας η απειλή ή/και η χρήση βίας από τους ισχυρούς κανονικοποιείται
με στόχο την επίτευξη κρατικών επιδιώξεων και συμφερόντων, και τους «μικρούς»
να νιώθουν απροστάτευτοι και πιεσμένοι για την επιλογή της επόμενης σωστής
συμμαχίας.
Μέσα σε αυτό το
πλαίσιο «λειτουργεί» και η χώρα μας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, της
Νότιο-Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η χαρακτηριστικότερη ίσως
περιοχή που «αναδεικνύει» και βιώνει το σύνολο των παραπάνω αναφερόμενων.
Χωρίς να εξετάσουμε
τις αιτίες που προκαλούν την αστάθεια στο εύθραυστο αυτό γεωπολιτικό
περιβάλλον, το δίλημμα της επιλογή μεταξύ πολιτικής εμπειρίας και «νέου
αίματος» στην πολιτική αποκτά ένα νέο όσο και κρίσιμο νόημα. Πρόκειται
ουσιαστικά για την επιλογή μεταξύ του γεωπολιτικού ρεαλισμού και των
μακροχρόνιων σχέσεων με διπλωματικά δίκτυα και κρατικές ηγεσίες, που
δημιουργούν την ικανότητα «διαβάσματος» και ερμηνείας -εμφανών και μη- δηλώσεων
και κινήσεων στη διεθνή σκακιέρα, που σε συνδυασμό με την εμπειρία από
προηγούμενες περιπτώσεις διαχείρισης παρόμοιων καταστάσεων μπορούν να
προσφέρουν την απαιτούμενη αξιοπιστία, τόσο στις ήδη υπάρχουσες όσο και στη
δημιουργία νέων συμμαχιών. Παράλληλα όμως η πολιτική εμπειρία σε συνδυασμό με
έναν ιδεολογικό παρωπιδισμό τείνει να εγκλωβίζεται σε ένα ήδη εγκατεστημένο status quo χωρίς
να αντιλαμβάνεται τις νέες μορφές απειλών (πχ κυβερνοπόλεμος και υβριδικής
μορφής απειλές) που δημιουργούν ένα περιβάλλον διστακτικότητας που πιθανά να
ενισχύεται από «υπόγεια» δίκτυα επιχειρηματικών συμφερόντων που έχουν πρόσβαση
σε πρόσωπα που λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις. Έτσι, το πλεονέκτημα της
γνώσης γεννά δισταγμούς και αυτό της μη αίσθησης του κινδύνου μία ασύγγνωστη
ορμή. Ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα ικανό να οδηγήσει σε θετικές αλλά και σε μη
αναστρέψιμες καταστάσεις.
Εδώ, η έλλειψη της
διπλωματικής εμπειρίας, του λαϊκισμού και της εύκολης ρητορικής που απευθύνεται
στο θυμικό των πολιτών, πρέπει να βρει την ισορροπία της με μια νέα οπτική των
πραγμάτων, της τεχνογνωσίας και της γρήγορης λήψης των αποφάσεων που βασίζονται
σε δεδομένα από ένα ευρύ δίκτυο πηγών. Παράλληλα με μια διπλωματική εμπειρία
που δεν θα αφήνει περιθώρια παρερμηνείας όσον αφορά στην υπεράσπιση των
συμφερόντων της χώρας, σε αγαστή συνεργασία με γεωπολιτικούς αναλυτές
εγνωσμένου κύρους και υπό την καθοδήγηση μιας μη επιρρεπούς σε λάθη ηγεσίας, η
χώρα μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο στις περιφερειακές/διεθνείς προκλήσεις
του 21ου αιώνα. Εκεί που η εμπειρία θα προσφέρει τη σταθερότητα, οι
νέοι πολιτικοί θα προφέρουν την ελπίδα.
Εκεί λοιπόν όπου η
εμπειρία στερείται ηθικής, παράγονται φαινόμενα διαφθοράς. Κι εκεί που η
φρεσκάδα στερείται της γνώσης, προκαλείται αποτελμάτωση. Ο ιδανικός συνδυασμός
τους απαιτεί τη συνάντηση της καθαρής συνείδησης με τη γνώση της εξουσίας.
Κι αν μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένας τέτοιος κομματικός σχηματισμός, τίποτε δεν αποκλείει τη δημιουργία του.




