Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝ.ΕΛΛ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝ.ΕΛΛ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Πολιτικές ακροβασίες

Εάν οι ΑΝ.ΕΛΛ. υλοποιήσουν την υπόσχεση για απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς την κυβέρνηση, πριν το κείμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών έρθει προς κύρωση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, και δεν προκηρυχθούν άμεσα εθνικές εκλογές, αυτό θα σημαίνει πως ο κ. Τσίπρας έχει επιλέξει να συνεργασθεί με το κομμάτι εκείνο της πολιτικής και κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της κατεστημένης και διαχρονικής διαφθοράς, που φέρει ακέραια την ευθύνη για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική πτώχευση της χώρας.

Αυτή όμως η (πιθανή) επιλογή, ακυρώνει στην πράξη έναν εκ των βασικών πυλώνων συνεργασίας του με τους ΑΝ.ΕΛΛ., αλλά και διακαή πόθο της πλειονότητας των Ελλήνων, για την πλήρη διερεύνηση των σκανδάλων και την κάθαρση του πολιτικού (και όχι μόνο) συστήματος της χώρας, από το τμήμα εκείνο της πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ που την οδήγησαν στη σημερινή της κατάσταση, υποθηκεύοντας ουσιαστικά το μέλλον των επόμενων γενεών των Ελλήνων.

Μοναδικός σκοπός, η -με κάθε τρόπο- κύρωση της Συμφωνίας, αλλά και η παραμονή του στην εξουσία για λίγους ακόμη μήνες, με την ελπίδα ότι θα καταφέρει να ανατρέψει τις σημερινές δυσμενείς προβλέψεις, προβάλλοντας το «κοινωνικό» του «πρόσωπο», εις βάρος όμως της εθνικής αξιοπρέπειας χάριν της μελλοντικής οικονομικής «ευρωστίας».

Θα έχει θέσει όμως παράλληλα τις βάσεις, για την αμφισβήτηση της ιστορικής συνέχειας και συνοχής της χώρας, υποθηκεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο έστω και ένα τμήμα της αέναης πολιτιστικής και πολιτισμικής της κληρονομιάς.

Η τελική επιλογή, ήταν και παραμένει πάντα στους πολίτες.

(photo από δημοσίευμα της ιστοσελίδας kathimerini.gr)

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Οι λεπτές ισορροπίες

Την 1η Μαρτίου, στο δημοσιευμένο μου κείμενο με τον τίτλο «Κερδίσαμε ;» και με αφορμή τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, είχα επισημάνει ότι « …η «δημιουργική ασάφεια» σε ένα κείμενο, μπορεί μεν να δίνει την ευχέρεια ερμηνείας του κατά το δοκούν από εκείνους που το διαβάζουν, και θα πρέπει στη συνέχεια να το εξηγήσουν, στην πραγματικότητα όμως απλά παρατείνει στο σχετικά άμεσο μέλλον την αδήριτη ανάγκη της πλήρους εξήγησής του, σε συμφωνία και αγαστή συνεργασία μάλιστα όσων το έχουν υπογράψει.
Το μόνο λοιπόν που προσφέρει στην παρούσα φάση η ασάφεια των όρων, των λέξεων και των προτάσεων των κειμένων του Eurogroup, είναι η δημιουργία ενός «κενού χρόνου», μιας … «ανακωχής» θα έλεγε κανείς, μέχρις ότου ο καθένας από τους υπογράφοντες κληθεί εκ των πραγμάτων να έρθει και πάλι στο σημείο της αντιπαράθεσης, που προϋπήρχε της υπογραφής τους … Θετικό το γεγονός ότι αυτός ο «κενός χρόνος» μπορεί εκμεταλλευθεί από την ελληνική κυβέρνηση ώστε, βασιζόμενη στην ανωτέρω ασάφεια των όρων, προβεί στις πολιτικές και νομοθετικές εκείνες ενέργειες που θα ενισχύσουν τόσο το διαπραγματευτικό, όσο και το πολιτικό αλλά και  με κοινωνικό προσανατολισμό προφίλ της.
 Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι ενέργειες αυτές να μην δημιουργήσουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης, εντός του οποίου η ίδια θα κληθεί να λειτουργήσει σε λίγους μήνες. Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση, στο άμεσο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να «διαλέξει τις θέσεις μάχης της» και ποιοι θα είναι απέναντί της. Το σενάριο μιας  -κατ’ αρχήν- «βελούδινης σύγκρουσης» με τους «εταίρους» και δανειστές μας είναι υπαρκτό, αλλά δεν  πρόκειται να μείνει εκεί.
Λεπτές σίγουρα οι ισορροπίες και δύσκολες οι αποφάσεις.»

