Ο παραδοσιακός
δικομματισμός που χαρακτήριζε το ελληνικό κομματικό σύστημα, τόσο πριν, όσο και
κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης, κλονίσθηκε με την είσοδο
της χώρας στην (τότε) ΕΟΚ και την κοινωνικοπολιτική ώσμωση που δημιούργησε η
φιλελευθεροποίηση του εμπορίου. Η ταυτόχρονη απώλεια της εξουσίας από την Νέα
Δημοκρατία και η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ από κίνημα σε κόμμα εξουσίας,
δημιούργησαν τις συνθήκες για την οριστική μεταμόρφωση του πολωτικού
δικομματικού συστήματος σε «λανθάνων» πλουραλιστικό. Λανθάνων γιατί η ανάγκη
που αναδύθηκε για την εκπροσώπηση των νέων κοινωνικών, οικονομικών και
επαγγελματικών ομάδων, ερχόταν σε σύγκρουση με την άρνηση απαγκίστρωσης των
κομμάτων εξουσίας από το πελατοκεντρικό σύστημα λειτουργίας τους.
Η ίδια όμως η
δημιουργία πλουραλιστικών κομμάτων στη χώρα, προϋπέθετε έναν υγιή εσωκομματικό
διάλογο με συνθέσεις και συμβιβασμούς, που θα προσέδιδαν ευελιξία απέναντι στις
κοινωνικοπολιτικές μεταβολές και θα απέκλειαν μία ομοιόμορφη ιδεολογική
ταυτότητα. Έτσι, με στόχο τη μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα που θα προσέλκυε
και μεγαλύτερο αριθμό ψηφοφόρων, αρχικά το ΠΑΣΟΚ υπό τον μανδύα του
«εκσυγχρονισμού» και στη συνέχεια η Νέα Δημοκρατία με το όραμα της «μεγάλης
κεντροδεξιάς παράταξης», καταβάλουν προσπάθειες να απεκδυθούν τις διαχωριστικές
ταμπέλες του «αριστερά – δεξιά». Παράλληλα δημιουργούνται οι συνθήκες για την
ανάδυση νέων κομματικών σχηματισμών που προσπαθούν να εκμεταλλευθούν αυτό
ακριβώς το κενό, είτε προσελκύοντας «άστεγους» ιδεολογικά δεξιούς και
αριστερούς ψηφοφόρους, είτε «καβαλώντας το κύμα» κοινωνικών, οικονομικών ή/και
διεθνών εξελίξεων.
Μέσα σε αυτό το
πλαίσιο, η οικονομική κρίση του 2010 και ο «εκλογικός σεισμός» του 2012 αποτελούν
οριακά σημεία του κομματικού μετασχηματισμού της χώρας. Oι «ανίερες συμμαχίες» των προηγούμενων
δεκαετιών αποτελούν πλέον όχι απλά θέμα συζήτησης αλλά πολιτική και κομματική
πρακτική. Τα ίδια τα κόμματα εξουσίας, ή με προοπτική εξουσίας, έχουν αποβάλλει
τον ιδεολογικό δογματισμό τους και έχουν εγκαθιδρύσει εσωτερικούς μηχανισμούς
που ευνοούν (θεωρητικά) την πολυφωνία στη λήψη αποφάσεων. Ταυτόχρονα όμως και
με την ευρεία δημοσιότητα που προσφέρουν τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο, δοκιμάζεται
σε μεγάλο βαθμό η ίδια η συνοχή και η αποτελεσματικότητά τους στον εκλογικό
στίβο. Φαινόμενα όπως η μη ενιαία κομματική γραμμή και οι εσωκομματικές πιέσεις
από ιδεολογικά δογματικές ή άλλες ομάδες συμφερόντων, αποτελούν θέματα που
απασχολούν τη δημόσια συζήτηση. Φαινόμενα που είτε εντείνονται, είτε
εξομαλύνονται υπό τον μανδύα νομής της εξουσίας.
Από
πολιτική-αναλυτική σκοπιά ο πλουραλισμός στην κυβέρνηση είναι πλεονέκτημα όταν
λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου και σύνθεσης, αλλά γίνεται μειονέκτημα όταν
μετατρέπεται σε μηχανισμό παραλυσίας ή εσωτερικής διανομής ισχύος. Το κρίσιμο στοιχείο
εδώ δεν είναι αν ένα κυβερνών κόμμα είναι πλουραλιστικό, αλλά αν μπορεί να
μετατρέπει την εσωτερική πολυφωνία σε αποτελεσματική συλλογική απόφαση. Ένα
πλουραλιστικό κόμμα με ισχυρούς θεσμούς, σαφείς κανόνες και κοινό στρατηγικό
προσανατολισμό μπορεί να παράγει πιο ισορροπημένη διακυβέρνηση. Αν όμως ο
πλουραλισμός δεν συνοδεύεται από κοινή πολιτική κατεύθυνση και πειθαρχημένους
μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, μπορεί να οδηγήσει σε κυβερνητική αστάθεια.
