Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Κομματικές κυβερνητικές συνεργασίες. Ναι, αλλά…

 

  Καιρό τώρα ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί έντονα την πολιτική και κομματική ζωή της χώρας, εμφανώς τουλάχιστον από το 2012 και μετά, έχει να κάνει με τις κυβερνητικές κομματικές συνεργασίες.

  Ιστορικά, κυβερνήσεις συνεργασίας στη χώρα υπήρξαν δεκάδες, αρχής γενομένης από την κυβέρνηση του Ιωάννη Κωλλέτη, αρχηγού του γαλλικού κόμματος, το 1844 σε συνεργασία με το ρωσικό κόμμα του Ανδρέα Μεταξά. Από τότε και μέχρι τις πρόσφατες συνεργασίες μεταξύ του Αντ. Σαμαρά (ΝΔ) με τον Ευ. Βενιζέλο (ΠΑΣΟΚ) και τον Φ. Κουβέλη (ΔΗΜΑΡ) το 2012 και αυτή του Αλ. Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ) και του Π. Καμμένου (ΑΝΕΛΛ) το 2015, συγκροτήθηκαν ούτε λίγο, ούτε πολύ και για διάφορους λόγους σαράντα (40) περίπου κυβερνήσεις συνεργασίας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η ταραγμένη πολιτικά περίοδος από το 1944 έως το 1950 με το σχηματισμό 16 κυβερνήσεων συνεργασίας.

  Κύρια αιτιολογία συγκρότησης αυτών των κυβερνήσεων στάθηκε η αναγκαιότητα αποφυγής της ακυβερνησίας και η πολυπόθητη απόκτηση της εμπιστοσύνης της Βουλής μέσω της αρχής της δεδηλωμένης

  Η πραγματικότητα όμως ήταν τελείως διαφορετική.

  Αν εξαιρέσει κανείς τις κυβερνήσεις Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου το 1944 και του Κ. Καραμανλή το 1974, το σύνολο σχεδόν των υπόλοιπων κυβερνήσεων συνεργασίας προέκυψαν είτε λόγω των διαθέσεων του παλατιού ή/και πιέσεων του «ξένου παράγοντα», είτε για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, όπως πχ οι κυβερνήσεις των Τζ. Τζανετάκη το 1989 με σκοπό τη μη παραγραφή και την παραπομπή σε δίκη των εμπλεκομένων στα «σκάνδαλα Κοσκωτά και Τόμπρα», αλλά και αυτή του Λ. Παπαδήμου το 2011 (με σοβαρές ενστάσεις από συνταγματολόγους για παράβαση του Συντάγματος) με σκοπό την υλοποίηση των προβλέψεων του 1ου και -τελικά- την υπογραφή του 2ου μνημονίου. Η ονομασία τους άλλωστε ως «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» η πρώτη και «μεταβατική» η δεύτερη, δηλώνουν και τους σκοπούς τους.

  Ως κυβερνήσεις «ειδικού σκοπού» όμως θα πρέπει να θεωρηθούν, τόσο αυτή του Α. Σαμαρά το 2012, όσο και του Αλ. Τσίπρα το 2015 (όπως αναλύθηκαν παραπάνω). Κι αυτό διότι και οι δύο αυτές κυβερνήσεις συνεργασίας σκοπό τους είχαν την ολοκλήρωση των προβλέψεων του 2ου και την αποφυγή αλλά -τελικά- υπογραφή και εφαρμογή του 3ου μνημονίου αντίστοιχα.

  Όσο πραγματική λοιπόν κι αν είναι η επίκληση της αποφυγής της ακυβερνησίας ως αιτία για τη συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας, άλλο τόσο θα πρέπει να θεωρηθεί πως στην ουσία τους οι κυβερνήσεις αυτές -των τελευταίων τουλάχιστον ετών-, συγκροτούνται για να επιτελέσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό.

  Και κάπου εδώ φτάνουμε στο σήμερα.

  Πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία της Κυριακής» με τίτλο «Δείπνο Γεραπετρίτη–Διαμαντοπούλου για συγκυβέρνηση παραγραφής», αναφέρεται σε μυστικές διαβουλεύσεις κορυφαίων στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με στόχο τη διερεύνηση της πιθανότητας συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ των δύο κομμάτων. Ένα δημοσίευμα που διαψεύστηκε άμεσα και με έντονο τρόπο από το σύνολο των εμπλεκομένων ονομάτων που αναφέρονται σε αυτό.

  Τι έχουμε λοιπόν εδώ;

  Εάν το δημοσίευμα αληθεύει, θα πρόκειται για τις προκαταρκτικές συζητήσεις κορυφαίων στελεχών των δύο κομμάτων τα οποία διερευνούν την πιθανότητα συγκρότησης κυβέρνησης -κατ’ ουσίαν- «ειδικού σκοπού». Ένας σκοπός όμως που αρχικά -και σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα- απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ως θεμιτός πολιτικά. Παράλληλα δε, βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τη συνεδριακή απόφαση των μελών του ΠΑΣΟΚ που εισηγήθηκε ο αρχηγός του  και στηρίζουν δημόσια και στο σύνολό τους τα στελέχη του.

  Οι διαψεύσεις του δημοσιεύματος, εκτός του ότι αναμένεται να απαντηθούν από την ίδια εφημερίδα, έφεραν στον νου του γράφοντος μιαν άλλη διάψευση πριν αρκετά χρόνια. Χωρίς σε καμία περίπτωση τα δύο γεγονότα να ταυτίζονται μεταξύ τους, ήταν τον Δεκέμβριο του 1966 όταν υπογράφηκε μυστικό πρωτόκολλο μεταξύ του αρχηγού τότε της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλου και του αρχηγού της Ένωσης Κέντρου Γ. Παπανδρέου, το οποίο προέβλεπε πως εάν από τις αμέσως προσεχείς εκλογές (που δεν έγιναν ποτέ λόγω της χούντας που επιβλήθηκε στη χώρα την 21η Απριλίου) δεν προέκυπτε σαφής πλειοψηφία ενός εκ των δύο κομμάτων, τότε αυτά θα συνεργάζονταν. Το γεγονός διαψεύσθηκε τότε από τον Π. Κανελλόπουλο εντός της Βουλής κατόπιν ερώτησης του Στ. Στεφανόπουλου. Το παραδέχθηκε δε ο ίδιος ο Π. Κανελλόπουλος αρκετά αργότερα κατά την κατάθεσή του στη δίκη των πρωταιτίων της δικτατορίας το 1975.

  Συμπερασματικά και με βάση τα παραπάνω, κυβερνήσεις συνεργασίας έχουν υπάρξει δεκάδες κατά το παρελθόν και θα υπάρξουν στο μέλλον. Κι αν εξαιρέσει κανείς -όσο μπορεί- τις διαθέσεις και τον ρόλο του «ξένου παράγοντα» στη σύμπτυξή τους, αυτό που στην ουσία τίθεται ως διακύβευμα για το σκοπό δημιουργίας τους δεν είναι ο κίνδυνος της ακυβερνησίας, αλλά ο σκοπός τους.

  Εάν λοιπόν οι κυβερνήσεις συνεργασίας προκύπτουν κατόπιν προγραμματικών συμφωνιών μεταξύ των κομμάτων, και ο σκοπός σύμπτυξής τους συνάδει με την επιθυμία του λαού, έτσι όπως αυτή εκφράσθηκε δια της ψήφου του, και προωθεί την κοινή και συνταγματικά προβλεπόμενη αντίληψη για το κράτος δικαίου στη χώρα, καλώς να υπάρξουν.

  Εάν όχι, τότε η ευθύνη θα ανήκει εξίσου τόσο σε αυτούς που τις προωθούν, όσο και στους ψηφοφόρους τους.


