Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Από τη Μεταπολίτευση στη Νέα Πολιτική Γεωγραφία: Πλουραλισμός, κρίση αντιπροσώπευσης και η αναδιάταξη του ελληνικού κομματικού συστήματος

 

  Ο παραδοσιακός δικομματισμός που χαρακτήριζε το ελληνικό κομματικό σύστημα, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης, κλονίσθηκε με την είσοδο της χώρας στην (τότε) ΕΟΚ και την κοινωνικοπολιτική ώσμωση που δημιούργησε η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου. Η ταυτόχρονη απώλεια της εξουσίας από την Νέα Δημοκρατία και η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ από κίνημα σε κόμμα εξουσίας, δημιούργησαν τις συνθήκες για την οριστική μεταμόρφωση του πολωτικού δικομματικού συστήματος σε «λανθάνων» πλουραλιστικό. Λανθάνων γιατί η ανάγκη που αναδύθηκε για την εκπροσώπηση των νέων κοινωνικών, οικονομικών και επαγγελματικών ομάδων, ερχόταν σε σύγκρουση με την άρνηση απαγκίστρωσης των κομμάτων εξουσίας από το πελατοκεντρικό σύστημα λειτουργίας τους.

  Η ίδια όμως η δημιουργία πλουραλιστικών κομμάτων στη χώρα, προϋπέθετε έναν υγιή εσωκομματικό διάλογο με συνθέσεις και συμβιβασμούς, που θα προσέδιδαν ευελιξία απέναντι στις κοινωνικοπολιτικές μεταβολές και θα απέκλειαν μία ομοιόμορφη ιδεολογική ταυτότητα. Έτσι, με στόχο τη μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα που θα προσέλκυε και μεγαλύτερο αριθμό ψηφοφόρων, αρχικά το ΠΑΣΟΚ υπό τον μανδύα του «εκσυγχρονισμού» και στη συνέχεια η Νέα Δημοκρατία με το όραμα της «μεγάλης κεντροδεξιάς παράταξης», καταβάλουν προσπάθειες να απεκδυθούν τις διαχωριστικές ταμπέλες του «αριστερά – δεξιά». Παράλληλα δημιουργούνται οι συνθήκες για την ανάδυση νέων κομματικών σχηματισμών που προσπαθούν να εκμεταλλευθούν αυτό ακριβώς το κενό, είτε προσελκύοντας «άστεγους» ιδεολογικά δεξιούς και αριστερούς ψηφοφόρους, είτε «καβαλώντας το κύμα» κοινωνικών, οικονομικών ή/και διεθνών εξελίξεων.

  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική κρίση του 2010 και ο «εκλογικός σεισμός» του 2012 αποτελούν οριακά σημεία του κομματικού μετασχηματισμού της χώρας. Oι «ανίερες συμμαχίες» των προηγούμενων δεκαετιών αποτελούν πλέον όχι απλά θέμα συζήτησης αλλά πολιτική και κομματική πρακτική. Τα ίδια τα κόμματα εξουσίας, ή με προοπτική εξουσίας, έχουν αποβάλλει τον ιδεολογικό δογματισμό τους και έχουν εγκαθιδρύσει εσωτερικούς μηχανισμούς που ευνοούν (θεωρητικά) την πολυφωνία στη λήψη αποφάσεων. Ταυτόχρονα όμως και με την ευρεία δημοσιότητα που προσφέρουν τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο, δοκιμάζεται σε μεγάλο βαθμό η ίδια η συνοχή και η αποτελεσματικότητά τους στον εκλογικό στίβο. Φαινόμενα όπως η μη ενιαία κομματική γραμμή και οι εσωκομματικές πιέσεις από ιδεολογικά δογματικές ή άλλες ομάδες συμφερόντων, αποτελούν θέματα που απασχολούν τη δημόσια συζήτηση. Φαινόμενα που είτε εντείνονται, είτε εξομαλύνονται υπό τον μανδύα νομής της εξουσίας.

  Από πολιτική-αναλυτική σκοπιά ο πλουραλισμός στην κυβέρνηση είναι πλεονέκτημα όταν λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου και σύνθεσης, αλλά γίνεται μειονέκτημα όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό παραλυσίας ή εσωτερικής διανομής ισχύος. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι αν ένα κυβερνών κόμμα είναι πλουραλιστικό, αλλά αν μπορεί να μετατρέπει την εσωτερική πολυφωνία σε αποτελεσματική συλλογική απόφαση. Ένα πλουραλιστικό κόμμα με ισχυρούς θεσμούς, σαφείς κανόνες και κοινό στρατηγικό προσανατολισμό μπορεί να παράγει πιο ισορροπημένη διακυβέρνηση. Αν όμως ο πλουραλισμός δεν συνοδεύεται από κοινή πολιτική κατεύθυνση και πειθαρχημένους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, μπορεί να οδηγήσει σε κυβερνητική αστάθεια.

  Κι εδώ ερχόμαστε στο κύριο αντικείμενο αυτού του κειμένου. Το πώς δηλαδή ο πλουραλισμός των κομμάτων και η κρίση αντιπροσώπευσης που έχει επιφέρει, επηρεάζει άμεσα την αναδιάταξη του κομματικού συστήματος της χώρας.

  Εκκινώντας από την κρίση αντιπροσώπευσης μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή από την πληθώρα των κομματικών σχηματισμών που είτε προϋπήρχαν χωρίς αξιόλογη εκλογική απήχηση, είτε έχουν δημιουργηθεί μετά το 2012 και διεκδικούν την ψήφο των πολιτών. Πρόκειται ουσιαστικά για το αποτέλεσμα της στροφής  των κομμάτων εξουσίας προς μια πιο πολυσυλλεκτική εικόνα που ενσωματώνει περισσότερες κοινωνικοοικονομικές (και όχι ιδεολογικές) τάσεις. Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει κυρίως τη μορφή των ομάδων συμφερόντων (φατρίες) στα κόμματα με κεντροδεξιό, και αυτή των συνιστωσών ή τάσεων σε αυτά με (κεντρο)αριστερό ιδεολογικό πρόσημο. Τα κενά που δημιουργούνται σε αυτό το σχήμα προσπαθούν να καλύψουν τα μικρότερα κόμματα. Σε αυτό το κομματικό σύστημα όμως, είναι δεδομένο ότι αρκετοί από τους πολίτες και για τους δικούς τους προσωπικούς λόγους, συνήθως απογοήτευση ή θυμός για τη μη αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων που τους απασχολούν, αισθάνονται πως είτε δεν εκπροσωπούνται από κανέναν, είτε δεν είναι διατεθειμένοι να «χαρίσουν» την ψήφο τους και απέχουν από τις εκλογές, ή αποφασίζουν την τελευταία στιγμή.