Κι εδώ ερχόμαστε στο
κύριο αντικείμενο αυτού του κειμένου. Το πώς δηλαδή ο πλουραλισμός των κομμάτων
και η κρίση αντιπροσώπευσης που έχει επιφέρει, επηρεάζει άμεσα την αναδιάταξη
του κομματικού συστήματος της χώρας.
Εκκινώντας από την
κρίση αντιπροσώπευσης μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή από την πληθώρα των
κομματικών σχηματισμών που είτε προϋπήρχαν χωρίς αξιόλογη εκλογική απήχηση,
είτε έχουν δημιουργηθεί μετά το 2012 και διεκδικούν την ψήφο των πολιτών.
Πρόκειται ουσιαστικά για το αποτέλεσμα της στροφής των κομμάτων εξουσίας προς μια πιο
πολυσυλλεκτική εικόνα που ενσωματώνει περισσότερες κοινωνικοοικονομικές (και
όχι ιδεολογικές) τάσεις. Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει κυρίως τη μορφή των ομάδων
συμφερόντων (φατρίες) στα κόμματα με κεντροδεξιό, και αυτή των συνιστωσών ή
τάσεων σε αυτά με (κεντρο)αριστερό ιδεολογικό πρόσημο. Τα κενά που
δημιουργούνται σε αυτό το σχήμα προσπαθούν να καλύψουν τα μικρότερα κόμματα. Σε
αυτό το κομματικό σύστημα όμως, είναι δεδομένο ότι αρκετοί από τους πολίτες και
για τους δικούς τους προσωπικούς λόγους, συνήθως απογοήτευση ή θυμός για τη μη
αντιμετώπιση καίριων ζητημάτων που τους απασχολούν, αισθάνονται πως είτε δεν
εκπροσωπούνται από κανέναν, είτε δεν είναι διατεθειμένοι να «χαρίσουν» την ψήφο
τους και απέχουν από τις εκλογές, ή αποφασίζουν την τελευταία στιγμή.
Αξιολογώντας πλέον τη
σημερινή κατάσταση, αρχικά, η παραδοχή ύπαρξης ενός πλουραλιστικού κόμματος
όπως αυτό της Νέας Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση της χώρας, σε συνδυασμό με μία
κατακερματισμένη και πολυκομματική αντιπολίτευση, λειτουργεί ως ιδανικό πεδίο δράσης
εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που επιταχύνουν τις συνθήκες «διάβρωσης»
του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος
Περιφερειακά και διεθνή
γεγονότα (αναθεωρητισμοί, πολεμικές συγκρούσεις, μεταναστευτικές ροές) ασκούν
πίεση στα κόμματα για να πάρουν θέση σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά και
εσωτερικών δομών και πολιτικών αποφάσεων/προτάσεων υποστήριξής της. Ως
προνομιακά πεδία άσκησης κριτικής από την αντιπολίτευση, τα παραπάνω
δημιουργούν συνθήκες πολιτικής ασφυξίας σε ένα πλουραλιστικό κυβερνών κόμμα, το
οποίο θα πρέπει στο εσωτερικό του να συνθέσει τις απόψεις στελεχών του που
επικαλούνται τις υποχρεώσεις μας στην ΕΕ, τις δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας ή/και
προτείνουν (για δικούς τους λόγους) την αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας που θα
διατάρασσε τα «ήρεμα νερά», με τις απόψεις εκείνων των στελεχών που προτείνουν
μια πιο ενεργή τέτοια με την ανάληψη πρωτοβουλιών και τη λήψη αποφάσεων που θα
ενίσχυε τη διεθνή θέση της χώρας.