*Photo από σχετικό άρθρο της ιστοσελίδας parapolitika.gr

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Περί του ελλείμματος της πολιτικής εμπιστοσύνης

 

  Εκείνοι που μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τα πραγματικά μηνύματα πίσω από δημόσιες δηλώσεις και κινήσεις/δράσεις των κομματικών στελεχών τον τελευταίο καιρό, δεν αμφιβάλλουν πλέον για το γεγονός πως η χώρα βρίσκεται σε μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Μία περίοδος που το πιο πιθανό είναι να λήξει το Φθινόπωρο του 2026, μετατρέποντας έτσι τη ΔΕΘ σε βήμα προεκλογικού χαρακτήρα συγκεντρώσεων και εξαγγελιών. Σε κάθε περίπτωση όμως, το ζήτημα που απασχολεί τους πολίτες της χώρας δεν είναι ο χρόνος των εθνικών εκλογών, αλλά η επιλογή της ψήφου τους. Κι εδώ είναι που αυτό το κείμενο φιλοδοξεί να βοηθήσει.

  Αρχικά θα πρέπει να δηλωθούν τα δεδομένα της σημερινής πολιτικής και κομματικής κατάστασης της χώρας. Και η πρώτη διαπίστωση δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή του πολιτικού και κομματικού κατακερματισμού. Τόσο πολιτικά λοιπόν, με κάθε λογής ρεύμα ή ιδεολογία, από την εξωκοινοβουλευτική/ακτιβιστική αριστερά και την άκρα, τη λαϊκή και ελληνορθόδοξη δεξιά  να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από κοινοβουλευτικά και όχι κόμματα, το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό της χώρας, μοιάζει με πύργο της Βαβέλ που προσπαθεί να «χωνέψει» μέσα του κάθε λογής πολιτική έκφραση. Η διαπίστωση αυτή τεκμηριώνεται μέσω της πληθώρας των κομματικών σχηματισμών που έχουν δημιουργηθεί την τελευταία δεκαετία. Κόμματα που ουσιαστικά και τυπικά ευελπιστούν, ή δηλώνουν ότι εκφράζουν τον παραπάνω περιγραφόμενο ιδεολογικό/πολιτικό κατακερματισμό.

  Από πού και για ποιον λόγο όμως προέκυψε τόσο εμφατικά αυτός ο πολιτικό/κομματικός κερματισμός; Κατά τη γνώμη μου η όλη κατάσταση μπορεί να αιτιολογηθεί με δύο και μόνο λέξεις: έλλειμμα εμπιστοσύνης.

  Ως έλλειμμα εμπιστοσύνης, κυρίως των πολιτών προς τα κόμματα ως ιδεολογικούς φορείς αλλά και τα πολιτικά τους στελέχη, μπορεί να περιγραφεί η συναισθηματική εκείνη κατάσταση των μη δογματικά σκεπτόμενων πολιτών, που κατανοούν πως κανείς δεν είναι άξιος της ψήφου και άρα της εμπιστοσύνης του. Δεν θα πρέπει δε να θεωρηθεί παράξενο και το έλλειμμα εμπιστοσύνης από τα κόμματα και τα στελέχη τους προς τους πολίτες. Μία κατάσταση που βρίσκει το έρεισμα της στη σαφή πλέον έλλειψη της διαχρονικής πεποίθησης που είχαν τα κομματικά στελέχη προς τους ψηφοφόρους τους για το δεδομένο της ψήφου τους, λόγω των πελατειακών σχέσεων που είχαν αναπτύξει.

  Πώς προέκυψε όμως αυτό το σχετικά αμφίδρομο έλλειμμα εμπιστοσύνης; Τεράστιο ρόλο έπαιξε και παίζει η δυνατότητα μιας όλο και πιο διευρυμένης και πολύπλευρης πλέον ενημέρωσης των πολιτών, από την πληθώρα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Μια δυνατότητα που από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και μετά έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις, με τα ανάλογα αποτελέσματα. Οι πολίτες ανταλλάσσουν πλέον πληροφορίες σε άμεσο χρόνο, ενώ τα κομματικά στελέχη επικοινωνούν τα μηνύματά τους σε πολλαπλούς και μη «ελεγχόμενους» πλέον αποδέκτες. Με δεδομένο δε πως οι «κακές ειδήσεις» λαμβάνουν τη μεγαλύτερη προσοχή και κυκλοφορούν πιο άμεσα και σε μεγαλύτερο βαθμό, εντείνει το φαινόμενο του ελλείμματος εμπιστοσύνης. Η έλευση δε της τεχνητής νοημοσύνης, έχει ήδη και αναμένεται έτι περαιτέρω να αυξήσει εκθετικά αυτό το έλλειμμα. Ως δευτερεύοντες παράγοντες θα πρέπει να αναφερθούν τόσο η διαρκείς κρίσεις (χρηματοπιστωτική, υγειονομική, ενεργειακή κ.α.) που δημιούργησαν ασφυκτικές καταστάσεις στην κοινωνία αυξάνοντας διαχρονικά το κόστος ζωής των πολιτών δημιουργώντας παράλληλα ανασφάλεια στην επικοινωνία των κομματικών στελεχών, όσο και το ελλιπές (sic) εκπαιδευτικό σύστημα/μοντέλο της χώρας το οποίο είναι εστιασμένο στην παροχή μιας παρωχημένης σε μεγάλο βαθμό εκπαίδευσης και όχι παιδείας, με στόχο την «παραγωγή» πτυχιούχων άνευ -τελικά- αντικειμένου.