  Αξιολογώντας πλέον τη σημερινή κατάσταση, αρχικά, η παραδοχή ύπαρξης ενός πλουραλιστικού κόμματος όπως αυτό της Νέας Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση της χώρας, σε συνδυασμό με μία κατακερματισμένη και πολυκομματική αντιπολίτευση, λειτουργεί ως ιδανικό πεδίο δράσης εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που επιταχύνουν τις συνθήκες «διάβρωσης» του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος

  Περιφερειακά και διεθνή γεγονότα (αναθεωρητισμοί, πολεμικές συγκρούσεις, μεταναστευτικές ροές) ασκούν πίεση στα κόμματα για να πάρουν θέση σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά και εσωτερικών δομών και πολιτικών αποφάσεων/προτάσεων υποστήριξής της. Ως προνομιακά πεδία άσκησης κριτικής από την αντιπολίτευση, τα παραπάνω δημιουργούν συνθήκες πολιτικής ασφυξίας σε ένα πλουραλιστικό κυβερνών κόμμα, το οποίο θα πρέπει στο εσωτερικό του να συνθέσει τις απόψεις στελεχών του που επικαλούνται τις υποχρεώσεις μας στην ΕΕ, τις δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας ή/και προτείνουν (για δικούς τους λόγους) την αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας που θα διατάρασσε τα «ήρεμα νερά», με τις απόψεις εκείνων των στελεχών που προτείνουν μια πιο ενεργή τέτοια με την ανάληψη πρωτοβουλιών και τη λήψη αποφάσεων που θα ενίσχυε τη διεθνή θέση της χώρας.

  Από την άλλη, όταν υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες ή έντονη δημόσια συζήτηση και κριτική σχετικά με το κράτος δικαίου και το κόστος ζωής, ο ίδιος πλουραλισμός μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την πραγματική του αποτελεσματικότητα. Και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις στο κυβερνών κόμμα, αλλά εάν μπορούν αυτές οι διαφορετικές απόψεις να λειτουργήσουν πραγματικά ως εσωτερικός έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας. Αν η εσωτερική πολυφωνία υπάρχει μόνο σε ζητήματα δευτερεύουσας πολιτικής και δεν αγγίζει κρίσιμα ζητήματα θεσμών, δικαιοσύνης, διαφάνειας και λογοδοσίας, τότε ο πλουραλισμός μπορεί να είναι περισσότερο πολιτικό χαρακτηριστικό παρά πραγματικός μηχανισμός ελέγχου.

  Η σοβαρότητα των παραπάνω παραγόντων που επηρεάζουν άμεσα είτε τη διεθνή θέση της χώρας, είτε τη θεσμική ποιότητα και λειτουργία της δημοκρατίας μας, μοιάζει να μην λαμβάνουν την πρέπουσα προσοχή και διάσταση εντός του κομματικού και κυβερνητικού σχηματισμού. Εκεί που κάποιος θα περίμενε μία ζύμωση απόψεων και την εύρεση μιας κοινής συνισταμένης, αυτή προκύπτει αποκλειστικά και μόνο με ένα κριτήριο. Τη νομή της εξουσίας.

  Στην παρούσα χρονική συγκυρία όμως εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φαινόμενο. Μια ισχυρή κοινοβουλευτικά και πολιτικά κυβέρνηση, όχι επειδή διαθέτει κατ' ανάγκην εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική αποδοχή, αλλά επειδή η αντιπολίτευση αδυνατεί να συγκροτήσει έναν σοβαρό και αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Πολλές και διαφορετικές φωνές που δυσκολεύονται όμως να μετατρέψουν την κριτική σε εναλλακτική και αξιόπιστη πρόταση εξουσίας. Αυξημένη πολιτική πολυφωνία αλλά μειωμένη ικανότητα συγκρότησης πολιτικού αντίβαρου.

  Το ιδιαίτερο πολιτικό σχήμα που προκύπτει από τη (σημειολογική) αναφορά των παραπάνω περιλαμβάνει ένα πλουραλιστικό κυβερνών κόμμα με σχετικά ισχυρή αλλά συμπαγή κυβερνητική πλειοψηφία, έντονη κριτική σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, λειτουργίας του κράτους δικαίου και αδυναμίας αντιμετώπισης του ολοένα αυξανόμενου κόστους ζωής, και μία κατακερματισμένη αντιπολίτευση που αδυνατεί να πείσει ότι εκφράζει έναν αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Ως αποτέλεσμα έχουμε τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής ηγεμονίας τύπου Μεξικού.

  Εμβαθύνοντας λίγο περισσότερο στο σημερινό κομματικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα στα κόμματα που έχουν ήδη ή διαθέτουν προοπτική εξουσίας, θα μπορούσαν να αναφερθούν τα παρακάτω.

  Η Νέα Δημοκρατία ως πλουραλιστικό κεντροδεξιό κυβερνών πολιτικό κόμμα συνδυάζει φιλελεύθερες οικονομικές αντιλήψεις με μεταρρυθμιστικές τάσεις αλλά και πιο συντηρητικές απόψεις που προσελκύουν κεντρώους και συντηρητικούς ψηφοφόρους από διαφορετικές κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, βοηθώντας στη διεύρυνση της εκλογικής της βάσης. Η εσωτερική της πολυφωνία όμως δεν εξισορροπεί τα φαινόμενα κυβερνητικής αλαζονείας, λειτουργώντας κυρίως ως μηχανισμός προσέλκυσης ψηφοφόρων.

  Το ΠΑΣΟΚ ως επίσης πλουραλιστικό κεντρώο κόμμα, διαθέτει στελέχη που μπορούν να εκφράσουν -κατά μόνας- έναν τεχνοκρατικό και αξιόπιστο πολιτικό λόγο, ο οποίος όμως λόγω της πολιτικής προϊστορίας και της απώλειας της αίγλης του, παρουσιάζει φυγόκεντρες (κομματικές και στελεχιακές) τάσεις και μένει μακριά από το να κερδίσει πάλι την εμπιστοσύνη των πολιτών.

  Η νέα είσοδος στην πολιτική και κομματική αντιπαράθεση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα. Το νέο αρχηγοκεντρικό κόμμα με κεντροαριστερό ιδεολογικό πρόσημο, επιχειρεί να παρουσιάσει έναν αξιόπιστο πολιτικό λόγο, βασισμένο κυρίως τόσο σε νέα πρόσωπα, όσο και σε παλιά και έμπειρα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Το μεγάλο πλεονέκτημα αλλά ταυτόχρονα και μειονέκτημα του κόμματος είναι ο ίδιος ο αρχηγός του. Με στόχο την προσέλκυση του συνόλου των ψηφοφόρων (και όχι τόσο των στελεχών) του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΠΑΣΟΚ, η πολιτική προϊστορία του προέδρου του ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στους άμεσους σχεδιασμούς του.

  Πώς προκύπτει όμως από τα παραπάνω η επιταχυνόμενη προοπτική αναδιάταξης του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος;

  Συνοπτικά, έχουμε τη Νέα Δημοκρατία να κατέχει την εξουσία και την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη να προσπαθεί να θέσει σταδιακά το ΠΑΣΟΚ εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, ώστε να αποτελέσει τον δεύτερο ισχυρό πόλο εξουσίας. Παράλληλα, η έντονη κριτική σε σειρά σοβαρών πολιτικών ζητημάτων (εξωτερικής πολιτικής, κράτους δικαίου, ακρίβειας κλπ) από μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση δεν βρίσκει την ανάλογη ανταπόκριση τόσο από τους ψηφοφόρους, όσο και στο εσωτερικό της ΝΔ το οποίο εμφανίζεται συμπαγές υπό τον φόβο απώλειας της εξουσίας. Δημιουργείται έτσι μια ιδιότυπη ασυμμετρία πολιτικής ισχύος.

  Υπό αυτές τις συνθήκες αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο η εσωτερική λειτουργία του κυβερνώντος κόμματος και οι πολιτικο-ψηφοθηρικές κονταρομαχίες των άλλων κομμάτων εξουσίας, αλλά και το εάν η προοπτική δημιουργίας ενός νέου πολιτικού σχηματισμού υπό τον Αντ. Σαμαρά ως θεσμικού αντίβαρου, μπορεί να επηρεάσει άμεσα το σημερινό κομματικό σύστημα.

