Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Πολιτική εμπειρία ή «νέο αίμα» στην πολιτική;

 

  Ένα σοβαρό δίλημμα που σε καιρούς έντονης αμφισβήτησης του κομματικού συστήματος γίνεται εντονότερο, είναι η επιλογή μεταξύ των έμπειρων ή αυτή της εισόδου νέων και άφθαρτων πολιτικών στην πολιτική κονίστρα. Κατά πόσο δηλαδή η εμπειρία, η γνώση και η ικανότητα που αποκτά κάποιος/α μέσω της πολυετούς ενασχόλησής του/της με την πολιτική, αποτελεί ορθότερη επιλογή έναντι των νέων ιδεών, του άφθαρτου και χωρίς εξαρτήσεις πολιτικού προσώπου.

  Εξετάζοντας το ζήτημα με καθαρά ορθολογικά κριτήρια, τόσο η μία όσο και η άλλη επιλογή παρουσιάζουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Είναι βέβαιο ότι σε περιπτώσεις (πχ) διαχείρισης κρίσεων και διαπραγμάτευσης, η πολιτική εμπειρία που αποκτήθηκε μέσω της τριβής με πρόσωπα και καταστάσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, τόσο λόγω της γνώσης του πώς λειτουργεί το σύστημα αλλά και των σχέσεων που έχουν πιθανόν δημιουργηθεί, αποτελεί πιο σίγουρη επιλογή για ένα αίσιο αποτέλεσμα. Είναι όμως αυτή η πολύχρονη εμπειρία που δημιουργεί τις βάσεις για τα μειονεκτήματα αυτής της επιλογής. Η αποξένωση από τα καθημερινά προβλήματα μπορεί να προκαλέσει κόπωση και κυνισμό απομακρύνοντας τον/την πολιτικό από τον απλό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν τις συνθήκες για τη διαμόρφωση ενός κυνικού πολιτικού κατεστημένου που ευνοεί τη δημιουργία φαινομένων διαφθοράς.

  Γιατί όμως αυτό το ζήτημα επανέρχεται σήμερα ως θέμα συζήτησης μεταξύ των πολιτών της χώρας;

  Με δεδομένη την έντονη αμφισβήτηση του κομματικού συστήματος που έχει ήδη αναφερθεί, δύο επιπλέον εξαιρετικά σημαντικοί για τη χώρα παράγοντες έχουν πλέον διαμορφώσει ένα πλαίσιο, που καθορίζει τα όρια εντός των οποίων θα πρέπει να διεξαχθεί αυτή η συζήτηση. Η αμφισβήτηση του κράτους δικαίου και οι περιφερειακές/διεθνείς εξελίξεις.

  Εξετάζοντας τον πρώτο εκ των δύο, πάντα σε σχέση με το βασικό αντικείμενο αυτού του κειμένου, είναι βέβαιο ότι μεγάλη μερίδα των πολιτών λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν της και αξιολογεί πρόσωπα, δημόσιες δηλώσεις και πράξεις του πολιτικού και δικαστικού συστήματος, στην προσπάθειά της να διαμορφώσει γνώμη. Μία γνώμη που θα οδηγήσει και στην επιλογή κομματικών σχηματισμών και προσώπων για την «κατάθεση» της εμπιστοσύνης της. Έτσι, ενώ η πολιτική εμπειρία προσφέρει τη γνώση (θεσμικής και όχι) λειτουργίας του συστήματος και των προσώπων που τον συναπαρτίζουν, αλλά και τους τρόπους επανοικοδόμησής του σε περίπτωση -μερικής ή όχι- κατάρρευσής του, οι νέοι πολιτικοί με το θάρρος της ρήξης τους με ένα κατεστημένο του οποίου δεν αποτελούν μέρος, αλλά και του ανόθευτου από δεσμεύσεις κομματικού ανταγωνισμού, μπορούν να προσφέρουν την ορμή, τις φρέσκες ιδέες αλλά και την ηθική πίεση που απαιτείται σε αυτές τις καταστάσεις.

  Εάν λοιπόν στόχος είναι η επιστροφή των απογοητευμένων ή/και θυμωμένων πολιτών στις κάλπες μέσω (και) της επανάκτησης της εμπιστοσύνης τους προς ένα κοινωνικό κράτος δικαίου, η πολιτική εμπειρία είναι απαραίτητη τόσο όσον αφορά στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών όσο και για το γεγονός πως, γνωρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις, μπορεί να αντισταθεί στις πιέσεις και τους μηχανισμούς εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, ώστε να θωρακίσει νομικά και πρακτικά την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών από πιθανές κομματικές (ή άλλες) παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα όμως και με σκοπό την αποφυγή του συμβιβασμού με το σύστημα, της πολιτικής κόπωσης αλλά και των φαινομένων  του πελατειακού κομματικού συστήματος, εξίσου απαραίτητη είναι η παρουσία νέων πολιτικών που, ως «ηθική πυξίδα», μπορούν να λειτουργήσουν ως αναστολείς αυτών των φαινομένων.

  Μια «συμμαχία», ένας συγκερασμός λοιπόν πολιτικής εμπειρίας και νέων πολιτικών, μπορεί να προσφέρει τα εχέγγυα για την επιστροφή της εμπιστοσύνης των πολιτικών σε αυτόν τον κρίσιμο τομέα λειτουργίας του κράτους. Με τους νέους πολιτικούς να λειτουργούν ως διεμβολείς του παλιού και φορείς ενός διαρκούς αιτήματος για ορθή απονομή της δικαιοσύνης, και τους έμπειρους σε θέσεις από τις οποίες, αντιστεκόμενοι σε πιέσεις και χρησιμοποιώντας τις γνώσεις τους, θα μπορούν με θεσμικό τρόπο να καταπολεμήσουν φαινόμενα διαφθοράς.