Οι λεπτές λοιπόν ισορροπίες, κάποιοι τις αποκαλούν και «βάδισμα σε τεντωμένο σχοινί», που ήταν και είναι αναγκασμένη εκ των πραγμάτων να κρατά η σημερινή κυβέρνηση, είναι δεδομένο ότι δεν μπορούν να ισχύσουν για καιρό.
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της 12ης Ιουλίου, τόσο η κατάσταση -αρκετών πια- οξύμωρων σχημάτων που έχουν δημιουργηθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή, όσο και η εμπειρία των μέχρι σήμερα διαπραγματεύσεων με τους «εταίρους» και δανειστές μας, αλλά και αυτών που έπονται, εξακολουθούν να δημιουργούν και μάλιστα να αυξάνουν σε ένταση, το ασφυκτικό εκείνο περιβάλλον μέσα στο οποίο οποιαδήποτε επαμφοτερίζουσα θέση, δεν μπορεί (και δεν πρόκειται) να γίνει δεκτή από κανέναν.
Στους αμέσως προσεχείς μήνες, αν όχι ημέρες, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εγκαταλείψει την τακτική των «δύο προσώπων», ένα για το εσωτερικό και ένα για το εξωτερικό, και να οριστικοποιήσει τις πραγματικές της θέσεις.
Με δυο λόγια, είναι πρακτικά (και διαπραγματευτικά) αδύνατο, να «υιοθετεί» στο εσωτερικό της χώρας την ρητορική του «πραξικοπήματος» και της «συνθηκολόγησης» που μας επιβλήθηκε από τους «εταίρους» μας (κι αυτό αληθεύει), ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει ότι με τους ίδιους ακριβώς «εταίρους» θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί, επιδιώκοντας να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της, κυρίως δε όσον αφορά την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, ακόμη κι εάν κάτι τέτοιο προβλέπεται στα όσα έχουν υπογραφεί.
Με ποιο σκεπτικό και κάτω από ποια πίεση, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι τους οποίους κάποιοι κατηγορούν ανοιχτά ότι ουσιαστικά κατέλυσαν την δημοκρατία στην Ελλάδα, θα δεχθούν τα δίκαια αιτήματά μας, όταν αποδεδειγμένα δεν το έχουν πράξει μέχρι σήμερα ;
Για ποιον μάλιστα λόγο να το κάνουν, όταν γνωρίζουν ότι ο χρόνος λειτουργεί πλέον εις βάρος μας (πχ, στα μέσα Αυγούστου λήγουν και πάλι ομόλογα αξίας 3,5δις της ΕΚΤ) ;
Εάν λοιπόν η συμφωνία της 12ης Ιουλίου έγινε με το βαθύτερο σκεπτικό να κερδηθεί χρόνος, ο χρόνος αυτός α) δεν είναι απεριόριστος και β) ως αξία -σήμερα- βρίσκεται στα «χέρια των αντιπάλων».
Από την άλλη, η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την αφορμή για την ανάδειξη των ήδη υπαρχόντων πολιτικών διαφορών, τόσο μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και στους Ανεξάρτητους Έλληνες.
Διαφορές που εάν μέχρι πρότινος -και μέχρι σήμερα- παραβλέπονταν για χάρη της κυβερνητικής σταθερότητας, είναι πλέον φανερό ότι θα οδηγήσουν σε καταστάσεις που α) δεν ευνοούν την διαπραγματευτική θέση της χώρας και β) είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε αλλαγές στο πολιτικό της σκηνικό.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι σήμερα η κυβέρνηση (και για διαφορετικούς λόγους) βρίσκεται στην ίδια περίπου θέση με την προηγούμενη κατά τους τελευταίους τρεις περίπου μήνες της θητείας της, όταν η κυβερνητική απραξία, που τότε από κάποιους περιγραφόταν ως «τα μολύβια κάτω», είχε ως γενεσιουργή της αιτία την αδιόρατη «απειλή» των πρόωρων εκλογών και της αλλαγής της πολιτικής κατάστασης στη χώρα (όπως αναφέρεται και πιο πάνω).
Τουλάχιστον έτσι η κατάσταση ενδεχομένως να «μεταφραστεί», από εκείνους ακριβώς με τους οποίους καλούμαστε να διαπραγματευτούμε.
Θεωρώ ως αρκετά πιθανό πλέον, η κυβερνητική σταθερότητα να αποτελέσει προαπαιτούμενο (όπως ακριβώς και τα πρόσφατα νομοσχέδια) από τους «εταίρους» μας, για μία «σωστή και με σοβαρότητα διαπραγμάτευση». Το ζήτημα δε της «εμπιστοσύνης» είναι επίσης πιθανό να κάνει και πάλι την «εμφάνισή» του κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που έπονται.
Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά θα επιδιωχθεί η πραγμάτωση ενός εκ των βασικότερων στόχων τους. Η δημιουργία στην Ελλάδα μιας πειθήνιας (συνεργάσιμης για κάποιους) κυβέρνησης η οποία θα κληθεί να εφαρμόσει τα μέτρα του τρίτου μνημονίου που είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει ως συνέπεια μιας νέας δανειακής σύμβασης.
Μιας δανειακής σύμβασης και ενός μνημονίου που ήταν γνωστό σε όλους (από το 2010) ότι θα έπρεπε να υπάρξει, ακριβώς λόγω του ότι τα πέντε χρόνια των δύο προηγούμενων υφεσιακών προγραμμάτων-μνημονίων, δεν είχαν σκοπό τη διάσωση της χώρας, αλλά αυτή των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών (στην 1η δανειακή) και των ελληνικών (στην 2η), ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνταν οι κατάλληλες εκείνες συνθήκες εντός της χώρας, που θα την οδηγούσαν και πάλι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αλλά αυτή τη φορά σε ακόμη πιο δυσχερή θέση.