  Για να αλλάξει πραγματικά η μεταπολιτευτική κομματική αρχιτεκτονική, ένα κόμμα με αναφορά στον πρώην πρωθυπουργό θα πρέπει να πετύχει κάτι αρκετά δύσκολο. Να εκφράσει αποτελεσματικά την ελληνική (και όχι μόνο) συντηρητική μετατόπιση της κοινωνίας σε βιώσιμο, οργανωμένο και εκλογικά ανταγωνιστικό πολιτικό ρεύμα.

  Είναι γνωστό ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα οργανώθηκε για δεκαετίες γύρω από έναν σχετικά σταθερό διπολισμό Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ και σχετικά πρόσφατα Νέας Δημοκρατίας – ΣΥΡΙΖΑ. Παρά τις αλλαγές, υπήρχε πάντοτε ένας μεγάλος πόλος της κεντροδεξιάς. Εάν εμφανιστεί ένα νέο κόμμα που προέρχεται ιδεολογικά από τον χώρο της ΝΔ αλλά επιχειρεί να εκφράσει πιο έντονα συντηρητικές, πατριωτικές και κοινωνικά αποδεκτές θέσεις, τότε η κεντροδεξιά παύει να είναι ένας ενιαίος εκλογικός χώρος. Κι αυτό μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το ποσοστό του νέου κόμματος, μετατοπίζοντας ουσιαστικά τον άξονα της πολιτικής συζήτησης. Η πολιτική ρητορική της Νέας Δημοκρατίας θα πρέπει είτε να «κινηθεί» δεξιότερα, είτε να διατηρήσει τον κεντρώο/φιλελεύθερο χαρακτήρα της και να αποδεχθεί ότι ένα τμήμα της δεξιάς εκλογικής βάσης βρίσκεται ήδη και -διογκούμενο- θα συνεχίσει να βρίσκεται αλλού. Και οι δύο επιλογές έχουν κόστος.

  Με βάση όμως ποια στοιχεία ένα νέο πολιτικό κόμμα υπό τον Αντ. Σαμαρά μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη του κομματικού μετασχηματισμού;

  Αρχικά, ο Αντ. Σαμαράς έχει πολιτικό παρελθόν, πρωθυπουργική εμπειρία, αναγνωρισιμότητα και ιστορική σχέση με τη Νέα Δημοκρατία. Άρα δεν θα ξεκινούσε από μηδενική βάση. Απευθύνεται σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό χώρο λέγοντας πως δεν εγκαταλείπει την παράδοση της μεταπολιτευτικής κεντροδεξιάς, αλλά ότι η ΝΔ έχει απομακρυνθεί από αυτή την παράδοση. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από ένα νέο κόμμα που επιχειρεί απλώς να δημιουργήσει έναν καινούργιο πολιτικό χώρο. Το πολιτικό παρελθόν του Αντ. Σαμαρά όμως δεν επιτρέπει να περάσει εύκολα στους ψηφοφόρους η ρητορική εμφάνισης μιας νέας πολιτικής, με την κυριολεκτική έννοια. Επομένως, δημιουργείται ένα ιδιαίτερο πρόβλημα ταυτότητας. Ένα πρόβλημα που η λύση του βρίσκεται στον επιτυχή συνδυασμό της πολιτικής εμπειρίας, με την κοινωνική απαίτηση για πολιτική ανανέωση.

  Παράλληλα, το νέο κόμμα είναι πολύ πιθανό να αντικατοπτρίσει την εικόνα κατακερματισμού της κεντροαριστεράς, σε αυτή της κεντροδεξιάς, δημιουργώντας ένα νέο πολιτικό τρίγωνο ΝΔ–κόμμα Σαμαρά–άλλα δεξιά/συντηρητικά κόμματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο δυσδιάκριτος πλέον ιδεολογικοπολιτικός άξονας Αριστερά–Δεξιά θα μετατοπιστεί στα κοινωνικοπολιτικά θέματα της οικονομίας, των κοινωνικών αξιών, εθνικών θεμάτων, σχέσεων με την ΕΕ και λειτουργίας των θεσμών. Πρόκειται ουσιαστικά για την αρχή μιας πραγματικής αλλαγής της μεταπολιτευτικής πολιτικής γεωγραφίας.

  Η προσέλκυση δε ψηφοφόρων όχι «απλά δεξιών» αλλά κι εκείνων που θεωρούν ότι η παρούσα κυβερνητική πολιτική στα εθνικά θέματα είναι ανεπαρκής κι επιζητούν μεγαλύτερη έμφαση σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, ή πως η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν λύνεται με τη χορήγηση επιδομάτων αλλά (πχ) με την ορθή λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ή/και εντοπίζουν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του κράτους δικαίου στη χώρα (κ.α.), τότε το όλο εγχείρημα θα μπορούσε ένα γίνει πολύ ευρύτερο από ένα αρχηγοκεντρικό «κόμμα Σαμαρά». Σε περίπτωση δε που το νέο κόμμα συγκεντρώσει την προτίμηση ενός ποσοστού μεταξύ 10% - 15% στην πρώτη του εμφάνιση στις εκλογές, θα αποκτήσει μία συστημική επίδραση στο πολιτικό σύστημα της χώρας.

  Επιστρέφοντας έτσι στην αρχή αυτού του κειμένου, ο κομματικός πλουραλισμός που διαδέχθηκε τον πολωτικό δικομματισμό, αποκτά πλέον συγκεκριμένο νόημα και δράση μέσω της δημιουργίας πολλαπλών πόλων εξουσίας. Ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς μεταφέρεται πλέον ως πολιτικό φαινόμενο και στην κεντροδεξιά δημιουργώντας ένα σύνθετο πολικομματικό σύστημα.

  Το πραγματικό ερώτημα πλέον που μένει να απαντηθεί προς την κατεύθυνση της πλήρους αναδιάταξης του ελληνικού κομματικού συστήματος, είναι εάν ένα νέο κόμμα υπό τον Αντ. Σαμαρά μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό ρεύμα που θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς τον ίδιο. Εάν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ναι, τότε θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για ένα νέο πολυκομματικό μοντέλο, τελείως διαφορετικό από αυτό που γνωρίσαμε στη μεγαλύτερη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Πολιτική εμπειρία ή «νέο αίμα» στην πολιτική;

 

  Ένα σοβαρό δίλημμα που σε καιρούς έντονης αμφισβήτησης του κομματικού συστήματος γίνεται εντονότερο, είναι η επιλογή μεταξύ των έμπειρων ή αυτή της εισόδου νέων και άφθαρτων πολιτικών στην πολιτική κονίστρα. Κατά πόσο δηλαδή η εμπειρία, η γνώση και η ικανότητα που αποκτά κάποιος/α μέσω της πολυετούς ενασχόλησής του/της με την πολιτική, αποτελεί ορθότερη επιλογή έναντι των νέων ιδεών, του άφθαρτου και χωρίς εξαρτήσεις πολιτικού προσώπου.