  Εξετάζοντας τώρα το ζήτημα των περιφερειακών και διεθνών εξελίξεων και τη θέση της χώρας μας σε αυτές, ως πρώτη παρατήρηση θα πρέπει να αναφερθεί η παγκόσμια και πλήρως εμφανής πλέον πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι διεθνείς σχέσεις, με την  επιστροφή στο «δίκαιο του ισχυρού» έναντι της εφαρμογής των συνθηκών/συμβάσεων του διεθνούς δικαίου. Ένα περιβάλλον εντός του οποίου τα κράτη χάνουν τον ηθικό τους προσανατολισμό και αγνοούν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις, η αστάθεια γίνεται μεταδοτική και ο πάντα υπαρκτός κίνδυνος γενικευμένων συγκρούσεων αυξάνεται. Η παράλυση (αν όχι διάβρωση) των διεθνών οργανισμών, η απαξίωση των αποφάσεων διεθνών δικαστηρίων όταν αυτές δεν είναι αρεστές, αλλά και η επιλεκτική επίκληση και ανάρμοστη ερμηνεία των κανόνων του διεθνούς δικαίου σε συνδυασμό με καινοφανείς ορισμούς όπως αυτός της «προληπτικής άμυνας», καταστρέφουν και τα τελευταία ίχνη εμπιστοσύνης των πολιτών προς μία ανώτερη θεσμική μορφή απονομής του δικαίου. Μία κατάσταση εντός της οποίας η απειλή ή/και η χρήση βίας από τους ισχυρούς κανονικοποιείται με στόχο την επίτευξη κρατικών επιδιώξεων και συμφερόντων, και τους «μικρούς» να νιώθουν απροστάτευτοι και πιεσμένοι για την επιλογή της επόμενης σωστής συμμαχίας.

  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο «λειτουργεί» και η χώρα μας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, της Νότιο-Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η χαρακτηριστικότερη ίσως περιοχή που «αναδεικνύει» και βιώνει το σύνολο των παραπάνω αναφερόμενων.

  Χωρίς να εξετάσουμε τις αιτίες που προκαλούν την αστάθεια στο εύθραυστο αυτό γεωπολιτικό περιβάλλον, το δίλημμα της επιλογή μεταξύ πολιτικής εμπειρίας και «νέου αίματος» στην πολιτική αποκτά ένα νέο όσο και κρίσιμο νόημα. Πρόκειται ουσιαστικά για την επιλογή μεταξύ του γεωπολιτικού ρεαλισμού και των μακροχρόνιων σχέσεων με διπλωματικά δίκτυα και κρατικές ηγεσίες, που δημιουργούν την ικανότητα «διαβάσματος» και ερμηνείας -εμφανών και μη- δηλώσεων και κινήσεων στη διεθνή σκακιέρα, που σε συνδυασμό με την εμπειρία από προηγούμενες περιπτώσεις διαχείρισης παρόμοιων καταστάσεων μπορούν να προσφέρουν την απαιτούμενη αξιοπιστία, τόσο στις ήδη υπάρχουσες όσο και στη δημιουργία νέων συμμαχιών. Παράλληλα όμως η πολιτική εμπειρία σε συνδυασμό με έναν ιδεολογικό παρωπιδισμό τείνει να εγκλωβίζεται σε ένα ήδη εγκατεστημένο status quo χωρίς να αντιλαμβάνεται τις νέες μορφές απειλών (πχ κυβερνοπόλεμος και υβριδικής μορφής απειλές) που δημιουργούν ένα περιβάλλον διστακτικότητας που πιθανά να ενισχύεται από «υπόγεια» δίκτυα επιχειρηματικών συμφερόντων που έχουν πρόσβαση σε πρόσωπα που λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις. Έτσι, το πλεονέκτημα της γνώσης γεννά δισταγμούς και αυτό της μη αίσθησης του κινδύνου μία ασύγγνωστη ορμή. Ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα ικανό να οδηγήσει σε θετικές αλλά και σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις.

  Εδώ, η έλλειψη της διπλωματικής εμπειρίας, του λαϊκισμού και της εύκολης ρητορικής που απευθύνεται στο θυμικό των πολιτών, πρέπει να βρει την ισορροπία της με μια νέα οπτική των πραγμάτων, της τεχνογνωσίας και της γρήγορης λήψης των αποφάσεων που βασίζονται σε δεδομένα από ένα ευρύ δίκτυο πηγών. Παράλληλα με μια διπλωματική εμπειρία που δεν θα αφήνει περιθώρια παρερμηνείας όσον αφορά στην υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας, σε αγαστή συνεργασία με γεωπολιτικούς αναλυτές εγνωσμένου κύρους και υπό την καθοδήγηση μιας μη επιρρεπούς σε λάθη ηγεσίας, η χώρα μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο στις περιφερειακές/διεθνείς προκλήσεις του 21ου αιώνα. Εκεί που η εμπειρία θα προσφέρει τη σταθερότητα, οι νέοι πολιτικοί θα προφέρουν την ελπίδα.

  Εκεί λοιπόν όπου η εμπειρία στερείται ηθικής, παράγονται φαινόμενα διαφθοράς. Κι εκεί που η φρεσκάδα στερείται της γνώσης, προκαλείται αποτελμάτωση. Ο ιδανικός συνδυασμός τους απαιτεί τη συνάντηση της καθαρής συνείδησης με τη γνώση της εξουσίας.