  Σκιαγραφώντας με τα λίγα παραπάνω λόγια τη σημερινή κοινωνικοπολιτική και κομματική κατάσταση της χώρας, δικαιολογείται νομίζω η πληθώρα των κομμάτων που θα διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών στις αμέσως επόμενες εθνικές εκλογές. Ο λόγος είναι πως καθένα από αυτά, ιδιαίτερα δε τα νεοπαγή, προσπαθούν να καλύψουν αυτό ακριβώς το έλλειμμα εμπιστοσύνης, παρουσιαζόμενα είτε ως «αδιάφθορα», είτε ως «πολιτικά έμπειρα», απέναντι σε ένα κομματικό κατεστημένο που, αν και ευθύνεται για τα δεινά της χώρας, επικαλείται την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, απέναντι σε αλόγιστες υποσχέσεις.

  Κι εδώ πλέον, κι επειδή η ανάκτηση ή το κέρδος της εμπιστοσύνης των πολιτών μέσω της ψήφου αποτελεί το «Α» και το «Ω» μιας δημοκρατικής και ευνομούμενης λειτουργίας της χώρας, θα πρέπει «κάθε κατεργάρης» να πάει στον «πάγκο» του.

  Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν μπορεί να εναποτεθεί είτε σε μαθητευόμενους μάγους χωρίς καμία πολιτική εμπειρία, είτε σε αμετροεπείς κι αμετανόητους πολιτικούς αρχηγούς που με περίσσιο πολιτικό θράσος εμφανίζονται ως άρτι αφιχθέντες κοινωνικοπολιτικοί σωτήρες. Πολλώ δε μάλλον σε κομματισμούς σχηματισμούς με βεβαρυμμένο πολιτικό παρελθόν που εξακολουθούν να «βλέπουν» τη χώρα ως διεθνές asset προς διαπραγμάτευση. Κι αυτό διότι στην πρώτη μεν περίπτωση -κι έχει αποδειχθεί- η εμπιστοσύνη αυτή γρήγορα προδίδεται όταν έρχεται αντιμέτωπη με την πολύπλοκη πολιτική πραγματικότητα, στη δε περίπτωση των «από μηχανής θεών» εξαντλείται σταδιακά έως του σημείου ταύτισης με την ήδη προϋπάρχουσα πολιτική ιστορία των εκπροσώπων τους.

  Εκείνος τελικά ο κομματικός σχηματισμός που θα καταφέρει να εκφράσει σε ιδεολογικό/πολιτικό επίπεδο της ανησυχίες κι ελπίδες των πολιτών μέσω της στελέχωσής του με έμπειρα πολιτικά και κοινωνικά στελέχη που θα είναι ικανά να εμπνεύσουν, παράλληλα με ένα ορθά δομημένο και κοστολογημένο πρόγραμμα διακυβέρνησης, θα είναι κι εκείνος που θα πρέπει να τύχει και της εμπιστοσύνης της ψήφου των πολιτών.

  Κι αν τέτοιος κομματικός σχηματισμός δεν υπάρχει σήμερα, τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει τη δημιουργία του. Κι αν συγκεντρώσει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, είναι βέβαιο πως θα συμβάλλει καταλυτικά στην πλήρη αναδιαμόρφωση του μεταπολιτευτικού σκηνικού της χώρας.