  Εξετάζοντας το ζήτημα με καθαρά ορθολογικά κριτήρια, τόσο η μία όσο και η άλλη επιλογή παρουσιάζουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Είναι βέβαιο ότι σε περιπτώσεις (πχ) διαχείρισης κρίσεων και διαπραγμάτευσης, η πολιτική εμπειρία που αποκτήθηκε μέσω της τριβής με πρόσωπα και καταστάσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, τόσο λόγω της γνώσης του πώς λειτουργεί το σύστημα αλλά και των σχέσεων που έχουν πιθανόν δημιουργηθεί, αποτελεί πιο σίγουρη επιλογή για ένα αίσιο αποτέλεσμα. Είναι όμως αυτή η πολύχρονη εμπειρία που δημιουργεί τις βάσεις για τα μειονεκτήματα αυτής της επιλογής. Η αποξένωση από τα καθημερινά προβλήματα μπορεί να προκαλέσει κόπωση και κυνισμό απομακρύνοντας τον/την πολιτικό από τον απλό κόσμο, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν τις συνθήκες για τη διαμόρφωση ενός κυνικού πολιτικού κατεστημένου που ευνοεί τη δημιουργία φαινομένων διαφθοράς.

  Γιατί όμως αυτό το ζήτημα επανέρχεται σήμερα ως θέμα συζήτησης μεταξύ των πολιτών της χώρας;

  Με δεδομένη την έντονη αμφισβήτηση του κομματικού συστήματος που έχει ήδη αναφερθεί, δύο επιπλέον εξαιρετικά σημαντικοί για τη χώρα παράγοντες έχουν πλέον διαμορφώσει ένα πλαίσιο, που καθορίζει τα όρια εντός των οποίων θα πρέπει να διεξαχθεί αυτή η συζήτηση. Η αμφισβήτηση του κράτους δικαίου και οι περιφερειακές/διεθνείς εξελίξεις.

  Εξετάζοντας τον πρώτο εκ των δύο, πάντα σε σχέση με το βασικό αντικείμενο αυτού του κειμένου, είναι βέβαιο ότι μεγάλη μερίδα των πολιτών λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν της και αξιολογεί πρόσωπα, δημόσιες δηλώσεις και πράξεις του πολιτικού και δικαστικού συστήματος, στην προσπάθειά της να διαμορφώσει γνώμη. Μία γνώμη που θα οδηγήσει και στην επιλογή κομματικών σχηματισμών και προσώπων για την «κατάθεση» της εμπιστοσύνης της. Έτσι, ενώ η πολιτική εμπειρία προσφέρει τη γνώση (θεσμικής και όχι) λειτουργίας του συστήματος και των προσώπων που τον συναπαρτίζουν, αλλά και τους τρόπους επανοικοδόμησής του σε περίπτωση -μερικής ή όχι- κατάρρευσής του, οι νέοι πολιτικοί με το θάρρος της ρήξης τους με ένα κατεστημένο του οποίου δεν αποτελούν μέρος, αλλά και του ανόθευτου από δεσμεύσεις κομματικού ανταγωνισμού, μπορούν να προσφέρουν την ορμή, τις φρέσκες ιδέες αλλά και την ηθική πίεση που απαιτείται σε αυτές τις καταστάσεις.

  Εάν λοιπόν στόχος είναι η επιστροφή των απογοητευμένων ή/και θυμωμένων πολιτών στις κάλπες μέσω (και) της επανάκτησης της εμπιστοσύνης τους προς ένα κοινωνικό κράτος δικαίου, η πολιτική εμπειρία είναι απαραίτητη τόσο όσον αφορά στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών όσο και για το γεγονός πως, γνωρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις, μπορεί να αντισταθεί στις πιέσεις και τους μηχανισμούς εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, ώστε να θωρακίσει νομικά και πρακτικά την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών από πιθανές κομματικές (ή άλλες) παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα όμως και με σκοπό την αποφυγή του συμβιβασμού με το σύστημα, της πολιτικής κόπωσης αλλά και των φαινομένων  του πελατειακού κομματικού συστήματος, εξίσου απαραίτητη είναι η παρουσία νέων πολιτικών που, ως «ηθική πυξίδα», μπορούν να λειτουργήσουν ως αναστολείς αυτών των φαινομένων.

  Μια «συμμαχία», ένας συγκερασμός λοιπόν πολιτικής εμπειρίας και νέων πολιτικών, μπορεί να προσφέρει τα εχέγγυα για την επιστροφή της εμπιστοσύνης των πολιτικών σε αυτόν τον κρίσιμο τομέα λειτουργίας του κράτους. Με τους νέους πολιτικούς να λειτουργούν ως διεμβολείς του παλιού και φορείς ενός διαρκούς αιτήματος για ορθή απονομή της δικαιοσύνης, και τους έμπειρους σε θέσεις από τις οποίες, αντιστεκόμενοι σε πιέσεις και χρησιμοποιώντας τις γνώσεις τους, θα μπορούν με θεσμικό τρόπο να καταπολεμήσουν φαινόμενα διαφθοράς.

  Εξετάζοντας τώρα το ζήτημα των περιφερειακών και διεθνών εξελίξεων και τη θέση της χώρας μας σε αυτές, ως πρώτη παρατήρηση θα πρέπει να αναφερθεί η παγκόσμια και πλήρως εμφανής πλέον πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι διεθνείς σχέσεις, με την  επιστροφή στο «δίκαιο του ισχυρού» έναντι της εφαρμογής των συνθηκών/συμβάσεων του διεθνούς δικαίου. Ένα περιβάλλον εντός του οποίου τα κράτη χάνουν τον ηθικό τους προσανατολισμό και αγνοούν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις, η αστάθεια γίνεται μεταδοτική και ο πάντα υπαρκτός κίνδυνος γενικευμένων συγκρούσεων αυξάνεται. Η παράλυση (αν όχι διάβρωση) των διεθνών οργανισμών, η απαξίωση των αποφάσεων διεθνών δικαστηρίων όταν αυτές δεν είναι αρεστές, αλλά και η επιλεκτική επίκληση και ανάρμοστη ερμηνεία των κανόνων του διεθνούς δικαίου σε συνδυασμό με καινοφανείς ορισμούς όπως αυτός της «προληπτικής άμυνας», καταστρέφουν και τα τελευταία ίχνη εμπιστοσύνης των πολιτών προς μία ανώτερη θεσμική μορφή απονομής του δικαίου. Μία κατάσταση εντός της οποίας η απειλή ή/και η χρήση βίας από τους ισχυρούς κανονικοποιείται με στόχο την επίτευξη κρατικών επιδιώξεων και συμφερόντων, και τους «μικρούς» να νιώθουν απροστάτευτοι και πιεσμένοι για την επιλογή της επόμενης σωστής συμμαχίας.

  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο «λειτουργεί» και η χώρα μας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, της Νότιο-Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η χαρακτηριστικότερη ίσως περιοχή που «αναδεικνύει» και βιώνει το σύνολο των παραπάνω αναφερόμενων.