  Κι αν μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένας τέτοιος κομματικός σχηματισμός, τίποτε δεν αποκλείει τη δημιουργία του.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Κομματικές κυβερνητικές συνεργασίες. Ναι, αλλά…

 

  Καιρό τώρα ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί έντονα την πολιτική και κομματική ζωή της χώρας, εμφανώς τουλάχιστον από το 2012 και μετά, έχει να κάνει με τις κυβερνητικές κομματικές συνεργασίες.

  Ιστορικά, κυβερνήσεις συνεργασίας στη χώρα υπήρξαν δεκάδες, αρχής γενομένης από την κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλλέτη, αρχηγού του γαλλικού κόμματος, το 1844 σε συνεργασία με το ρωσικό κόμμα του Ανδρέα Μεταξά. Από τότε και μέχρι τις πρόσφατες συνεργασίες μεταξύ του Αντ. Σαμαρά (ΝΔ) με τον Ευ. Βενιζέλο (ΠΑΣΟΚ) και τον Φ. Κουβέλη (ΔΗΜΑΡ) το 2012 και αυτή του Αλ. Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ) και του Π. Καμμένου (ΑΝΕΛΛ) το 2015, συγκροτήθηκαν ούτε λίγο, ούτε πολύ και για διάφορους λόγους σαράντα (40) περίπου κυβερνήσεις συνεργασίας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η ταραγμένη πολιτικά περίοδος από το 1944 έως το 1950 με το σχηματισμό 16 κυβερνήσεων συνεργασίας.

  Κύρια αιτιολογία συγκρότησης αυτών των κυβερνήσεων στάθηκε η αναγκαιότητα αποφυγής της ακυβερνησίας και η πολυπόθητη απόκτηση της εμπιστοσύνης της Βουλής μέσω της αρχής της δεδηλωμένης

  Η πραγματικότητα όμως ήταν τελείως διαφορετική.

  Αν εξαιρέσει κανείς τις κυβερνήσεις Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου το 1944 και του Κ. Καραμανλή το 1974, το σύνολο σχεδόν των υπόλοιπων κυβερνήσεων συνεργασίας προέκυψαν είτε λόγω των διαθέσεων του παλατιού ή/και πιέσεων του «ξένου παράγοντα», είτε για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, όπως πχ οι κυβερνήσεις των Τζ. Τζανετάκη το 1989 με σκοπό τη μη παραγραφή και την παραπομπή σε δίκη των εμπλεκομένων στα «σκάνδαλα Κοσκωτά και Τόμπρα», αλλά και αυτή του Λ. Παπαδήμου το 2011 (με σοβαρές ενστάσεις από συνταγματολόγους για παράβαση του Συντάγματος) με σκοπό την υλοποίηση των προβλέψεων του 1ου και -τελικά- την υπογραφή του 2ου μνημονίου. Η ονομασία τους άλλωστε ως «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» η πρώτη και «μεταβατική» η δεύτερη, δηλώνουν και τους σκοπούς τους.

  Ως κυβερνήσεις «ειδικού σκοπού» όμως θα πρέπει να θεωρηθούν, τόσο αυτή του Α. Σαμαρά το 2012, όσο και του Αλ. Τσίπρα το 2015 (όπως αναλύθηκαν παραπάνω). Κι αυτό διότι και οι δύο αυτές κυβερνήσεις συνεργασίας σκοπό τους είχαν την ολοκλήρωση των προβλέψεων του 2ου και την αποφυγή αλλά -τελικά- υπογραφή και εφαρμογή του 3ου μνημονίου αντίστοιχα.

  Όσο πραγματική λοιπόν κι αν είναι η επίκληση της αποφυγής της ακυβερνησίας ως αιτία για τη συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας, άλλο τόσο θα πρέπει να θεωρηθεί πως στην ουσία τους οι κυβερνήσεις αυτές -των τελευταίων τουλάχιστον ετών-, συγκροτούνται για να επιτελέσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό.

  Και κάπου εδώ φτάνουμε στο σήμερα.

  Πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία της Κυριακής» με τίτλο «Δείπνο Γεραπετρίτη–Διαμαντοπούλου για συγκυβέρνηση παραγραφής», αναφέρεται σε μυστικές διαβουλεύσεις κορυφαίων στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με στόχο τη διερεύνηση της πιθανότητας συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ των δύο κομμάτων. Ένα δημοσίευμα που διαψεύστηκε άμεσα και με έντονο τρόπο από το σύνολο των εμπλεκομένων ονομάτων που αναφέρονται σε αυτό.

  Τι έχουμε λοιπόν εδώ;

  Εάν το δημοσίευμα αληθεύει, θα πρόκειται για τις προκαταρκτικές συζητήσεις κορυφαίων στελεχών των δύο κομμάτων τα οποία διερευνούν την πιθανότητα συγκρότησης κυβέρνησης -κατ’ ουσίαν- «ειδικού σκοπού». Ένας σκοπός όμως που αρχικά -και σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα- απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως θεμιτός πολιτικά. Παράλληλα δε, βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τη συνεδριακή απόφαση των μελών του ΠΑΣΟΚ που εισηγήθηκε ο αρχηγός του  και στηρίζουν δημόσια και στο σύνολό τους τα στελέχη του.