Δεν χωρά νομίζω καμία αμφιβολία ότι κυρίως με την υπογραφή της 2ης δανειακής σύμβασης τον Φεβρουάριο του 2012 από την κυβέρνηση Παπαδήμου και της τροποποίησής της τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, το σύνολο σχεδόν των περιουσιακών στοιχείων της χώρας, παραδόθηκε «στα χέρια» των δανειστών, μέσω της παραίτησης από κάθε ασυλία τόσο της χώρας, όσο (και για πρώτη φορά) της Τράπεζας της Ελλάδας αλλά και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).
Η πραγματικότητα αυτή, το δεδομένο δηλαδή ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης συμφωνίας την επόμενη μέρα (και για αρκετούς μήνες) δε θα υπήρχε τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα (με ότι αυτό συνεπάγεται), έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Και είναι αυτή που, σε συνδυασμό με τους πιθανούς εθνικούς κινδύνους που ενδεχομένως είτε θα «προκαλούνταν» από εξωγενείς παράγοντες, είτε ως συνέπεια μιας ευρείας κοινωνικής αναταραχής, οδήγησε το χέρι του πρωθυπουργού στην υπογραφή της συμφωνίας.
Αυτό όμως είναι κάτι που θα έπρεπε να γνωρίζει.
Εάν λοιπόν όλα τα ανωτέρω, ως εξήγηση ή λογική υπόθεση αληθεύουν, μοναδικά πλέον επιχειρήματα της θέλησης για την κατάκτηση (και διατήρηση) της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους Ανεξάρτητους Έλληνες, δεν μπορεί να ήταν (και να είναι) άλλα, από α) την πραγματική και σε βάθος διερεύνηση των ευθυνών όσων με τις αποφάσεις τους οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή της κατάσταση και φυσικά την προσαγωγή τους στην δικαιοσύνη και β) μέσω των προηγούμενων ενεργειών και ως αποτέλεσμά τους, την αλλαγή του πολιτικού και μεγαλο-επιχειρηματικού περιβάλλοντος της χώρας και την «επαναφορά» ή αναπροσανατολισμό τους σε ένα υγιές και λειτουργικό σύστημα.
Κάτι που δεν θα μπορούσε (και δεν μπορεί) να γίνει -και δεν έγινε- με κυβερνήσεις οι οποίες περιελάμβαναν ή θα περιλαμβάνουν τα ίδια -πιθανόν-  πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως να φέρουν αυτές τις ευθύνες.
Αυτό είναι και το αφήγημα που θα πρέπει να υιοθετήσουν πλέον οι δύο σημερινοί συγκυβερνώντες πολιτικοί σχηματισμοί.
Και φυσικά να το θέσουν άμεσα σε εφαρμογή.
Δεν αρκεί όμως μόνον αυτό.
Άμεσα επίσης θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή ένα νέο στρατηγικά σχεδιασμένο πλαίσιο για την πραγματική και σε βάθος παραγωγική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας, με στόχους και προτεραιότητες που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εθνικής οικονομίας και της κοινωνίας, σε τομείς όπου η χώρα μας έχει συγκριτικό πλεονέκτημα. Στο ίδιο ακριβώς στρατηγικό πλαίσιο θα πρέπει να περιγράφονται επακριβώς και οι τρόποι με τους οποίους θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την μεσο-μακροπρόθεσμη άρση των δυσμενών επιπτώσεων που θα φέρουν στην ελληνική κοινωνία τα μέτρα που πρόκειται να επιβληθούν μέσω του 3ου μνημονίου.
Οι δύο ανωτέρω στόχοι πρέπει να τεθούν το δυνατό συντομότερο σε εφαρμογή, καθότι μπορούν -κατά τη γνώμη μου- να δημιουργήσουν τις ικανές αλλά και αναγκαίες συνθήκες, για την έξοδο της χώρας μας από την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία, τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια.
Μετά δε και την δυσμενή κατάληξη των διαπραγματεύσεων, κρίνονται πλέον ως ελάχιστες απαιτήσεις του συνόλου των πολιτών που εμπιστεύθηκαν με την ψήφο τους στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου τους δύο συνεργαζόμενους κυβερνητικούς σχηματισμούς ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων.
Έχοντας ως δεδομένα ότι α) το πολιτικό περιβάλλον στην Ευρώπη δεν μπορεί να αλλάξει από την μια μέρα στην άλλη, αν και τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη γίνει με την Ελλάδα (για άλλη μία φορά) ως «πυροκροτητή» των εξελίξεων, και β) η ίδια η ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά της, δεν ήταν και δεν είναι έτοιμη για μία ρήξη η οποία θα οδηγούσε τη χώρα και τους πολίτες της σε καταστάσεις που θα θύμιζαν ανάλογες αρκετών δεκαετιών πίσω, αυτό που θα πρέπει να σκεφτούμε είναι ότι εμείς, ως λαός, δίνοντας το χέρι ο ένας στον άλλο όπως κάναμε πάντα, μπορούμε να οδηγήσουμε και πάλι την Ελλάδα στη θέση που της αξίζει.
Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο εάν συνεχίσουμε να παρέχουμε αν όχι την εμπιστοσύνη, τουλάχιστον την ανοχή μας σ’ εκείνους που με βαθύ αίσθημα ευθύνης, επωμιζόμενοι ένα κόστος -όπως κι εμείς- για το οποίο δεν ήταν υπεύθυνοι, αποφάσισαν να φέρουν εις πέρας αυτό το τιτάνιο έργο.