  Χωρίς να εξετάσουμε τις αιτίες που προκαλούν την αστάθεια στο εύθραυστο αυτό γεωπολιτικό περιβάλλον, το δίλημμα της επιλογή μεταξύ πολιτικής εμπειρίας και «νέου αίματος» στην πολιτική αποκτά ένα νέο όσο και κρίσιμο νόημα. Πρόκειται ουσιαστικά για την επιλογή μεταξύ του γεωπολιτικού ρεαλισμού και των μακροχρόνιων σχέσεων με διπλωματικά δίκτυα και κρατικές ηγεσίες, που δημιουργούν την ικανότητα «διαβάσματος» και ερμηνείας -εμφανών και μη- δηλώσεων και κινήσεων στη διεθνή σκακιέρα, που σε συνδυασμό με την εμπειρία από προηγούμενες περιπτώσεις διαχείρισης παρόμοιων καταστάσεων μπορούν να προσφέρουν την απαιτούμενη αξιοπιστία, τόσο στις ήδη υπάρχουσες όσο και στη δημιουργία νέων συμμαχιών. Παράλληλα όμως η πολιτική εμπειρία σε συνδυασμό με έναν ιδεολογικό παρωπιδισμό τείνει να εγκλωβίζεται σε ένα ήδη εγκατεστημένο status quo χωρίς να αντιλαμβάνεται τις νέες μορφές απειλών (πχ κυβερνοπόλεμος και υβριδικής μορφής απειλές) που δημιουργούν ένα περιβάλλον διστακτικότητας που πιθανά να ενισχύεται από «υπόγεια» δίκτυα επιχειρηματικών συμφερόντων που έχουν πρόσβαση σε πρόσωπα που λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις. Έτσι, το πλεονέκτημα της γνώσης γεννά δισταγμούς και αυτό της μη αίσθησης του κινδύνου μία ασύγγνωστη ορμή. Ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα ικανό να οδηγήσει σε θετικές αλλά και σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις.

  Εδώ, η έλλειψη της διπλωματικής εμπειρίας, του λαϊκισμού και της εύκολης ρητορικής που απευθύνεται στο θυμικό των πολιτών, πρέπει να βρει την ισορροπία της με μια νέα οπτική των πραγμάτων, της τεχνογνωσίας και της γρήγορης λήψης των αποφάσεων που βασίζονται σε δεδομένα από ένα ευρύ δίκτυο πηγών. Παράλληλα με μια διπλωματική εμπειρία που δεν θα αφήνει περιθώρια παρερμηνείας όσον αφορά στην υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας, σε αγαστή συνεργασία με γεωπολιτικούς αναλυτές εγνωσμένου κύρους και υπό την καθοδήγηση μιας μη επιρρεπούς σε λάθη ηγεσίας, η χώρα μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο στις περιφερειακές/διεθνείς προκλήσεις του 21ου αιώνα. Εκεί που η εμπειρία θα προσφέρει τη σταθερότητα, οι νέοι πολιτικοί θα προφέρουν την ελπίδα.

  Εκεί λοιπόν όπου η εμπειρία στερείται ηθικής, παράγονται φαινόμενα διαφθοράς. Κι εκεί που η φρεσκάδα στερείται της γνώσης, προκαλείται αποτελμάτωση. Ο ιδανικός συνδυασμός τους απαιτεί τη συνάντηση της καθαρής συνείδησης με τη γνώση της εξουσίας.

  Κι αν μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένας τέτοιος κομματικός σχηματισμός, τίποτε δεν αποκλείει τη δημιουργία του.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Κομματικές κυβερνητικές συνεργασίες. Ναι, αλλά…

 

  Καιρό τώρα ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί έντονα την πολιτική και κομματική ζωή της χώρας, εμφανώς τουλάχιστον από το 2012 και μετά, έχει να κάνει με τις κυβερνητικές κομματικές συνεργασίες.

  Ιστορικά, κυβερνήσεις συνεργασίας στη χώρα υπήρξαν δεκάδες, αρχής γενομένης από την κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλλέτη, αρχηγού του γαλλικού κόμματος, το 1844 σε συνεργασία με το ρωσικό κόμμα του Ανδρέα Μεταξά. Από τότε και μέχρι τις πρόσφατες συνεργασίες μεταξύ του Αντ. Σαμαρά (ΝΔ) με τον Ευ. Βενιζέλο (ΠΑΣΟΚ) και τον Φ. Κουβέλη (ΔΗΜΑΡ) το 2012 και αυτή του Αλ. Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ) και του Π. Καμμένου (ΑΝΕΛΛ) το 2015, συγκροτήθηκαν ούτε λίγο, ούτε πολύ και για διάφορους λόγους σαράντα (40) περίπου κυβερνήσεις συνεργασίας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η ταραγμένη πολιτικά περίοδος από το 1944 έως το 1950 με το σχηματισμό 16 κυβερνήσεων συνεργασίας.

  Κύρια αιτιολογία συγκρότησης αυτών των κυβερνήσεων στάθηκε η αναγκαιότητα αποφυγής της ακυβερνησίας και η πολυπόθητη απόκτηση της εμπιστοσύνης της Βουλής μέσω της αρχής της δεδηλωμένης

  Η πραγματικότητα όμως ήταν τελείως διαφορετική.

  Αν εξαιρέσει κανείς τις κυβερνήσεις Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου το 1944 και του Κ. Καραμανλή το 1974, το σύνολο σχεδόν των υπόλοιπων κυβερνήσεων συνεργασίας προέκυψαν είτε λόγω των διαθέσεων του παλατιού ή/και πιέσεων του «ξένου παράγοντα», είτε για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, όπως πχ οι κυβερνήσεις των Τζ. Τζανετάκη το 1989 με σκοπό τη μη παραγραφή και την παραπομπή σε δίκη των εμπλεκομένων στα «σκάνδαλα Κοσκωτά και Τόμπρα», αλλά και αυτή του Λ. Παπαδήμου το 2011 (με σοβαρές ενστάσεις από συνταγματολόγους για παράβαση του Συντάγματος) με σκοπό την υλοποίηση των προβλέψεων του 1ου και -τελικά- την υπογραφή του 2ου μνημονίου. Η ονομασία τους άλλωστε ως «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» η πρώτη και «μεταβατική» η δεύτερη, δηλώνουν και τους σκοπούς τους.

  Ως κυβερνήσεις «ειδικού σκοπού» όμως θα πρέπει να θεωρηθούν, τόσο αυτή του Α. Σαμαρά το 2012, όσο και του Αλ. Τσίπρα το 2015 (όπως αναλύθηκαν παραπάνω). Κι αυτό διότι και οι δύο αυτές κυβερνήσεις συνεργασίας σκοπό τους είχαν την ολοκλήρωση των προβλέψεων του 2ου και την αποφυγή αλλά -τελικά- υπογραφή και εφαρμογή του 3ου μνημονίου αντίστοιχα.

  Όσο πραγματική λοιπόν κι αν είναι η επίκληση της αποφυγής της ακυβερνησίας ως αιτία για τη συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας, άλλο τόσο θα πρέπει να θεωρηθεί πως στην ουσία τους οι κυβερνήσεις αυτές -των τελευταίων τουλάχιστον ετών-, συγκροτούνται για να επιτελέσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό.

  Και κάπου εδώ φτάνουμε στο σήμερα.

  Πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία της Κυριακής» με τίτλο «Δείπνο Γεραπετρίτη–Διαμαντοπούλου για συγκυβέρνηση παραγραφής», αναφέρεται σε μυστικές διαβουλεύσεις κορυφαίων στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με στόχο τη διερεύνηση της πιθανότητας συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ των δύο κομμάτων. Ένα δημοσίευμα που διαψεύστηκε άμεσα και με έντονο τρόπο από το σύνολο των εμπλεκομένων ονομάτων που αναφέρονται σε αυτό.

  Τι έχουμε λοιπόν εδώ;

  Εάν το δημοσίευμα αληθεύει, θα πρόκειται για τις προκαταρκτικές συζητήσεις κορυφαίων στελεχών των δύο κομμάτων τα οποία διερευνούν την πιθανότητα συγκρότησης κυβέρνησης -κατ’ ουσίαν- «ειδικού σκοπού». Ένας σκοπός όμως που αρχικά -και σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα- απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως θεμιτός πολιτικά. Παράλληλα δε, βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τη συνεδριακή απόφαση των μελών του ΠΑΣΟΚ που εισηγήθηκε ο αρχηγός του  και στηρίζουν δημόσια και στο σύνολό τους τα στελέχη του.