Από την άλλη, όταν
υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες ή έντονη δημόσια συζήτηση και κριτική σχετικά με
το κράτος δικαίου και το κόστος ζωής, ο ίδιος πλουραλισμός μπορεί να
αμφισβητηθεί ως προς την πραγματική του αποτελεσματικότητα. Και το κρίσιμο
ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις στο κυβερνών κόμμα,
αλλά εάν μπορούν αυτές οι διαφορετικές απόψεις να λειτουργήσουν πραγματικά ως
εσωτερικός έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας. Αν η εσωτερική πολυφωνία υπάρχει
μόνο σε ζητήματα δευτερεύουσας πολιτικής και δεν αγγίζει κρίσιμα ζητήματα
θεσμών, δικαιοσύνης, διαφάνειας και λογοδοσίας, τότε ο πλουραλισμός μπορεί να
είναι περισσότερο πολιτικό χαρακτηριστικό παρά πραγματικός μηχανισμός ελέγχου.
Η σοβαρότητα των
παραπάνω παραγόντων που επηρεάζουν άμεσα είτε τη διεθνή θέση της χώρας, είτε τη
θεσμική ποιότητα και λειτουργία της δημοκρατίας μας, μοιάζει να μην λαμβάνουν
την πρέπουσα προσοχή και διάσταση εντός του κομματικού και κυβερνητικού
σχηματισμού. Εκεί που κάποιος θα περίμενε μία ζύμωση απόψεων και την εύρεση
μιας κοινής συνισταμένης, αυτή προκύπτει αποκλειστικά και μόνο με ένα κριτήριο.
Τη νομή της εξουσίας.
Στην παρούσα χρονική
συγκυρία όμως εμφανίζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φαινόμενο. Μια ισχυρή
κοινοβουλευτικά και πολιτικά κυβέρνηση, όχι επειδή διαθέτει κατ' ανάγκην
εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική αποδοχή, αλλά επειδή η αντιπολίτευση αδυνατεί να
συγκροτήσει έναν σοβαρό και αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Πολλές και
διαφορετικές φωνές που δυσκολεύονται όμως να μετατρέψουν την κριτική σε
εναλλακτική και αξιόπιστη πρόταση εξουσίας. Αυξημένη πολιτική πολυφωνία αλλά
μειωμένη ικανότητα συγκρότησης πολιτικού αντίβαρου.
Το ιδιαίτερο
πολιτικό σχήμα που προκύπτει από τη (σημειολογική) αναφορά των παραπάνω
περιλαμβάνει ένα πλουραλιστικό κυβερνών κόμμα με σχετικά ισχυρή αλλά συμπαγή
κυβερνητική πλειοψηφία, έντονη κριτική σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, λειτουργίας
του κράτους δικαίου και αδυναμίας αντιμετώπισης του ολοένα αυξανόμενου κόστους
ζωής, και μία κατακερματισμένη αντιπολίτευση που αδυνατεί να πείσει ότι εκφράζει
έναν αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Ως αποτέλεσμα έχουμε τη δημιουργία
συνθηκών πολιτικής ηγεμονίας τύπου Μεξικού.
Εμβαθύνοντας λίγο
περισσότερο στο σημερινό κομματικό σύστημα της χώρας, ιδιαίτερα στα κόμματα που
έχουν ήδη ή διαθέτουν προοπτική εξουσίας, θα μπορούσαν να αναφερθούν τα
παρακάτω.
Η Νέα Δημοκρατία ως
πλουραλιστικό κεντροδεξιό κυβερνών πολιτικό κόμμα συνδυάζει φιλελεύθερες
οικονομικές αντιλήψεις με μεταρρυθμιστικές τάσεις αλλά και πιο συντηρητικές
απόψεις που προσελκύουν κεντρώους και συντηρητικούς ψηφοφόρους από διαφορετικές
κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, βοηθώντας στη διεύρυνση της εκλογικής της
βάσης. Η εσωτερική της πολυφωνία όμως δεν εξισορροπεί τα φαινόμενα κυβερνητικής
αλαζονείας, λειτουργώντας κυρίως ως μηχανισμός προσέλκυσης ψηφοφόρων.