Κι αν η απογοήτευση (το λιγότερο) κυριαρχεί σήμερα ως συναίσθημα, είναι γνωστό ότι το δέντρο της αισιοδοξίας πότιζε πάντα η ελπίδα. 

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Στόχος τους, η «Εμπιστοσύνη»

Την 1η Μαρτίου που μας πέρασε, στο άρθρο με τίτλο «Κερδίσαμε ;» έγραφα ότι « … η νέα ελληνική κυβέρνηση, στο άμεσο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να «διαλέξει τις θέσεις μάχης της» και ποιοι θα είναι απέναντί της. Το σενάριο μιας  -κατ’ αρχήν- «βελούδινης σύγκρουσης» με τους «εταίρους» και δανειστές μας είναι υπαρκτό, αλλά δεν  πρόκειται να μείνει εκεί», προσπαθώντας να δώσω το «στίγμα» όσων πρόκειται να συμβούν στο άμεσα προσεχές μέλλον.

Ένα ακριβώς μήνα πριν, την 1η Φεβρουαρίου σε άρθρο με τίτλο «Μια κυνική ομολογία ;», είχα επισημάνει ότι η δημόσια δήλωση του κ. Σουλτς ότι θα προτιμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να είχε συνεργαστεί με «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ» και όχι με τους Ανεξάρτητους Έλληνες για το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, ουσιαστικά σηματοδοτούσε « … την αρχή (ίσως) μιας υπόγειας προσπάθειας για τη διάλυση αυτής της κυβερνητικής συνεργασίας, η οποία δε βολεύει με τίποτε, τόσο τους εγχώριους όσο και τους εκτός Ελλάδος διαχρονικά ωφελούμενους, από τις πολιτικές αποφάσεις των πολιτικών ταγών της χώρας. Μία προσπάθεια που, κατά τη γνώμη μου, ίσως κατευθυνθεί προσπαθώντας να βρει ευήκοα ώτα, όσο περίεργο κι αν ακουστεί σε κάποιους, κυρίως προς την (λεγόμενη) αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, παροτρύνοντας τους εκφραστές της στη σκλήρυνση της στάσης τους, όσον αφορά τις θέσεις και ιδέες τους, με τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμφωνήσουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες».