  Οι διαψεύσεις του δημοσιεύματος, εκτός του ότι αναμένεται να απαντηθούν από την ίδια εφημερίδα, έφεραν στον νου του γράφοντος μιαν άλλη διάψευση πριν αρκετά χρόνια. Χωρίς σε καμία περίπτωση τα δύο γεγονότα να ταυτίζονται μεταξύ τους, ήταν τον Δεκέμβριο του 1966 όταν υπογράφηκε μυστικό πρωτόκολλο μεταξύ του αρχηγού τότε της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλου και του αρχηγού της Ένωσης Κέντρου Γ. Παπανδρέου, το οποίο προέβλεπε πως εάν από τις αμέσως προσεχείς εκλογές (που δεν έγιναν ποτέ λόγω της χούντας που επιβλήθηκε στη χώρα την 21η Απριλίου) δεν προέκυπτε σαφής πλειοψηφία ενός εκ των δύο κομμάτων, τότε αυτά θα συνεργάζονταν. Το γεγονός διαψεύσθηκε τότε από τον Π. Κανελλόπουλο εντός της Βουλής κατόπιν ερώτησης του Στ. Στεφανόπουλου. Το παραδέχθηκε δε ο ίδιος ο Π. Κανελλόπουλος αρκετά αργότερα κατά την κατάθεσή του στη δίκη των πρωταιτίων της δικτατορίας το 1975.

  Συμπερασματικά και με βάση τα παραπάνω, κυβερνήσεις συνεργασίας έχουν υπάρξει δεκάδες κατά το παρελθόν και θα υπάρξουν στο μέλλον. Κι αν εξαιρέσει κανείς -όσο μπορεί- τις διαθέσεις και τον ρόλο του «ξένου παράγοντα» στη σύμπτυξή τους, αυτό που στην ουσία τίθεται ως διακύβευμα για το σκοπό δημιουργίας τους δεν είναι ο κίνδυνος της ακυβερνησίας, αλλά ο σκοπός τους.

  Εάν λοιπόν οι κυβερνήσεις συνεργασίας προκύπτουν κατόπιν προγραμματικών συμφωνιών μεταξύ των κομμάτων, και ο σκοπός σύμπτυξής τους συνάδει με την επιθυμία του λαού, έτσι όπως αυτή εκφράσθηκε δια της ψήφου του, και προωθεί την κοινή και συνταγματικά προβλεπόμενη αντίληψη για το κράτος δικαίου στη χώρα, καλώς να υπάρξουν.

  Εάν όχι, τότε η ευθύνη θα ανήκει εξίσου τόσο σε αυτούς που τις προωθούν, όσο και στους ψηφοφόρους τους.


*Photo από σχετικό άρθρο της ιστοσελίδας parapolitika.gr

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Περί του ελλείμματος της πολιτικής εμπιστοσύνης

 

  Εκείνοι που μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τα πραγματικά μηνύματα πίσω από δημόσιες δηλώσεις και κινήσεις/δράσεις των κομματικών στελεχών τον τελευταίο καιρό, δεν αμφιβάλλουν πλέον για το γεγονός πως η χώρα βρίσκεται σε μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Μία περίοδος που το πιο πιθανό είναι να λήξει το Φθινόπωρο του 2026, μετατρέποντας έτσι τη ΔΕΘ σε βήμα προεκλογικού χαρακτήρα συγκεντρώσεων και εξαγγελιών. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ζήτημα που απασχολεί τους πολίτες της χώρας δεν είναι ο χρόνος των εθνικών εκλογών, αλλά η επιλογή της ψήφου τους. Κι εδώ είναι που αυτό το κείμενο φιλοδοξεί να βοηθήσει.

  Αρχικά θα πρέπει να δηλωθούν τα δεδομένα της σημερινής πολιτικής και κομματικής κατάστασης της χώρας. Και η πρώτη διαπίστωση δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή του πολιτικού και κομματικού κατακερματισμού. Τόσο πολιτικά λοιπόν, με κάθε λογής ρεύμα ή ιδεολογία, από την εξωκοινοβουλευτική/ακτιβιστική αριστερά και την άκρα, τη λαϊκή και ελληνορθόδοξη δεξιά  να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από κοινοβουλευτικά και όχι κόμματα, το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό της χώρας, μοιάζει με πύργο της Βαβέλ που προσπαθεί να «χωνέψει» μέσα του κάθε λογής πολιτική έκφραση. Η διαπίστωση αυτή τεκμηριώνεται μέσω της πληθώρας των κομματικών σχηματισμών που έχουν δημιουργηθεί την τελευταία δεκαετία. Κόμματα που ουσιαστικά και τυπικά ευελπιστούν, ή δηλώνουν ότι εκφράζουν τον παραπάνω περιγραφόμενο ιδεολογικό/πολιτικό κατακερματισμό.

  Από πού και για ποιον λόγο όμως προέκυψε τόσο εμφατικά αυτός ο πολιτικό/κομματικός κερματισμός; Κατά τη γνώμη μου η όλη κατάσταση μπορεί να αιτιολογηθεί με δύο και μόνο λέξεις: έλλειμμα εμπιστοσύνης.

  Ως έλλειμμα εμπιστοσύνης, κυρίως των πολιτών προς τα κόμματα ως ιδεολογικούς φορείς αλλά και τα πολιτικά τους στελέχη, μπορεί να περιγραφεί η συναισθηματική εκείνη κατάσταση των μη δογματικά σκεπτόμενων πολιτών, που κατανοούν πως κανείς δεν είναι άξιος της ψήφου και άρα της εμπιστοσύνης του. Δεν θα πρέπει δε να θεωρηθεί παράξενο και το έλλειμμα εμπιστοσύνης από τα κόμματα και τα στελέχη τους προς τους πολίτες. Μία κατάσταση που βρίσκει το έρεισμα της στη σαφή πλέον έλλειψη της διαχρονικής πεποίθησης που είχαν τα κομματικά στελέχη προς τους ψηφοφόρους τους για το δεδομένο της ψήφου τους, λόγω των πελατειακών σχέσεων που είχαν αναπτύξει.

  Πώς προέκυψε όμως αυτό το σχετικά αμφίδρομο έλλειμμα εμπιστοσύνης; Τεράστιο ρόλο έπαιξε και παίζει η δυνατότητα μιας όλο και πιο διευρυμένης και πολύπλευρης πλέον ενημέρωσης των πολιτών, από την πληθώρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Μια δυνατότητα που από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, με τα ανάλογα αποτελέσματα. Οι πολίτες ανταλλάσσουν πλέον πληροφορίες σε άμεσο χρόνο, ενώ τα κομματικά στελέχη επικοινωνούν τα μηνύματά τους σε πολλαπλούς και μη «ελεγχόμενους» πλέον αποδέκτες. Με δεδομένο δε πως οι «κακές ειδήσεις» λαμβάνουν τη μεγαλύτερη προσοχή και κυκλοφορούν πιο άμεσα και σε μεγαλύτερο βαθμό, εντείνει το φαινόμενο του ελλείμματος εμπιστοσύνης. Η έλευση δε της τεχνητής νοημοσύνης, έχει ήδη και αναμένεται έτι περαιτέρω να αυξήσει εκθετικά αυτό το έλλειμμα. Ως δευτερεύοντες παράγοντες θα πρέπει να αναφερθούν τόσο η διαρκείς κρίσεις (χρηματοπιστωτική, υγειονομική, ενεργειακή κ.α.) που δημιούργησαν ασφυκτικές καταστάσεις στην κοινωνία αυξάνοντας διαχρονικά το κόστος ζωής των πολιτών δημιουργώντας παράλληλα ανασφάλεια στην επικοινωνία των κομματικών στελεχών, όσο και το ελλιπές (sic) εκπαιδευτικό σύστημα/μοντέλο της χώρας το οποίο είναι εστιασμένο στην παροχή μιας παρωχημένης σε μεγάλο βαθμό εκπαίδευσης και όχι παιδείας, με στόχο την «παραγωγή» πτυχιούχων άνευ -τελικά- αντικειμένου.