  Οι διαψεύσεις του δημοσιεύματος, εκτός του ότι αναμένεται να απαντηθούν από την ίδια εφημερίδα, έφεραν στον νου του γράφοντος μιαν άλλη διάψευση πριν αρκετά χρόνια. Χωρίς σε καμία περίπτωση τα δύο γεγονότα να ταυτίζονται μεταξύ τους, ήταν τον Δεκέμβριο του 1966 όταν υπογράφηκε μυστικό πρωτόκολλο μεταξύ του αρχηγού τότε της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλου και του αρχηγού της Ένωσης Κέντρου Γ. Παπανδρέου, το οποίο προέβλεπε πως εάν από τις αμέσως προσεχείς εκλογές (που δεν έγιναν ποτέ λόγω της χούντας που επιβλήθηκε στη χώρα την 21η Απριλίου) δεν προέκυπτε σαφής πλειοψηφία ενός εκ των δύο κομμάτων, τότε αυτά θα συνεργάζονταν. Το γεγονός διαψεύσθηκε τότε από τον Π. Κανελλόπουλο εντός της Βουλής κατόπιν ερώτησης του Στ. Στεφανόπουλου. Το παραδέχθηκε δε ο ίδιος ο Π. Κανελλόπουλος αρκετά αργότερα κατά την κατάθεσή του στη δίκη των πρωταιτίων της δικτατορίας το 1975.

  Συμπερασματικά και με βάση τα παραπάνω, κυβερνήσεις συνεργασίας έχουν υπάρξει δεκάδες κατά το παρελθόν και θα υπάρξουν στο μέλλον. Κι αν εξαιρέσει κανείς -όσο μπορεί- τις διαθέσεις και τον ρόλο του «ξένου παράγοντα» στη σύμπτυξή τους, αυτό που στην ουσία τίθεται ως διακύβευμα για το σκοπό δημιουργίας τους δεν είναι ο κίνδυνος της ακυβερνησίας, αλλά ο σκοπός τους.

  Εάν λοιπόν οι κυβερνήσεις συνεργασίας προκύπτουν κατόπιν προγραμματικών συμφωνιών μεταξύ των κομμάτων, και ο σκοπός σύμπτυξής τους συνάδει με την επιθυμία του λαού, έτσι όπως αυτή εκφράσθηκε δια της ψήφου του, και προωθεί την κοινή και συνταγματικά προβλεπόμενη αντίληψη για το κράτος δικαίου στη χώρα, καλώς να υπάρξουν.

  Εάν όχι, τότε η ευθύνη θα ανήκει εξίσου τόσο σε αυτούς που τις προωθούν, όσο και στους ψηφοφόρους τους.


*Photo από σχετικό άρθρο της ιστοσελίδας parapolitika.gr

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Περί του ελλείμματος της πολιτικής εμπιστοσύνης

 

  Εκείνοι που μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τα πραγματικά μηνύματα πίσω από δημόσιες δηλώσεις και κινήσεις/δράσεις των κομματικών στελεχών τον τελευταίο καιρό, δεν αμφιβάλλουν πλέον για το γεγονός πως η χώρα βρίσκεται σε μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Μία περίοδος που το πιο πιθανό είναι να λήξει το Φθινόπωρο του 2026, μετατρέποντας έτσι τη ΔΕΘ σε βήμα προεκλογικού χαρακτήρα συγκεντρώσεων και εξαγγελιών. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ζήτημα που απασχολεί τους πολίτες της χώρας δεν είναι ο χρόνος των εθνικών εκλογών, αλλά η επιλογή της ψήφου τους. Κι εδώ είναι που αυτό το κείμενο φιλοδοξεί να βοηθήσει.

  Αρχικά θα πρέπει να δηλωθούν τα δεδομένα της σημερινής πολιτικής και κομματικής κατάστασης της χώρας. Και η πρώτη διαπίστωση δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή του πολιτικού και κομματικού κατακερματισμού. Τόσο πολιτικά λοιπόν, με κάθε λογής ρεύμα ή ιδεολογία, από την εξωκοινοβουλευτική/ακτιβιστική αριστερά και την άκρα, τη λαϊκή και ελληνορθόδοξη δεξιά  να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από κοινοβουλευτικά και όχι κόμματα, το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό της χώρας, μοιάζει με πύργο της Βαβέλ που προσπαθεί να «χωνέψει» μέσα του κάθε λογής πολιτική έκφραση. Η διαπίστωση αυτή τεκμηριώνεται μέσω της πληθώρας των κομματικών σχηματισμών που έχουν δημιουργηθεί την τελευταία δεκαετία. Κόμματα που ουσιαστικά και τυπικά ευελπιστούν, ή δηλώνουν ότι εκφράζουν τον παραπάνω περιγραφόμενο ιδεολογικό/πολιτικό κατακερματισμό.

  Από πού και για ποιον λόγο όμως προέκυψε τόσο εμφατικά αυτός ο πολιτικό/κομματικός κερματισμός; Κατά τη γνώμη μου η όλη κατάσταση μπορεί να αιτιολογηθεί με δύο και μόνο λέξεις: έλλειμμα εμπιστοσύνης.

  Ως έλλειμμα εμπιστοσύνης, κυρίως των πολιτών προς τα κόμματα ως ιδεολογικούς φορείς αλλά και τα πολιτικά τους στελέχη, μπορεί να περιγραφεί η συναισθηματική εκείνη κατάσταση των μη δογματικά σκεπτόμενων πολιτών, που κατανοούν πως κανείς δεν είναι άξιος της ψήφου και άρα της εμπιστοσύνης του. Δεν θα πρέπει δε να θεωρηθεί παράξενο και το έλλειμμα εμπιστοσύνης από τα κόμματα και τα στελέχη τους προς τους πολίτες. Μία κατάσταση που βρίσκει το έρεισμα της στη σαφή πλέον έλλειψη της διαχρονικής πεποίθησης που είχαν τα κομματικά στελέχη προς τους ψηφοφόρους τους για το δεδομένο της ψήφου τους, λόγω των πελατειακών σχέσεων που είχαν αναπτύξει.