Συνδυάζοντας κανείς τις δύο πάνω παρατηρήσεις, και με δεδομένο μέχρι σήμερα ότι με τις κατάλληλες και αναγκαίες για την κυβερνητική σταθερότητα εσωτερικές πολιτικές αποφάσεις ισορροπίας, τόσο από πλευράς του ΣΥΡΙΖΑ αλλά κυρίως των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, με στόχο την διατήρηση του άκρως απαραίτητου κλίματος εμπιστοσύνης προς τη νέα κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και την μετάδοση του «μηνύματος» προς τους «εταίρους» και δανειστές μας, πως η κυβέρνηση αυτή διαθέτει εκτός της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού, το απαραίτητο εκείνο κύρος και αξιοπιστία που την εδραιώνουν πολιτικά, η στόχευση όσων αντιδρούν στη νέα πολιτική ανάταξης όχι μόνο της οικονομίας, αλλά και της εθνικής αξιοπρέπειας της Ελλάδας μέσω της «εκμετάλλευσης» ΚΑΙ του γεωπολιτικού της ρόλου, έχει πλέον αλλάξει.

Κατανοώντας, οι «εταίροι» μας, ότι μία ανατροπή της παρούσας κυβερνητικής συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι άμεσα εφικτή, έχουν ρίξει όλο το βάρος της πίεσής τους στην προσπάθεια δημιουργίας ενός κλίματος εσωτερικής αστάθειας, με τον ίδιο ακριβώς όμως πραγματικό στόχο. Την προσπάθεια αλλαγής -σταδιακά αυτή τη φορά- της πολιτικής ατζέντας της (όποιας) κυβέρνησης υπάρχει στην Ελλάδα.

Και πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ;
Με τη δοκιμασμένη τεχνική της «πίεσης μέχρι να υποκύψει το θύμα».
Μοχλός φυσικά της πίεσης, η οικονομική αδυναμία της χώρας να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις των δανειστών της.

Πρόθυμοι εκφραστές, και για τα δικά του συμφέροντα ο καθένας, τόσο οι θεσμικοί και όχι εκπρόσωποί τους και, επίσης φυσικά, κεντρικά ΜΜΕ τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού.
Δημοσιεύματα επί δημοσιευμάτων για την «επικείμενη πτώχευση της Ελλάδας», το «επικείμενο Grexit» ή «Graccident» που επρόκειτο να συμβεί από μέρα σε μέρα ή από εβδομάδα σε εβδομάδα, που όλο και αναβαλλόταν !

Δηλώσεις επί δηλώσεων για τον «κίνδυνο να μην καταβληθούν μισθοί και συντάξεις», για το ότι «οι τράπεζες μένουν από ρευστό» και φυσικά για το ότι οι «εταίροι» μας έχουν ήδη επεξεργασθεί σενάρια για την έξοδο της χώρας από το ευρώ, που αυτοδιαψεύδονταν τόσο από τους ίδιους όσο και από την πραγματικότητα !

Αποτέλεσμα όλων αυτών ;

Το μήνυμα του φόβου και της ανασφάλειας σταδιακά επανέρχεται στην ελληνική κοινωνία. Η εμπιστοσύνη προς τη νέα κυβέρνηση σταδιακά φθείρεται.

 Επόμενο βήμα, η πρόκληση εσωτερικών αναταραχών, σε περίπτωση που τελικά επιμείνουμε στην «αδιάλλακτη» κατ’ αυτούς στάση μας. Αναταραχών και επεισοδίων που τα πρώτα τους δείγματα είδαμε στις οθόνες των τηλεοράσεών μας, στις συνήθεις περιοχές της Αθήνας, για άλλους φυσικά λόγους. Επεισόδια που θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα, εάν εκείνοι που τα προκαλούσαν αντιμετωπίζονταν με την πρακτική της καταστολής. Κάτι που ευτυχώς δεν έγινε.