  Σκιαγραφώντας με τα λίγα παραπάνω λόγια τη σημερινή κοινωνικοπολιτική και κομματική κατάσταση της χώρας, δικαιολογείται νομίζω η πληθώρα των κομμάτων που θα διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών στις αμέσως επόμενες εθνικές εκλογές. Ο λόγος είναι πως καθένα από αυτά, ιδιαίτερα δε τα νεοπαγή, προσπαθούν να καλύψουν αυτό ακριβώς το έλλειμμα εμπιστοσύνης, παρουσιαζόμενα είτε ως «αδιάφθορα», είτε ως «πολιτικά έμπειρα», απέναντι σε ένα κομματικό κατεστημένο που, αν και ευθύνεται για τα δεινά της χώρας, επικαλείται την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, απέναντι σε αλόγιστες υποσχέσεις.

  Κι εδώ πλέον, κι επειδή η ανάκτηση ή το κέρδος της εμπιστοσύνης των πολιτών μέσω της ψήφου αποτελεί το «Α» και το «Ω» μιας δημοκρατικής και ευνομούμενης λειτουργίας της χώρας, θα πρέπει «κάθε κατεργάρης» να πάει στον «πάγκο» του.

  Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν μπορεί να εναποτεθεί είτε σε μαθητευόμενους μάγους χωρίς καμία πολιτική εμπειρία, είτε σε αμετροεπείς κι αμετανόητους πολιτικούς αρχηγούς που με περίσσιο πολιτικό θράσος εμφανίζονται ως άρτι αφιχθέντες κοινωνικοπολιτικοί σωτήρες. Πολλώ δε μάλλον σε κομματισμούς σχηματισμούς με βεβαρυμμένο πολιτικό παρελθόν που εξακολουθούν να «βλέπουν» τη χώρα ως διεθνές asset προς διαπραγμάτευση. Κι αυτό διότι στην πρώτη μεν περίπτωση -κι έχει αποδειχθεί- η εμπιστοσύνη αυτή γρήγορα προδίδεται όταν έρχεται αντιμέτωπη με την πολύπλοκη πολιτική πραγματικότητα, στη δε περίπτωση των «από μηχανής θεών» εξαντλείται σταδιακά έως του σημείου ταύτισης με την ήδη προϋπάρχουσα πολιτική ιστορία των εκπροσώπων τους.

  Εκείνος τελικά ο κομματικός σχηματισμός που θα καταφέρει να εκφράσει σε ιδεολογικό/πολιτικό επίπεδο της ανησυχίες κι ελπίδες των πολιτών μέσω της στελέχωσής του με έμπειρα πολιτικά και κοινωνικά στελέχη που θα είναι ικανά να εμπνεύσουν, παράλληλα με ένα ορθά δομημένο και κοστολογημένο πρόγραμμα διακυβέρνησης, θα είναι κι εκείνος που θα πρέπει να τύχει και της εμπιστοσύνης της ψήφου των πολιτών.

  Κι αν τέτοιος κομματικός σχηματισμός δεν υπάρχει σήμερα, τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει τη δημιουργία του. Κι αν συγκεντρώσει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, είναι βέβαιο πως θα συμβάλλει καταλυτικά στην πλήρη αναδιαμόρφωση του μεταπολιτευτικού σκηνικού της χώρας.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Ακτή Καλαμίτσας. Ένα κοινωνικό, πολιτικό και νομικό ζήτημα

 

Ακτή Καλαμίτσας. Ένα κοινωνικό, πολιτικό και νομικό ζήτημα που απασχολεί έντονα την τοπική κοινωνία. Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης της; Ποιος ο διαχειριστής της; Ποιοι μπορούν να τη χρησιμοποιούν και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Εάν γυρνούσαμε τον χρόνο αρκετά πίσω, στις δεκαετίες μέχρι και αυτή του ’80 θα αντιλαμβανόμασταν ότι αυτά τα ζητήματα δεν μας απασχολούσαν καθόλου. Από τη δεκαετία του ’90 όμως και μετά (1981-1990) το ζήτημα άρχισε να αποκτά έντονα τον νομικό του χαρακτήρα.

Τι εννοούμε όμως με την έννοια «παραλία»; Την άμμο και τη θάλασσα; Τις εγκαταστάσεις πέρα από αυτά που εξυπηρετούν όσους τα χρησιμοποιούν; Και τα δύο; Κι εδώ πλέον το νομικό ζήτημα είναι το μόνο που δίνει απαντήσεις.

Σύμφωνα με το ν. 2971/2001 (ΦΕΚ Α΄285) η έννοια της παραλίας είναι νομικά προσδιορισμένη και διακριτή από αυτήν του αιγιαλού. Αιγιαλός είναι η ζώνη ξηράς (πχ η άμμος) που βρέχεται από τη θάλασσα μέχρι εκεί που «σκάει» το κύμα κατά τη μεγαλύτερη έκτασή του (πχ τον χειμώνα). Παραλία είναι η ξηρά που προστίθεται στον αιγιαλό και πέραν αυτού για την εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα. Η παραλία είναι ένα διοικητικό-τεχνητό όριο που καθορίζεται (οριοθετείται) με διοικητική πράξη. Σύμφωνα δε με τον ίδιο νόμο (Αρ. 1-3) τόσο ο αιγιαλός όσο και η παραλία ανήκουν κατά κυριότητα στο δημόσιο, η δε πρόσβαση και χρήση τους είναι ελεύθερη και ακώλυτη από όλους.

Τι γίνεται όμως με εγκαταστάσεις που έχουν χτιστεί στην παραλία;

Αρχικά και από τη στιγμή που η πρόσβαση και η χρήση της είναι ελεύθερη και ακώλυτη, οποιαδήποτε μόνιμη κατασκευή σε αυτή απαγορεύεται. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ιδιωτική ή εμπορική μόνιμη εγκατάσταση (πχ εστιατόριο, καφετέρια κλπ) είναι παράνομη και πρέπει να κατεδαφιστεί. Το δημόσιο μπορεί όμως να παραχωρήσει προσωρινά, με αντάλλαγμα και με αυστηρούς όρους τη χρήση του αιγιαλού και της παραλίας σε ιδιώτες για την τοποθέτηση μη μόνιμων κατασκευών όπως ομπρέλες, ξαπλώστρες, καντίνες κλπ. Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση απαγορεύεται η περίφραξή τους έτσι ώστε να διατηρείται το καθεστώς της ελεύθερης και ακώλυτης χρήσης τους από όλους.