Το ΠΑΣΟΚ ως επίσης
πλουραλιστικό κεντρώο κόμμα, διαθέτει στελέχη που μπορούν να εκφράσουν -κατά
μόνας- έναν τεχνοκρατικό και αξιόπιστο πολιτικό λόγο, ο οποίος όμως λόγω της πολιτικής
προϊστορίας και της απώλειας της αίγλης του, παρουσιάζει φυγόκεντρες
(κομματικές και στελεχιακές) τάσεις και μένει μακριά από το να κερδίσει πάλι
την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η νέα είσοδος στην
πολιτική και κομματική αντιπαράθεση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης,
έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα. Το νέο αρχηγοκεντρικό κόμμα με κεντροαριστερό
ιδεολογικό πρόσημο, επιχειρεί να παρουσιάσει έναν αξιόπιστο πολιτικό λόγο,
βασισμένο κυρίως τόσο σε νέα πρόσωπα, όσο και σε παλιά και έμπειρα στελέχη του
ΣΥΡΙΖΑ. Το μεγάλο πλεονέκτημα αλλά ταυτόχρονα και μειονέκτημα του κόμματος
είναι ο ίδιος ο αρχηγός του. Με στόχο την προσέλκυση του συνόλου των ψηφοφόρων
(και όχι τόσο των στελεχών) του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΠΑΣΟΚ, η πολιτική
προϊστορία του προέδρου του ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στους
άμεσους σχεδιασμούς του.
Πώς προκύπτει όμως
από τα παραπάνω η επιταχυνόμενη προοπτική αναδιάταξης του μεταπολιτευτικού
κομματικού συστήματος;
Συνοπτικά, έχουμε τη
Νέα Δημοκρατία να κατέχει την εξουσία και την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη να
προσπαθεί να θέσει σταδιακά το ΠΑΣΟΚ εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, ώστε
να αποτελέσει τον δεύτερο ισχυρό πόλο εξουσίας. Παράλληλα, η έντονη κριτική σε
σειρά σοβαρών πολιτικών ζητημάτων (εξωτερικής πολιτικής, κράτους δικαίου,
ακρίβειας κλπ) από μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση δεν βρίσκει την ανάλογη
ανταπόκριση τόσο από τους ψηφοφόρους, όσο και στο εσωτερικό της ΝΔ το οποίο
εμφανίζεται συμπαγές υπό τον φόβο απώλειας της εξουσίας. Δημιουργείται έτσι μια
ιδιότυπη ασυμμετρία πολιτικής ισχύος.
Υπό αυτές τις
συνθήκες αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο η εσωτερική λειτουργία του
κυβερνώντος κόμματος και οι πολιτικο-ψηφοθηρικές κονταρομαχίες των άλλων
κομμάτων εξουσίας, αλλά και το εάν η προοπτική δημιουργίας ενός νέου πολιτικού
σχηματισμού υπό τον Αντ. Σαμαρά ως θεσμικού αντίβαρου, μπορεί να επηρεάσει
άμεσα το σημερινό κομματικό σύστημα.
Για να αλλάξει
πραγματικά η μεταπολιτευτική κομματική αρχιτεκτονική, ένα κόμμα με αναφορά στον
πρώην πρωθυπουργό θα πρέπει να πετύχει κάτι αρκετά δύσκολο. Να εκφράσει
αποτελεσματικά την ελληνική (και όχι μόνο) συντηρητική μετατόπιση της κοινωνίας
σε βιώσιμο, οργανωμένο και εκλογικά ανταγωνιστικό πολιτικό ρεύμα.
Είναι γνωστό ότι η
μεταπολιτευτική Ελλάδα οργανώθηκε για δεκαετίες γύρω από έναν σχετικά σταθερό
διπολισμό Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ και σχετικά πρόσφατα Νέας Δημοκρατίας –
ΣΥΡΙΖΑ. Παρά τις αλλαγές, υπήρχε πάντοτε ένας μεγάλος πόλος της κεντροδεξιάς. Εάν
εμφανιστεί ένα νέο κόμμα που προέρχεται ιδεολογικά από τον χώρο της ΝΔ αλλά
επιχειρεί να εκφράσει πιο έντονα συντηρητικές, πατριωτικές και κοινωνικά αποδεκτές
θέσεις, τότε η κεντροδεξιά παύει να είναι ένας ενιαίος εκλογικός χώρος. Κι αυτό
μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το ποσοστό του νέου κόμματος,
μετατοπίζοντας ουσιαστικά τον άξονα της πολιτικής συζήτησης. Η πολιτική
ρητορική της Νέας Δημοκρατίας θα πρέπει είτε να «κινηθεί» δεξιότερα, είτε να
διατηρήσει τον κεντρώο/φιλελεύθερο χαρακτήρα της και να αποδεχθεί ότι ένα τμήμα
της δεξιάς εκλογικής βάσης βρίσκεται ήδη και -διογκούμενο- θα συνεχίσει να βρίσκεται
αλλού. Και οι δύο επιλογές έχουν κόστος.