Με ποιο τρόπο λοιπόν μπορεί να πιεσθεί η κυβέρνηση να αλλάξει την διακηρυγμένη πολιτική της ;

Μοναδικός τρόπος, η ταύτισή της στη συλλογική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, με τις εφαρμοσμένες μνημονιακές πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων, μέσω της λήψης μέτρων που θα παραπέμπουν ευθέως σε αυτές, όπως πχ η συνέχιση της καταβολής του ΕΝΦΙΑ, η επιβολή ειδικών εισφορών σε επαγγελματικές ομάδες, η αναβολή μέτρων οικονομικής ανακούφισης των Ελλήνων κλπ.

Μόνο έτσι, και με την κατάλληλη κάθε φορά καθοδήγηση, μία συντονισμένη αντίδραση υπό τη μορφή μαζικών διαδηλώσεων θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική ή, φυσικά, να προσφύγει και πάλι στις κάλπες με τη διεξαγωγή εθνικών εκλογών ή δημοψηφίσματος.

Αυτός είναι και ο λόγος που (κατά την καθαρά προσωπική μου γνώμη) τα σενάρια εκλογών ή δημοψηφίσματος, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, στην πραγματικότητα εκπορεύονται από τα ίδια ακριβώς κέντρα εξουσίας που επιθυμούν την αλλαγή πολιτικής στην Ελλάδα.

Και εξηγούμαι.

Σε οποιοδήποτε σενάριο διεξαγωγής εκλογών ή δημοψηφίσματος, μέσα σε ένα ήδη φορτισμένο και άκρως κατευθυνόμενο κλίμα φόβου και ανασφάλειας στην Ελλάδα, το οποίο φυσικά θα ενταθεί κατά την περίοδο αμέσως πριν τη διεξαγωγή τους, είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε μείωση της εκλογικής επιρροής ή της αξιοπιστίας των κυβερνώντων κομμάτων και -κατ’ επέκταση- στην αλλαγή πολιτικής στη χώρα, μέσω είτε της δημιουργίας μιας πειθήνιας κυβέρνησης με διαφορετικούς εταίρους, είτε την επικράτηση του φόβου που θα εκφρασθεί ως δημοψηφισματική εντολή για αλλαγή των πολιτικών αποφάσεων, προς μία πιο υποχωρητική στάση απέναντι στους «εταίρους», κάτι που ουσιαστικά θα σημάνει την ολική αλλαγή της πορείας της χώρας, από την πραγματική ανάπτυξη σε εκείνη υπό την απόλυτη δέσμευση και εκμετάλλευσή της για τα επόμενα χρόνια.

Μοναδική «έξοδος διαφυγής» από τον ως άνω σχεδιασμό και την άκρως εκβιαστική πολιτική που ασκούν οι «εταίροι» μας, είναι η εκδήλωση της απόλυτης εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση.

Εκεί και θα πρέπει να στοχεύει κάθε επόμενη ενέργεια της παρούσας κυβέρνησης.

Μιας εμπιστοσύνης που, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ήταν και συνεχίζει να είναι το ισχυρότερο «όπλο» στα χέρια της. Μιας εμπιστοσύνης που η καταρράκωσή της έχει γίνει ο Νο 1 στόχος των δανειστών μας, από την πρώτη ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της.
Μιας εμπιστοσύνης που θα πρέπει να συνεχίσει να απολαμβάνει η συγκυβέρνηση εθνικής σωτηρίας των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μέχρι την πραγματική εκπλήρωση των διακηρυγμένων εδώ και χρόνια στόχων της.


Της πραγματικής ανάταξης της εθνικής οικονομίας και αξιοπρέπειας, μέσω της συνολικής εφαρμογής ενός διακηρυγμένου, τόσο από το ΣΥΡΙΖΑ όσο και από τους Ανεξάρτητους Έλληνες,  Στρατηγικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Μια μοναδική ευκαιρία

Δεκαπέντε μόλις ημέρες πέρασαν από την ανάληψη των καθηκόντων της νέας κυβέρνησης συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛΛ.
Δεκαπέντε ημέρες που ήταν ικανές να αλλάξουν την ψυχολογία των Ελλήνων. Να φέρουν ένα αίσθημα ενότητας, που τόσο είχε λείψει απ’ όλους, τα πέντε τουλάχιστον τελευταία χρόνια της μνημονιακής λαίλαπας.

Δεκαπέντε ημέρες που ήταν ικανές να αλλάξουν τη διεθνή ατζέντα και να φέρουν το ζήτημα των πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονται στην Ελλάδα, ως κεντρικό θέμα των συζητήσεων που επηρεάζουν τόσο την Ευρώπη, όσο και την παγκόσμια πραγματικότητα.

Θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο πλέον, ότι τα πρώτα δείγματα των πολιτικών τοποθετήσεων και δηλώσεων από ανώτατα κυβερνητικά στελέχη, τα οποία συμπληρώθηκαν από την εναρκτήρια ομιλία της νέας προέδρου της Βουλής αλλά και τις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης, θα ακολουθήσουν στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση, τόσο τα ανάλογα Σχέδια Νόμων που πρόκειται να κατατεθούν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, όσο και οι αποφάσεις του νομοθετικού σώματος των Ελλήνων.

Σχέδια Νόμων που θα αντιμετωπίζουν με καίριο και όσο το δυνατό πιο άμεσο τρόπο την καθημερινότητα των πολιτών, αίροντας και αναστέλλοντας τις συνέπειες των εγκληματικών πολιτικών της άκρατης λιτότητας που υπαγορεύθηκαν και επιβλήθηκαν από τους «εταίρους» και δανειστές μας, προκαλώντας ουσιαστικά την ανθρωπιστική κρίση στη χώρα μας.

Και αποφάσεις της Βουλής  που θα βάλουν τέλος στην χρόνια (και δίκαιη) απαξίωση της πολιτικής και την αποστροφή που νιώθουν στην πλειονότητά τους οι Έλληνες, προς κάθε τι και κάθε έναν που είχε ή έχει αποφασίσει να ασχοληθεί ενεργά με αυτή (το γνωστό … «όλοι ίδιοι είναι»).

Όσον αφορά δε αυτό το τελευταίο, θα πρέπει, παράλληλα με τα νομοσχέδια που πρόκειται να κατατεθούν, να ληφθούν οι πρωτοβουλίες εκείνες που θα εκριζώνουν τα διαχρονικά καρκινώματα που απομυζούσαν, και συνεχίζουν ακόμη να απομυζούν, το μόχθο των Ελλήνων.

Καρκινώματα που χρόνια τώρα κατάφεραν να εδραιώσουν τη θέση τους στην ελληνική επιχειρηματική –κυρίως– πραγματικότητα. Καρκινώματα που πολλαπλασιάσθηκαν έχοντας άλλοτε τη νομική και άλλοτε την πολιτική κάλυψη που απλόχερα -πολλές φορές- τους προσφέρθηκε, δημιουργώντας τους γνωστούς και αγνώστους οικονομικούς ολιγάρχες της πατρίδας μας. Καρκινώματα που εξαπλώθηκαν και κατέλαβαν το ζωτικό χώρο του υγιούς εκείνου κομματιού των ευσυνείδητων πολιτών που, είτε συνέχισαν να φέρουν βαρύ και ανάλγητο το φορτίο της υποστήριξης των δημοσίων εσόδων, είτε εγκατέλειψαν τη «μάχη», παραδίδοντας … άνευ όρων «τα όπλα» της προσπάθειας για την καθημερινή τους επιβίωση, στερώντας τόσο από τους ίδιους, όσο και από τις οικογένειές τους (και τις  οικογένειες όσων τυχόν εργάζονταν σε αυτούς) ακόμη και τα απλά εκείνα μέσα της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Στην κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξαρτήτων Ελλήνων λοιπόν, δίνεται η μοναδική ίσως ευκαιρία στα χρόνια της μεταπολίτευσης, με την υποστήριξη της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτών της ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτή εκφράσθηκε με τα ενωτικά συλλαλητήρια της περασμένης εβδομάδας, και όσο η λαϊκή εντολή είναι ακόμη νωπή, με κάθε νόμιμο τρόπο κι ενεργοποιώντας τους κατάλληλους θεσμικούς παράγοντες, να απαλλαγεί μια και καλή από τα στοιχεία εκείνα που, είναι σίγουρο, θα προσπαθήσουν να διαβάλουν, αν όχι να υποσκάψουν, την εθνική αυτή προσπάθεια.

Μία προσπάθεια που, εάν της δοθεί ο κατάλληλος χρόνος, είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει την Ελλάδα σε  μία άνευ προηγουμένου υγιή ανάπτυξη.


Μία ανάπτυξη που θα βασίζεται στα πραγματικά στοιχεία της Ελληνικής Δημοκρατίας. Της Ισότητας, της Αξιοκρατίας και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Μια κυνική ομολογία (;)

Η κυνική ομολογία (;) του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Μ. Σουλτς πως θα προτιμούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να είχε συνεργαστεί με το Ποτάμι κι όχι με τους ΑΝ.ΕΛΛ., αναδεικνύει ουσιαστικά την προσπάθεια που είχε ξεκινήσει εδώ και μήνες με τη δημιουργία του πολιτικού αυτού σχηματισμού, ως ανάχωμα προς το ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝ.ΕΛΛ. (κυρίως) των φυλλορροούντων από ψηφοφόρους συστημικών  κομμάτων της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.