  Πώς προέκυψε όμως αυτό το σχετικά αμφίδρομο έλλειμμα εμπιστοσύνης; Τεράστιο ρόλο έπαιξε και παίζει η δυνατότητα μιας όλο και πιο διευρυμένης και πολύπλευρης πλέον ενημέρωσης των πολιτών, από την πληθώρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Μια δυνατότητα που από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, με τα ανάλογα αποτελέσματα. Οι πολίτες ανταλλάσσουν πλέον πληροφορίες σε άμεσο χρόνο, ενώ τα κομματικά στελέχη επικοινωνούν τα μηνύματά τους σε πολλαπλούς και μη «ελεγχόμενους» πλέον αποδέκτες. Με δεδομένο δε πως οι «κακές ειδήσεις» λαμβάνουν τη μεγαλύτερη προσοχή και κυκλοφορούν πιο άμεσα και σε μεγαλύτερο βαθμό, εντείνει το φαινόμενο του ελλείμματος εμπιστοσύνης. Η έλευση δε της τεχνητής νοημοσύνης, έχει ήδη και αναμένεται έτι περαιτέρω να αυξήσει εκθετικά αυτό το έλλειμμα. Ως δευτερεύοντες παράγοντες θα πρέπει να αναφερθούν τόσο η διαρκείς κρίσεις (χρηματοπιστωτική, υγειονομική, ενεργειακή κ.α.) που δημιούργησαν ασφυκτικές καταστάσεις στην κοινωνία αυξάνοντας διαχρονικά το κόστος ζωής των πολιτών δημιουργώντας παράλληλα ανασφάλεια στην επικοινωνία των κομματικών στελεχών, όσο και το ελλιπές (sic) εκπαιδευτικό σύστημα/μοντέλο της χώρας το οποίο είναι εστιασμένο στην παροχή μιας παρωχημένης σε μεγάλο βαθμό εκπαίδευσης και όχι παιδείας, με στόχο την «παραγωγή» πτυχιούχων άνευ -τελικά- αντικειμένου.

  Σκιαγραφώντας με τα λίγα παραπάνω λόγια τη σημερινή κοινωνικοπολιτική και κομματική κατάσταση της χώρας, δικαιολογείται νομίζω η πληθώρα των κομμάτων που θα διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών στις αμέσως επόμενες εθνικές εκλογές. Ο λόγος είναι πως καθένα από αυτά, ιδιαίτερα δε τα νεοπαγή, προσπαθούν να καλύψουν αυτό ακριβώς το έλλειμμα εμπιστοσύνης, παρουσιαζόμενα είτε ως «αδιάφθορα», είτε ως «πολιτικά έμπειρα», απέναντι σε ένα κομματικό κατεστημένο που, αν και ευθύνεται για τα δεινά της χώρας, επικαλείται την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, απέναντι σε αλόγιστες υποσχέσεις.

  Κι εδώ πλέον, κι επειδή η ανάκτηση ή το κέρδος της εμπιστοσύνης των πολιτών μέσω της ψήφου αποτελεί το «Α» και το «Ω» μιας δημοκρατικής και ευνομούμενης λειτουργίας της χώρας, θα πρέπει «κάθε κατεργάρης» να πάει στον «πάγκο» του.

  Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν μπορεί να εναποτεθεί είτε σε μαθητευόμενους μάγους χωρίς καμία πολιτική εμπειρία, είτε σε αμετροεπείς κι αμετανόητους πολιτικούς αρχηγούς που με περίσσιο πολιτικό θράσος εμφανίζονται ως άρτι αφιχθέντες κοινωνικοπολιτικοί σωτήρες. Πολλώ δε μάλλον σε κομματισμούς σχηματισμούς με βεβαρυμμένο πολιτικό παρελθόν που εξακολουθούν να «βλέπουν» τη χώρα ως διεθνές asset προς διαπραγμάτευση. Κι αυτό διότι στην πρώτη μεν περίπτωση -κι έχει αποδειχθεί- η εμπιστοσύνη αυτή γρήγορα προδίδεται όταν έρχεται αντιμέτωπη με την πολύπλοκη πολιτική πραγματικότητα, στη δε περίπτωση των «από μηχανής θεών» εξαντλείται σταδιακά έως του σημείου ταύτισης με την ήδη προϋπάρχουσα πολιτική ιστορία των εκπροσώπων τους.

  Εκείνος τελικά ο κομματικός σχηματισμός που θα καταφέρει να εκφράσει σε ιδεολογικό/πολιτικό επίπεδο της ανησυχίες κι ελπίδες των πολιτών μέσω της στελέχωσής του με έμπειρα πολιτικά και κοινωνικά στελέχη που θα είναι ικανά να εμπνεύσουν, παράλληλα με ένα ορθά δομημένο και κοστολογημένο πρόγραμμα διακυβέρνησης, θα είναι κι εκείνος που θα πρέπει να τύχει και της εμπιστοσύνης της ψήφου των πολιτών.

  Κι αν τέτοιος κομματικός σχηματισμός δεν υπάρχει σήμερα, τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει τη δημιουργία του. Κι αν συγκεντρώσει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, είναι βέβαιο πως θα συμβάλλει καταλυτικά στην πλήρη αναδιαμόρφωση του μεταπολιτευτικού σκηνικού της χώρας.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Ακτή Καλαμίτσας. Ένα κοινωνικό, πολιτικό και νομικό ζήτημα

 

Ακτή Καλαμίτσας. Ένα κοινωνικό, πολιτικό και νομικό ζήτημα που απασχολεί έντονα την τοπική κοινωνία. Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης της; Ποιος ο διαχειριστής της; Ποιοι μπορούν να τη χρησιμοποιούν και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Εάν γυρνούσαμε τον χρόνο αρκετά πίσω, στις δεκαετίες μέχρι και αυτή του ’80 θα αντιλαμβανόμασταν ότι αυτά τα ζητήματα δεν μας απασχολούσαν καθόλου. Από τη δεκαετία του ’90 όμως και μετά (1981-1990) το ζήτημα άρχισε να αποκτά έντονα τον νομικό του χαρακτήρα.