Με βάση όμως ποια
στοιχεία ένα νέο πολιτικό κόμμα υπό τον Αντ. Σαμαρά μπορεί να αποτελέσει τον
καταλύτη του κομματικού μετασχηματισμού;
Αρχικά, ο Αντ. Σαμαράς
έχει πολιτικό παρελθόν, πρωθυπουργική εμπειρία, αναγνωρισιμότητα και ιστορική
σχέση με τη Νέα Δημοκρατία. Άρα δεν θα ξεκινούσε από μηδενική βάση. Απευθύνεται
σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό χώρο λέγοντας πως δεν εγκαταλείπει την
παράδοση της μεταπολιτευτικής κεντροδεξιάς, αλλά ότι η ΝΔ έχει απομακρυνθεί από
αυτή την παράδοση. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από ένα νέο κόμμα που επιχειρεί
απλώς να δημιουργήσει έναν καινούργιο πολιτικό χώρο. Το πολιτικό παρελθόν του Αντ.
Σαμαρά όμως δεν επιτρέπει να περάσει εύκολα στους ψηφοφόρους η ρητορική
εμφάνισης μιας νέας πολιτικής, με την κυριολεκτική έννοια. Επομένως, δημιουργείται
ένα ιδιαίτερο πρόβλημα ταυτότητας. Ένα πρόβλημα που η λύση του βρίσκεται στον
επιτυχή συνδυασμό της πολιτικής εμπειρίας, με την κοινωνική απαίτηση για
πολιτική ανανέωση.
Παράλληλα, το νέο
κόμμα είναι πολύ πιθανό να αντικατοπτρίσει την εικόνα κατακερματισμού της
κεντροαριστεράς, σε αυτή της κεντροδεξιάς, δημιουργώντας ένα νέο πολιτικό
τρίγωνο ΝΔ–κόμμα Σαμαρά–άλλα δεξιά/συντηρητικά κόμματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο
δυσδιάκριτος πλέον ιδεολογικοπολιτικός άξονας Αριστερά–Δεξιά θα μετατοπιστεί
στα κοινωνικοπολιτικά θέματα της οικονομίας, των κοινωνικών αξιών, εθνικών
θεμάτων, σχέσεων με την ΕΕ και λειτουργίας των θεσμών. Πρόκειται ουσιαστικά για
την αρχή μιας πραγματικής αλλαγής της μεταπολιτευτικής πολιτικής γεωγραφίας.
Η προσέλκυση δε
ψηφοφόρων όχι «απλά δεξιών» αλλά κι εκείνων που θεωρούν ότι η παρούσα
κυβερνητική πολιτική στα εθνικά θέματα είναι ανεπαρκής κι επιζητούν μεγαλύτερη
έμφαση σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, ή πως η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν
λύνεται με τη χορήγηση επιδομάτων αλλά (πχ) με την ορθή λειτουργία της
Επιτροπής Ανταγωνισμού, ή/και εντοπίζουν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του
κράτους δικαίου στη χώρα (κ.α.), τότε το όλο εγχείρημα θα μπορούσε ένα γίνει
πολύ ευρύτερο από ένα αρχηγοκεντρικό «κόμμα Σαμαρά». Σε περίπτωση δε που το νέο
κόμμα συγκεντρώσει την προτίμηση ενός ποσοστού μεταξύ 10% - 15% στην πρώτη του
εμφάνιση στις εκλογές, θα αποκτήσει μία συστημική επίδραση στο πολιτικό σύστημα
της χώρας.
Επιστρέφοντας έτσι
στην αρχή αυτού του κειμένου, ο κομματικός πλουραλισμός που διαδέχθηκε τον
πολωτικό δικομματισμό, αποκτά πλέον συγκεκριμένο νόημα και δράση μέσω της
δημιουργίας πολλαπλών πόλων εξουσίας. Ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς
μεταφέρεται πλέον ως πολιτικό φαινόμενο και στην κεντροδεξιά δημιουργώντας ένα
σύνθετο πολικομματικό σύστημα.
Το πραγματικό ερώτημα πλέον που μένει να απαντηθεί προς την κατεύθυνση της πλήρους αναδιάταξης του ελληνικού κομματικού συστήματος, είναι εάν ένα νέο κόμμα υπό τον Αντ. Σαμαρά μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό ρεύμα που θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς τον ίδιο. Εάν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ναι, τότε θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για ένα νέο πολυκομματικό μοντέλο, τελείως διαφορετικό από αυτό που γνωρίσαμε στη μεγαλύτερη διάρκεια της μεταπολίτευσης.