Σηματοδοτεί επίσης και την αρχή (ίσως) μιας υπόγειας προσπάθειας για τη διάλυση αυτής της κυβερνητικής συνεργασίας, η οποία δε βολεύει με τίποτε, τόσο τους εγχώριους όσο και τους εκτός Ελλάδος διαχρονικά ωφελούμενους, από τις πολιτικές αποφάσεις των πολιτικών ταγών της χώρας.

Μία προσπάθεια που, κατά τη γνώμη μου, ίσως κατευθυνθεί προσπαθώντας να βρει ευήκοα ώτα, όσο περίεργο κι αν ακουστεί σε κάποιους, κυρίως προς την (λεγόμενη) αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, παροτρύνοντας τους εκφραστές της στη σκλήρυνση της στάσης τους, όσον αφορά τις θέσεις και ιδέες τους, με τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να συμφωνήσουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες.

Είναι πιθανό λοιπόν, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο θα γίνει με την ως άνω αναφερόμενη παρότρυνση, βουλευτές ή κυβερνητικά στελέχη που εκφράζουν το αριστερό αυτό ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, να προσπαθήσουν να φέρουν προς ψήφιση στη νέα Βουλή, Σχέδια Νόμου ή τροποποιήσεις σε νομοσχέδια που θα παραβιάζουν τις κόκκινες γραμμές των ΑΝ.ΕΛΛ.

Έχοντας ως καλά τεκμηριωμένο άλλοθι, την πραγμάτωση του ονείρου μιας καθαρά αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα, και χωρίς φυσικά καμία έξωθεν παρότρυνση, έχουμε ήδη δηλώσεις και εξαγγελίες κυβερνητικών στελεχών για ζητήματα που δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτά από τους Ανεξάρτητους Έλληνες (πχ να φύγει ο φράχτης του Έβρου, να αφοπλισθεί η ΕΛ.ΑΣ. κλπ).

Εάν κάτι τέτοιο δεν γίνει άμεσα αντιληπτό από τους εκφραστές της αριστερής πτέρυγας των κυβερνητικών (και όχι μόνο) στελεχών του, πρωθυπουργού πλέον, κ. Τσίπρα, το πιο πιθανό είναι εξαγγελίες και δηλώσεις όπως οι παραπάνω, να αποτελέσουν επιχείρημα και πεδίο δράσης στα (πιθανά) σχέδια διάλυσης της σημερινής κυβερνητικής συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛΛ., από και για εκείνους ακριβώς, που ήδη την έχουν ομολογήσει.

Μέχρι στιγμής, ο σημερινός πρωθυπουργός δείχνει να έχει καταλάβει ότι η συνεργασία του με τον Π. Καμμένο, είναι η μοναδική, στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, που μπορεί να του διασφαλίσει μία ομαλή και με τις κατάλληλες εγγυήσεις πορεία, προς την πραγματική έξοδο της Ελλάδας από την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση η οποία ταλανίζει τη χώρα τα πέντε τελευταία χρόνια.

Οποιαδήποτε άλλη λύση κυβερνητικής συνεργασίας, τύπου «Ποταμιού» πχ, γνωρίζει τόσο ο ίδιος όσο και η πλειονότητα των εκλεγμένων βουλευτών του, ότι θα οδηγήσει στον εγκλωβισμό και την εξάρτησή του από τα ίδια εκείνα συμφέροντα που εδώ και χρόνια καταγγέλλει.

Κατά συνέπεια, όσο οι Ανεξάρτητοι Έλληνες παραμένουν ισχυροί και εντός της κυβέρνησης, αποτελούν την μόνη και πραγματική δύναμη που δίνει επιχειρήματα σθεναρής αντίστασης σε όλους εκείνους (εντός και εκτός Ελλάδος) που μέχρι πριν λίγες ημέρες, προσπαθούσαν να τρομοκρατήσουν έναν ολόκληρο λαό με τις, χωρίς ίχνος ντροπής, καταστροφολάγνες δηλώσεις τους.


Και αυτό, καλύτερα απ’ όλους, το γνωρίζει ο ίδιος ο κ. Τσίπρας.