Τι εννοούμε όμως με την έννοια «παραλία»; Την άμμο και τη θάλασσα; Τις εγκαταστάσεις πέρα από αυτά που εξυπηρετούν όσους τα χρησιμοποιούν; Και τα δύο; Κι εδώ πλέον το νομικό ζήτημα είναι το μόνο που δίνει απαντήσεις.

Σύμφωνα με το ν. 2971/2001 (ΦΕΚ Α΄285) η έννοια της παραλίας είναι νομικά προσδιορισμένη και διακριτή από αυτήν του αιγιαλού. Αιγιαλός είναι η ζώνη ξηράς (πχ η άμμος) που βρέχεται από τη θάλασσα μέχρι εκεί που «σκάει» το κύμα κατά τη μεγαλύτερη έκτασή του (πχ τον χειμώνα). Παραλία είναι η ξηρά που προστίθεται στον αιγιαλό και πέραν αυτού για την εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα. Η παραλία είναι ένα διοικητικό-τεχνητό όριο που καθορίζεται (οριοθετείται) με διοικητική πράξη. Σύμφωνα δε με τον ίδιο νόμο (Αρ. 1-3) τόσο ο αιγιαλός όσο και η παραλία ανήκουν κατά κυριότητα στο δημόσιο, η δε πρόσβαση και χρήση τους είναι ελεύθερη και ακώλυτη από όλους.

Τι γίνεται όμως με εγκαταστάσεις που έχουν χτιστεί στην παραλία;

Αρχικά και από τη στιγμή που η πρόσβαση και η χρήση της είναι ελεύθερη και ακώλυτη, οποιαδήποτε μόνιμη κατασκευή σε αυτή απαγορεύεται. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ιδιωτική ή εμπορική μόνιμη εγκατάσταση (πχ εστιατόριο, καφετέρια κλπ) είναι παράνομη και πρέπει να κατεδαφιστεί. Το δημόσιο μπορεί όμως να παραχωρήσει προσωρινά, με αντάλλαγμα και με αυστηρούς όρους τη χρήση του αιγιαλού και της παραλίας σε ιδιώτες για την τοποθέτηση μη μόνιμων κατασκευών όπως ομπρέλες, ξαπλώστρες, καντίνες κλπ. Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση απαγορεύεται η περίφραξή τους έτσι ώστε να διατηρείται το καθεστώς της ελεύθερης και ακώλυτης χρήσης τους από όλους.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν μόνιμες κατασκευές, όπως πχ αποδυτήρια, τουαλέτες αλλά και αναψυκτήρια που έχουν ανεγερθεί με άδεια. Εδώ το δημόσιο -το οποία σε αρκετές περιπτώσεις είναι αυτό που τις ανεγείρει- απλά «ανέχεται» αυτές τις κατασκευές καθώς θεωρείται ότι εξυπηρετούν κοινωφελείς σκοπούς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω, προσαρμοσμένων στην ελληνική πραγματικότητα, αποτελεί η ακτή της Καλαμίτσας, καθώς ο ΕΟΤ ήταν αυτός που στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 (1971-1980) ανήγειρε αποδυτήρια, καταστήματα εστίασης και αναψυκτήρια, τοποθέτησε ομπρέλες και καθίσματα, ταυτόχρονα όμως έβαλε και εισιτήριο για την πρόσβαση αφήνοντας ένα μικρό μέρος της ακτής προς ελεύθερη χρήση στην ανατολική της πλευρά (προς το γνωστό ξενοδοχείο) οριοθετώντας το μάλιστα με… συρματόπλεγμα το οποίο έφτανε (και έμπαινε) στη θάλασσα.

Και κάπου εδώ ξεκινούν (αν και υπαρκτά διαχρονικά) το κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα της περίπτωσης.

Μία πολιτική απόφαση υπό το πρίσμα ενός οράματος για την τουριστική ανάπτυξη της χώρας που ξεκίνησε έντονα στις δεκαετίες του ΄60 και του ’70 (1951-1970), επέβαλε την αξιοποίηση και ανάπτυξη των προς εκμετάλλευση παραλιών της χώρας. Η (δεύτερη) δημιουργία του ΕΟΤ το 1951, η έντονη δραστηριοποίησή του στον τομέα αλλά και οι εξαιρετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της χώρας (κυμαίνονταν από 7%-10% τότε) αποτέλεσαν το υπόβαθρο για την αξιοποίηση και της ακτής της Καλαμίτσας. Η μη κοινωνικά αποδεκτή όμως κατάσταση που είχε δημιουργηθεί (με την επιβολή εισιτηρίου) αλλά και η αλλαγή του πολιτικού κλίματος της εποχής, εξομαλύνθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όταν ο ΕΟΤ με μία σύμβαση το 1985 παραχώρησε προς χρήση και για 30 χρόνια την ακτή στον δήμο Καβάλας, ο οποίος κατήργησε το εισιτήριο και παρέδωσε την ακτή και τις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις της προς ελεύθερη χρήση στους πολίτες.

Τα τελευταία όμως χρόνια της σύμβασης όπως και η λήξη της το 2015 συνέπεσαν με τη δύσκολη περίοδο της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τη χώρα. Έτσι η ΕΤΑΔ, ως διάδοχος του ΕΟΤ στα δικαιώματα κυριότητας και διαχείρισης της ακτής, απέφευγε (και αποφεύγει) συστηματικά την ανανέωση της σύμβασης. Ως Ανώνυμη Εταιρία, λειτουργώντας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και θυγατρική της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας (Υπερταμείο), επιδιώκει τη «βέλτιστη αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται ή περιέρχονται στο χαρτοφυλάκιό της». Με δυο λόγια οι επικεφαλής της  ελέγχονται για τα οικονομικά τους αποτελέσματα και όχι για τις κοινωνικές τους ευαισθησίες. Κατά συνέπεια, η «γλώσσα» που καταλαβαίνουν έχει καθαρά οικονομοτεχνικές έννοιες όπως «μίσθωμα» και «ανάπτυξη». Και αυτό ήταν ήδη γνωστό από το 2015.