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν μόνιμες κατασκευές, όπως πχ αποδυτήρια, τουαλέτες αλλά και αναψυκτήρια που έχουν ανεγερθεί με άδεια. Εδώ το δημόσιο -το οποία σε αρκετές περιπτώσεις είναι αυτό που τις ανεγείρει- απλά «ανέχεται» αυτές τις κατασκευές καθώς θεωρείται ότι εξυπηρετούν κοινωφελείς σκοπούς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω, προσαρμοσμένων στην ελληνική πραγματικότητα, αποτελεί η ακτή της Καλαμίτσας, καθώς ο ΕΟΤ ήταν αυτός που στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 (1971-1980) ανήγειρε αποδυτήρια, καταστήματα εστίασης και αναψυκτήρια, τοποθέτησε ομπρέλες και καθίσματα, ταυτόχρονα όμως έβαλε και εισιτήριο για την πρόσβαση αφήνοντας ένα μικρό μέρος της ακτής προς ελεύθερη χρήση στην ανατολική της πλευρά (προς το γνωστό ξενοδοχείο) οριοθετώντας το μάλιστα με… συρματόπλεγμα το οποίο έφτανε (και έμπαινε) στη θάλασσα.

Και κάπου εδώ ξεκινούν (αν και υπαρκτά διαχρονικά) το κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα της περίπτωσης.

Μία πολιτική απόφαση υπό το πρίσμα ενός οράματος για την τουριστική ανάπτυξη της χώρας που ξεκίνησε έντονα στις δεκαετίες του ΄60 και του ’70 (1951-1970), επέβαλε την αξιοποίηση και ανάπτυξη των προς εκμετάλλευση παραλιών της χώρας. Η (δεύτερη) δημιουργία του ΕΟΤ το 1951, η έντονη δραστηριοποίησή του στον τομέα αλλά και οι εξαιρετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της χώρας (κυμαίνονταν από 7%-10% τότε) αποτέλεσαν το υπόβαθρο για την αξιοποίηση και της ακτής της Καλαμίτσας. Η μη κοινωνικά αποδεκτή όμως κατάσταση που είχε δημιουργηθεί (με την επιβολή εισιτηρίου) αλλά και η αλλαγή του πολιτικού κλίματος της εποχής, εξομαλύνθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όταν ο ΕΟΤ με μία σύμβαση το 1985 παραχώρησε προς χρήση και για 30 χρόνια την ακτή στον δήμο Καβάλας, ο οποίος κατήργησε το εισιτήριο και παρέδωσε την ακτή και τις κοινόχρηστες εγκαταστάσεις της προς ελεύθερη χρήση στους πολίτες.

Τα τελευταία όμως χρόνια της σύμβασης όπως και η λήξη της το 2015 συνέπεσαν με τη δύσκολη περίοδο της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τη χώρα. Έτσι η ΕΤΑΔ, ως διάδοχος του ΕΟΤ στα δικαιώματα κυριότητας και διαχείρισης της ακτής, απέφευγε (και αποφεύγει) συστηματικά την ανανέωση της σύμβασης. Ως Ανώνυμη Εταιρία, λειτουργώντας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και θυγατρική της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας (Υπερταμείο), επιδιώκει τη «βέλτιστη αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται ή περιέρχονται στο χαρτοφυλάκιό της». Με δυο λόγια οι επικεφαλής της  ελέγχονται για τα οικονομικά τους αποτελέσματα και όχι για τις κοινωνικές τους ευαισθησίες. Κατά συνέπεια, η «γλώσσα» που καταλαβαίνουν έχει καθαρά οικονομοτεχνικές έννοιες όπως «μίσθωμα» και «ανάπτυξη». Και αυτό ήταν ήδη γνωστό από το 2015.

Πέρα λοιπόν από το (ξεκαθαρισμένο κατά τη γνώμη μου) ιδιοκτησιακό καθεστώς της ακτής, αλλά και τη δεδομένη ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση των πολιτών σε αυτή, την πάντα υπαρκτή πολιτική διάσταση στο ζήτημα των αποφάσεων που την αφορούν αλλά και την κοινωνική οπτική που θα έπρεπε να τις επηρεάζει, αυτό που έλειψε την δεκαετία από το 2015 μέχρι και σήμερα είναι η συνεννόηση σε μία κοινή γλώσσα που κατανοούν και οι δύο πλευρές. Της ΕΤΑΔ και του δήμου. Και η γλώσσα αυτή, πέραν των παραπάνω εννοιών, περιλαμβάνει και εργαλεία όπως πχ το «master plan» και οι «οικονομοτεχνικές μελέτες». Αμέσως όμως προκύπτουν επιπλέον παράγοντες προς εξέταση όπως: Ποιος θα πληρώσει γι’ αυτά, χωρίς να είναι βέβαια η αίσια κατάληξη των ενεργειών; Πόσο νόμιμο είναι να εγκριθούν δαπάνες για εκτάσεις που δεν ανήκουν -καθ’ οιονδήποτε τρόπο- στον δήμο; Ποιο το πολιτικό κόστος της παράταξης που ηγείται και θα αναλάβει αυτή την πρωτοβουλία κλπ

Πόσο πιο γρήγορη και εύκολη όμως θα ήταν μια συνεννόηση μεταξύ των δύο πλευρών εάν υπήρχαν πάνω στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης οι μελέτες που θα διαμόρφωναν ένα στρατηγικό μεσο-μακροπρόθεσμο σχέδιο εκμετάλλευσης της ακτής; Γιατί σήμερα να εξαντλούμαστε αποκλειστικά και μόνο στο ποιο θα είναι το μίσθωμά της; Και με ποια κριτήρια αυτό προτείνεται ή γίνεται αποδεκτό και είναι σίγουρο ότι θα μπορεί να καταβάλλεται;

Καταληκτικά και ορθολογικά εκφραζόμενοι, ο αιγιαλός και η παραλία της Καλαμίτσας ανήκε και ανήκει στους πολίτες που μπορούν να την χρησιμοποιούν ελεύθερα. Οι όποιες εγκαταστάσεις πάνω σε αυτή διατηρηθούν και όσες άλλες γίνουν, κοινωφελείς ή όχι, θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε ένα ολιστικό και συγκεκριμένο σχέδιο αξιοποίησής τους, με στόχο τόσο την επίτευξη ενός κοινωνικά αλλά και οικονομικά θετικού αποτελέσματος, που όχι μόνο θα προσφέρει θέσεις εργασίας, αλλά θα συμβάλλει και στην περαιτέρω ανάπτυξη της περιοχής αλλά και του δήμου γενικά. Ίσως δε αυτή η προοπτική να δίνει και τις απαντήσεις στα ερωτήματα που προηγήθηκαν.

Το ίδιο ακριβώς «μοντέλο» προσέγγισης θα πρέπει φυσικά να ακολουθηθεί και για το σύνολο των άλλων κτιρίων ή/και εγκαταστάσεων που διεκδικεί ο δήμος. Οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια στα περιοριστικά πλαίσια ενός αποδεκτού ή όχι μισθώματος, χωρίς την επιβαλλόμενη ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων αλλά και ευκαιριών που παρουσιάζουν τα συγκεκριμένα ζητήματα, είναι κατά τη γνώμη μου καταδικασμένη να αποτύχει σε μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

 

Πηγές

https://www.kavalanews.gr/52147-akti-kalamitsa-otan-eot-egkainiaze-plaz-miso-aiona-prin.html

https://www.kavalapost.gr/apopseis/279725/12-erotiseis-kai-apantiseis-gia-tin-kalamitsa-apo-ton-kosti-simitsi/

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%B8%CE%B1%CF%8D%CE%BC%CE%B1

https://hppc.gr/