Πέρα λοιπόν από το (ξεκαθαρισμένο κατά τη γνώμη μου) ιδιοκτησιακό καθεστώς της ακτής, αλλά και τη δεδομένη ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση των πολιτών σε αυτή, την πάντα υπαρκτή πολιτική διάσταση στο ζήτημα των αποφάσεων που την αφορούν αλλά και την κοινωνική οπτική που θα έπρεπε να τις επηρεάζει, αυτό που έλειψε την δεκαετία από το 2015 μέχρι και σήμερα είναι η συνεννόηση σε μία κοινή γλώσσα που κατανοούν και οι δύο πλευρές. Της ΕΤΑΔ και του δήμου. Και η γλώσσα αυτή, πέραν των παραπάνω εννοιών, περιλαμβάνει και εργαλεία όπως πχ το «master plan» και οι «οικονομοτεχνικές μελέτες». Αμέσως όμως προκύπτουν επιπλέον παράγοντες προς εξέταση όπως: Ποιος θα πληρώσει γι’ αυτά, χωρίς να είναι βέβαια η αίσια κατάληξη των ενεργειών; Πόσο νόμιμο είναι να εγκριθούν δαπάνες για εκτάσεις που δεν ανήκουν -καθ’ οιονδήποτε τρόπο- στον δήμο; Ποιο το πολιτικό κόστος της παράταξης που ηγείται και θα αναλάβει αυτή την πρωτοβουλία κλπ

Πόσο πιο γρήγορη και εύκολη όμως θα ήταν μια συνεννόηση μεταξύ των δύο πλευρών εάν υπήρχαν πάνω στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης οι μελέτες που θα διαμόρφωναν ένα στρατηγικό μεσο-μακροπρόθεσμο σχέδιο εκμετάλλευσης της ακτής; Γιατί σήμερα να εξαντλούμαστε αποκλειστικά και μόνο στο ποιο θα είναι το μίσθωμά της; Και με ποια κριτήρια αυτό προτείνεται ή γίνεται αποδεκτό και είναι σίγουρο ότι θα μπορεί να καταβάλλεται;

Καταληκτικά και ορθολογικά εκφραζόμενοι, ο αιγιαλός και η παραλία της Καλαμίτσας ανήκε και ανήκει στους πολίτες που μπορούν να την χρησιμοποιούν ελεύθερα. Οι όποιες εγκαταστάσεις πάνω σε αυτή διατηρηθούν και όσες άλλες γίνουν, κοινωφελείς ή όχι, θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε ένα ολιστικό και συγκεκριμένο σχέδιο αξιοποίησής τους, με στόχο τόσο την επίτευξη ενός κοινωνικά αλλά και οικονομικά θετικού αποτελέσματος, που όχι μόνο θα προσφέρει θέσεις εργασίας, αλλά θα συμβάλλει και στην περαιτέρω ανάπτυξη της περιοχής αλλά και του δήμου γενικά. Ίσως δε αυτή η προοπτική να δίνει και τις απαντήσεις στα ερωτήματα που προηγήθηκαν.

Το ίδιο ακριβώς «μοντέλο» προσέγγισης θα πρέπει φυσικά να ακολουθηθεί και για το σύνολο των άλλων κτιρίων ή/και εγκαταστάσεων που διεκδικεί ο δήμος. Οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια στα περιοριστικά πλαίσια ενός αποδεκτού ή όχι μισθώματος, χωρίς την επιβαλλόμενη ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων αλλά και ευκαιριών που παρουσιάζουν τα συγκεκριμένα ζητήματα, είναι κατά τη γνώμη μου καταδικασμένη να αποτύχει σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

 

Πηγές

https://www.kavalanews.gr/52147-akti-kalamitsa-otan-eot-egkainiaze-plaz-miso-aiona-prin.html

https://www.kavalapost.gr/apopseis/279725/12-erotiseis-kai-apantiseis-gia-tin-kalamitsa-apo-ton-kosti-simitsi/

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%B8%CE%B1%CF%8D%CE%BC%CE%B1

https://hppc.gr/

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2025

Μια κοινωνία των ατόμων

 

  Σίγουρα δεν είναι η πρώτη φορά που η φράση «έχουμε χάσει πλέον κάθε μέτρο» έχει γραφεί και ακουστεί στην καθημερινότητα όλων μας. Επειδή όμως η επανάληψη είναι η «μητέρα πάσης μαθήσεως» και οι αφορμές πολλές ας την ξαναθυμηθούμε, προσπαθώντας παράλληλα να εξηγήσουμε τα «γιατί».

  Ωράριο κοινής ησυχίας και τήρησή του λοιπόν.

  Αρχικά, η τήρηση του ωραρίου κοινής ησυχίας ρυθμίζεται από την αστυνομική διάταξη 3/1995 (ΦΕΚ Β 15/1996), η οποία και διαχωρίζει αυτό το ωράριο σε ώρες μεσημβρινής και νυχτερινής κοινής ησυχίας, κατά τη θερινή και τη χειμερινή περίοδο (από 15:00 έως 17:30 και 23:00 έως 07:00, και από 15:30 έως 17:30 και 22:00 έως 07:30 αντίστοιχα). Οι παραβάτες -κατόπιν καταγγελίας- διώκονται με τη διαδικασία του αυτόφωρου και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 § 6 του ν. 1481/1984 (ΦΕΚ Α 152/1984) με φυλάκιση ή χρηματική ποινή.

  Η κανονιστική ρύθμιση δηλαδή ισχύει εδώ και δεκαετίες. Τι άλλαξε μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα και ξαφνικά δημιουργείται θέμα σχεδόν κάθε φορά που υπάρχει παραβίαση του ωραρίου, κυρίως τις νυχτερινές ώρες;

  Δυστυχώς αρκετά και όχι προς το καλύτερο. Θα ξεκινήσω από το γεγονός του σεβασμού. Του σεβασμού γενικά και όχι μόνο προς τα δικαιώματα των άλλων. Μία έλλειψη σεβασμού η «διδαχή» του οποίου ξεκινά από τα σχολικά ακόμη χρόνια με την ανοχή, αν όχι καθοδήγηση, των γονέων. Μια έλλειψη σεβασμού που σε συνδυασμό με έναν άκρατο δικαιωματισμό τείνει να καταλάβει κάθε πτυχή του κοινωνικού μας βίου. Από το ντύσιμο και τη συμπεριφορά στο σχολείο, μέχρι τη λεκτική και όχι μόνο βία έναντι όλων.

  Με την εδραίωση δε των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ως… αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητάς μας, το φαινόμενο της λεκτικής βίας πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Και μάλιστα επί παντός επιστητού. Πώς αλλιώς άλλωστε εφόσον η «μαθητεία» μας στις τηλεοπτικές οθόνες, όπου κάθε δημοσιογράφος ή απλός εκφωνητής γίνεται σεισμολόγος, χημικός μηχανικός, ιατροδικαστής ή ότι άλλο, μας έμαθε πως αυτό που μετρά είναι η γνώμη μας, ανεξάρτητα από το εάν μπορούμε να την τεκμηριώσουμε ή όχι. Ποιος ασχολείται άλλωστε; Αρκεί να ακουστεί. Κι όποιος διαφωνεί -επιεικώς- «ας πάει να κουρεύεται»!

  Δικαίως; Για κάποιον εξωφρενικό ίσως λόγο, ναι!

  Γιατί αυτή η γνώμη δεν είναι τίποτε άλλο από το «προϊόν» ενός θυμού. Ενός θυμού που «γεννήθηκε» στα χρόνια των διαδοχικών κρίσεων από το 2010 και μετά. Ενός θυμού που «ανδρωνόταν» παράλληλα με ένα κύμα δικαιωματισμού που διαδέχθηκε τα χρόνια της οικονομικής κρίσης (τουλάχιστον στη χώρα μας) και ξέσπασε ως αντίδραση ενάντια στις απαγορεύσεις, τους εξαναγκασμούς και τις ανάγκες της μεταναστευτικής, της υγειονομικής και της ενεργειακής κρίσης.

  Και σαν να μην έφταναν αυτά, για να επανέρθουμε στο έναυσμα αυτού του κειμένου, ήρθε η έκρηξη των αφίξεων τουριστών στη χώρα. Από τα 12,4 εκ. το 2000, φτάσαμε στα 30,6 εκ. το 2024!

  Μία χώρα και οι πολίτες της δηλαδή που από το 2010 επιβιώνουν εν μέσω διαδοχικών κρίσεων, που διαμορφώνουν τελικά και την ψυχολογία, αν όχι τον χαρακτήρα τους, καλείται να καλύψει και τις ανάγκες διασκέδασης ή/και χαλάρωσης 31 -περίπου- εκατομμυρίων επισκεπτών, με εμφανώς ελλιπείς υποδομές και κάκιστη οργάνωση, αλλά με άκρατη διάθεση για κριτική και σχεδόν πάντα υπό την επήρεια μιας «ευκαιρίας για αρπαχτή».

  Εάν προσθέσετε σε όλα τα παραπάνω και την από ανέκαθεν ροπή μας προς τη διασκέδαση με κάθε αφορμή, που μετά τις διαδοχικές κρίσεις γίνεται ακόμη εντονότερη, αλλά και την πληθώρα των πολιτιστικών, εξωραϊστικών, ποδοσφαιρικών ή άλλων συλλόγων που τους θερινούς μήνες διοργανώνουν τις εκδηλώσεις τους σε ανοιχτούς δημόσιους χώρους, το μείγμα δεν μπορεί παρά μοιάζει με τις δραστηριότητες του μάγματος λίγο πριν την έκρηξη του ηφαιστείου.

  Ναι λοιπόν. Έχουμε χάσει κάθε «αίσθηση του μέτρου». Λόγω έλλειψης σεβασμού προς τον ίδιο μας -τελικά- τον εαυτό. Λόγω των στριμωγμένων δικαιωμάτων μας που μας κάνουν να ξεχνάμε εντελώς τις υποχρεώσεις μας. Και θυμώνουμε. Και θυμωμένοι εκφράζουμε τη γνώμη μας, όποια κι αν είναι, ό,τι κι αν αφορά. Μάθαμε πως τα δικαιώματά μας υπερισχύουν έναντι όλων. Φωνασκώντας διασκεδάζουμε κι όταν χαλαρώνουμε κανείς δεν έχει δικαίωμα να μας ενοχλήσει. Ανεξάρτητα από κάθε νόμο, από κάθε κοινωνική -βρε αδερφέ- υποχρέωση.

  Κι έτσι πορευόμαστε. Σε μια κοινωνία των ατόμων που δεν αποτελούν σύνολο, αλλά ξεχωριστές μονάδες. Χωρίς καθήκοντα, χωρίς υποχρεώσεις.